Πέμπτη, 29 Μαΐου 2014

"Στο παραλίγο" κεφάλαιο όγδοο

Όταν άκουσα το κουδούνι να χτυπάει παραξενεύτηκα....Δεν περίμενα κάποιον και ήμουν σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση, με τις πυτζάμες μου, στο μαύρο μου το χάλι. Μετά τη χτεσινή μου συνάντηση με τον Παύλο είχα πέσει πάρα πολύ ψυχολογικά. Μέσα από όλη αυτή την ιστορία έβγαζα έναν εαυτό που ακόμα και εμένα μου προκαλούσε απέχθεια. Πιο αντιφατική δεν είχα ξαναυπάρξει στη ζωή μου και αυτό με ενοχλούσε. Συνήθως ήμουν πολύ ξεκάθαρη με όλους σε βαθμό που γινόμουν και απίστευτα προβλέψιμη. Αλλά σε όλη αυτή την ιστορία άλλαζα γνώμη κάθε δευτερόλεπτο. Από στερεό σε υγρό, από υγρό σε αέριο και φτου και από την αρχή. Τη μια στιγμή ξερνούσα σαν έφηβη σε πεζοδρόμια...την επόμενη έπινα με χούφτες τις ασπιρίνες να ξεθολώσει το μυαλό μου από τον πονοκέφαλο σκεπτόμενη πως πρέπει να κρατηθώ μακρυά....για να καταλήξω ώρες αργότερα με ένα κουτί γλυκά σε κάποιο δρόμο του Λυκαβηττού.

Μόλις άκουσα από το θυροτηλέφωνο πως ήταν από μια εταιρεία κούριερ παραξενεύτηκα ακόμα περισσότερο μιας και δεν περίμενα κάποιο πακέτο. Έβγαλα το σύρτη από την πόρτα και την μισάνοιξα περιμένοντας το ανσασέρ να σταματήσει. Μόλις τον είδα με ένα τεράστιο πακέτο στα χέρια του να βγαίνει, σίγουρα πρέπει να γούρλωσα τα μάτια μου.

"Καλά φάντασμα είδες????"
" Όχι ...αλλά πως??? Πως βρέθηκες εσύ εδώ?"
"Όταν Άννα θέλω κάτι....συνήθως το πετυχαίνω....Καλά δεν θα με αφήσεις να μπω μέσα? Μην μου πεις πως με φοβάσαι???"
"Ε συγνώμη...πέρασε" είπα και προσπάθησα να ισιώσω λίγο την γελοία πυτζάμα που φορούσα.
"Δεν θα κάτσω πολύ. Σου έφερα κάτι και φεύγω. Μην ανησυχείς, δεν θα σε ενοχλήσω "
"Συγνώμη βρε Παύλο είμαι τελείως αγενής, ούτε να κάτσεις δεν σου πα. Απλά ξαφνιάστηκα" είπα και κάθισα παραδομένη και κουρασμένη από τις απανωτές μου βλακείες στο καναπέ.
"Δεν πειράζει. Θα το ανοίξεις???"
"Τι είναι??? Σαν πίνακας μοιάζει..."
"Πίνακας είναι.."
"Για μένα??? Σε ευχαριστώ πολύ.... δεν ήταν ανάγκη ξέρω πόσο δένεσαι με τους πίνακες σου"
"Το συγκεκριμένο τον έφτιαξα για σένα οπότε μου είναι εύκολο να στον δώσω, αλλά πριν φύγω θέλω να τον ανοίξεις,,,"

Άρχισα να σκίζω το καφέ περιτύλιγμα σιγά σιγά κομμάτι κομμάτι άρχισε να αποκαλύπτεται... Κάθε μικρή επιφάνεια που έβλεπα έπεφτε μέσα στη ψυχή μου σαν αστραπή. Και όταν πλέον είχε αποκαλυφθεί ολόκληρος δεν μπορούσα παρά να το κοιτάω μαγεμένη και αναψοκοκκινισμένη. Δεν κατάλαβα πότε πλησίασε, ούτε πότε έσκυψε δίπλα στο αυτί μου, το μόνο που άκουσα ήταν τη φωνή του να μου λέει σχεδόν ψιθυριστά...
 "Μια λέξη Άννα...δώσε μου μια λέξη και έφυγα..."

Σαν άγαλμα χωρίς να παίρνω τα μάτια μου από τον πίνακα ,παράλυτη εντελώς, είπα όσο πιο πειστικά μπορούσα...
"Λυπάμαι Παύλο... αλλά μάλλον αυτόν σου τον πίνακα δεν τον καταλαβαίνω ούτε και εγώ..."
"Λες ψέματα ...το ξέρω...και το ξέρεις και εσύ αλλά δεν πειράζει..." είπε και βγήκε θυμωμένος έξω από το σπίτι αφήνοντας με, με  τον πίνακα απέναντι μου να κλαίω βουβά. Γιατί είχε δίκιο, του είχα πει ψέματα....


Δύο βδομάδες πέρασαν και ούτε ένα τηλέφωνο ...ούτε ένα μήνυμα
Κάθε τρεις μέρες  ένας καινούριος πίνακας ερχόταν από έναν μεταφορέα χωρίς ούτε ένα σημείωμα επάνω. Και κάθε φορά που τον άνοιγα αντίκριζα κάτι  ακόμα πιο όμορφο... ακόμα πιο απελπισμένο....Τους έβαζα τον ένα δίπλα στον άλλο και το μεγαλύτερο μέρος της μέρας καθόμουν και τους κοιτούσα μπερδεμένη. Δεν έβγαινα από το σπίτι παρα μόνο για να πάω στη δουλειά...Δεν έβλεπα τους φίλους μου...Το μόνο που με ένοιαζε ήταν να τρέξω σπίτι και να κάτσω απέναντι από αυτή την περίεργη αλληλογραφία. Άλλες φορές θύμωνα...άλλες έκλαιγα...σκέφτηκα μέχρι και να τους καταστρέψω...αλλά δεν μπορούσα. Άπειρες φορές ξεκίνησα να γράφω κάποιο μήνυμα αλλά ποτέ δεν το τελείωνα και συνήθως κατέληγα εξαντλημένη να με παίρνει ο ύπνος με το κινητό στο χέρι....

Εκείνα τα Χριστούγεννα ίσως να είναι από εκείνα που δεν θα ξεχάσω ποτέ. Μόνη μου μέσα στο σπίτι παρέα με ένα μάτσο καμβάδες να βασανίζομαι από ενοχές και να μην ξέρω πως να δια χειριστώ ούτε τα συναισθήματα μου, ούτε τις αποφάσεις μου. Ώσπου δύο μέρες πριν την Πρωτοχρονιά ήρθε ακόμα ένας πίνακας και δεν άντεξα άλλο, το μόνο που δεν ήθελα ήταν να με βρει η καινούρια χρονιά σε αυτή την κατάσταση. Θυμωμένη με όλους και με όλα πήρα τηλέφωνο μια εταιρεία μεταφορών που μέσα σε λίγες ώρες είχε φορτώσει όλους τους πίνακες στο φορτηγό της.


.................................................................................................................................


Όταν ο Παύλος αντίκρισε τον μεταφορέα να ξεφορτώνει στην πόρτα του τους πίνακες με το ζόρι κρατήθηκε να μην κάνει σκηνή μπροστά του . Περίμενε να φύγει πρώτα πριν κοιτάξει την Άννα αγριεμένα...

"Τα δώρα δεν επιστρέφονται..."
"Παύλο τι θέλεις επιτέλους από μένα?"
" Νομίζω πως έχω κάνει ξεκάθαρο τι θέλω...το θέμα είναι τι θέλεις εσύ Άννα???"
" Εγώ θέλω...να σταματήσεις να μου στέλνεις αυτούς τους πίνακες...θέλω τη ζωή μου πίσω όπως ήταν..."
"Είσαι σίγουρη γιαυτό????"
"Ναι είμαι σίγουρη! Μα δεν το βλέπεις δεν το καταλαβαίνεις??? Δεν προχωράει...Μα πως ...πως μπορείς να στέλνεις αυτά όταν δεν ξέρεις τίποτα για μένα....Δύο μήνες τώρα και δεν έχεις ρωτήσει να μάθεις τίποτα για μένα....Τι δουλειά κάνω?? Έχω αδέλφια???? Που μεγάλωσα??? Και θες να πιστέψω αυτούς τους πίνακες???" είπε θυμωμένη και γύρισε να φύγει πριν προλάβει όμως να βγει ο Παύλος την έπιασε από το χέρι....
" Έχεις δίκιο....δεν ξέρω τίποτα για σένα όπως εσύ το εννοείς...και αν σου πω πως με νοιάζει να μάθω όλα αυτά που ανέφερες ψέματα θα σου πω.... Ξέρω όμως άλλα πράγματα...ξέρω πως δεν είσαι αυτό που θες να δείχνεις....πως είσαι ίσως ο μόνος άνθρωπος που έχω γνωρίσει που πίνει κάθε είδος καφέ διαφορετικά....Πως δεν πιάνεις ποτέ τα μαλλιά σου γιατί νομίζει πως μπορείς να κρυφτείς πίσω από αυτά....δεν έχουν καμία αξία για σένα όλα αυτά που ξέρω...με καταδικάζεις μόνο για εκείνα που δεν ξέρω???"
" Παύλο άσε με να φύγω........"
"Χορέψε μαζί μου...ένα χορό και θα σε αφήσω να φύγεις.."
"Δεν ξέρω να χορεύω..."
"¨Ένα χορό Άννα, τόσα πολλά ζητάω???'

Και η Άννα υποχώρησε... Γύρισε και τον άφησε να την παρασύρει στη μέση του δωματίου Και πάνω στην εισαγωγή του κομματιού που ξεκινούσε να παίζει από το Cd player την πήρε αγκαλιά και η νύχτα άρχισε να αλλάζει χρώμα κάτω από την σπαραξιδιάρικη φωνή του Μουζουράκη..."




Βαδίζω τυφλά με λέξεις κεριά
Αφήνω να ακουστεί η ομορφιά στη σιωπή
Φροντίζω να πέφτει αργά

Μου λείπεις γιατί
Σε θέλω γιατί
Με κάνεις να τρέμω από φόβο μη σε χάσω πριν σε ξεπεράσω

Μα είσαι δικιά μου και πάντα θα είσαι
Κι ας είσαι κοντά μου και ας μην είσαι
Ψάχνω τρόπο μες στα όνειρά μου
λίγο πριν σε χάσω να σε φέρω κοντά μου
να σου δείξω πως τα `χω χαμένα
για να σε σώσω, να σωθώ από μένα

Βαδίζω απαλά με λέξεις κλειδιά
Σφραγίζουν πόρτες, κλειδώνουν γερά
Θωρώ το πρόσωπό σου να γελά

Μου λείπεις γιατί
Σε θέλω γιατί
Είναι πικρό να πίνεις τα δάκρυά σου, τώρα ξεκουράσου

Μα είσαι δικιά μου και πάντα θα είσαι
Και ας είσαι κοντά μου και ας μην είσαι
Ψάχνω τρόπο μες στα όνειρά μου
λίγο πριν σε χάσω να σε φέρω κοντά μου
Να σου δείξω πως τα `χω χαμένα
για να σε σώσω, να σε σώσω από μένα
Πως να σε σώσω από μένα

Και εκεί ανάμεσα στους στίχους της ψιθύρισε στο αυτί...
" Μια λέξη Άννα...δώσε μου την λέξη μου...."
Και εκείνη λύγισε.. άνθρωπος ήταν και δεν άντεξε....Ξέπνοα του είπε..."Πόθος" και πριν προλάβει να πει οτιδήποτε άλλο εκείνος άρχισε να τη γεμίζει φιλιά...και η νύχτα  έγινε μέρα....Και ο χρόνος έχασε το δρόμο του τρελαμένος και ακίνητος... Και τα κορμιά άρχισαν να μπλέκονται σε ξέφρενα σχήματα χωρίς τέλος και αρχή...Και "η απόλυτη παράδοση" με κόκκινα μάγουλα έκλεισε το μάτι στον "πόθο" που την κοιτούσε διψασμένος....Και εκεί στη μέση ενός καθιστικού...λίγο πριν φύγει ο παλιός ο χρόνος ...στην μέση του χειμώνα...όλα άνθισαν....

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλιαστε: