Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 7 Μαρτίου 2018

Μέχρι το τέλος





Το μικρό περίπτερο εκείνο το βράδυ του Μαρτίου, για κάποιο λόγο, της Κικής της έμοιαζε ακόμα πιο μικρό. Σαν ένα κλουβί με τοίχους από τσιγάρα, σοκολάτες και τσίχλες. Και παρά τη "δροσιά" μιας άνοιξης, που έκανε τα νεύρα του κόσμου κρόσσια με τις τεράστιες αποκλίσεις θερμοκρασίας ανάμεσα στη μέρα και τη νύχτα, εκείνη ένιωθε να καίγεται μέσα στο κουβούκλιο που η ζωή ήθελε να έχει ως εργασιακό χώρο.

Όχι παραπονιάρα δεν ήταν η Κική.... Για την ακρίβεια ήταν ένας αισιόδοξος και θετικός άνθρωπος, που από μικρή έμαθε να βαφτίζει τις τυχόν ατυχίες της ζωής της "μαθήματα". Έτσι πάλεψε την απώλεια των γονιών της, έτσι πάλεψε τα ατελείωτα χρόνια που οι προσωπικές ανάγκες της μπήκαν σε δεύτερη γραμμή πίσω από τις ανάγκες των παιδιών της, έτσι πάλευε και τώρα την οικονομική κρίση που την είχε κάνει λίγο μετά τα πενήντα, να πρέπει να δουλεύει στο περίπτερο για να συμπληρώνει το κουτσουρεμένο εισόδημα του άντρα της.

Και ήταν καλή η ως τώρα ζωή της. Καλή χωρίς να είναι και εύκολη ταυτόχρονα. Γιατί το ήξερε η Κική πως το καλό συνήθως, δεν είναι και εύκολο. Το έμαθε νωρίς αυτό με έναν δύσκολο τρόπο και τότε ήταν που αποφάσισε πως όλα είναι θέμα προτεραιοτήτων. Αν έμεινε λοιπόν τότε που το πήρε γραμμή, δεν ήταν γιατί ένα αγόρι 4 χρονών και ένα κορίτσι 6 χρονών κρεμόντουσαν από πάνω της σαν βδέλλες, αλλά γιατί τον αγαπούσε. Ποτέ της δεν παραμύθιασε τον εαυτό της πως έγινε θυσία στο βωμό της μητρότητας. Θυσία έγινε στο βωμό της μνήμης του μεγαλύτερου πάθους της ζωής της. Και έκανε η Κική με στωικότητα τα στραβά τα μάτια στις δικές του κουτσουκέλες, γιατί τον ήθελε και στο δικό της κρεβάτι, τι και αν αυτός ερχόταν κατευθείαν από κάποιο ξένο. Όσο άνοιγε ακόμα την αγκαλιά του και την έχωνε μέσα, ο κόσμος της κινούταν σε ορθή τροχιά! Και εκείνος πάντα γυρνούσε στο δικό της κρεβάτι και πάντα άνοιγε την αγκαλιά του...

Μα τι της είχε έρθει Μάρτη μήνα να φτιάξει γεμιστά. Αυτά τα ρημάδια τα γεμιστά έφταιγαν για όλα. Αν είχε φτιάξει σουπιές με σπανάκι, όπως σκεφτόταν αρχικά, τώρα θα έλυνε σταυρόλεξα μέσα στο περίπτερο αντί να προσπαθεί να πάρει ανάσα. Μα ήταν ο καιρός τόσο όμορφος σήμερα το πρωί, και ο ήλιος θύμιζε τόσο καλοκαίρι, που ζήλεψε ένα καλοκαιρινό φαγητό. Χωρίς λογική λοιπόν αγόρασε τα υλικά στο σούπερ μάρκετ και μόνο όταν έφτασε στο ταμείο, κατάλαβε την γκάφα που είχε κάνει. Εφτά πιπεριές τις είχε πληρώσει 5,5 ευρώ, αλλά ήταν πλέον αργά να κάνει πίσω. Έτσι όμως ήταν με όλα τα πράγματα, όχι μόνο με τα ζαρζαβατικά. Όταν κάτι πας να το διεκδικήσεις εκτός εποχής το πληρώνεις κομματάκι ακριβότερα. Αγνοώντας λοιπόν το πρώτο σοκ, γύρισε χαρούμενη σπίτι της και βάζοντας το ραδιόφωνο να παίζει, ξεκίνησε να μαγειρεύει το φαγητό. Και αφού το ταψί μπήκε στο φούρνο, κάθισε στο τραπέζι της κουζίνας και άναψε ένα τσιγάρο.

-Ελένη...Ελένη έλα λίγο που σε θέλω.
-Τι θέλεις ρε μαμά; Γράφω μια εργασία για τη σχολή;
-Βρε παιδί μου, έλα ένα λεπτό.
-Αμάν, ήρθα, λέγε!
-Ποιο τραγούδι είναι αυτό; Το ξέρεις;
-Άτσα η μάνα. Ακούς και Μποφίλιου κυρα Κικίτσα;
-Δεν με νοιάζει ποια το λέει. Να μου το γράψεις θέλω σε cd. Μπορείς;
-Δεν χρειάζεται να στο γράψω. Το έχω το cd.  "Mέχρι το τέλος" λέγεται το άσμα και στο χαρίζω το cd. Εγώ δεν την αντέχω την Μποφίλιου, μες την κλάψα είναι. Δώρο μου το έκανε μια φίλη, θα στο αφήσω πάνω στο τραπέζι του σαλονιού. Τι μαγειρεύεις;
-Γεμιστά φτιάχνω.
-Αμάν ρε μαμά! Αφού σου είπα κάνω δίαιτα! Θα κόψω μια σαλάτα να φάω πιο αργά. Πάω να τελειώσω την εργασία, είπε η Ελένη και έφυγε από την κουζίνα αφήνοντας την Κική πάλι μόνη της.

Αυτό που η κόρη της κάθε τρεις και λίγο το έριχνε στα μαρούλια, πολύ τη δυσκόλευε στον προγραμματισμό του φαγητού. Γιατί η Ελένη μονίμως σε μια κατάσταση "κάνω δίαιτα" ήταν, αλλά ποτέ δεν ήξερε αν το εννοούσε ή αν το έλεγε έτσι. Σήμερα μάλλον το εννοούσε, αν έκρινε από την αποστροφή της στο άκουσμα της λέξης γεμιστά. Δύο πιπεριές θα έμεναν... Δεν πειράζει θα τις έτρωγε εκείνη την επόμενη μέρα...

-Μάνα φεύγω..
-Που πας; Σε μισή ώρα το φαγητό θα είναι έτοιμο αγόρι μου.
-Έχω κανονίσει με παρέα να φάω έξω.
-Και γιατί βρε παιδί μου δεν μου το είπες νωρίτερα;
-Άσε μας ρε μάνα, που θα πρέπει να σου δίνω και αναφορά.
-Και εγώ τι θα το κάνω τόσο φαΐ; Που είσαστε όλοι κακομαθημένοι και δεν το τρώτε την επόμενη μέρα, μου λες; Να σου φυλάξω δύο πιπεριές, που σου αρέσουν, για το βράδυ;
-Φεύγω λέμε και θα αργήσω να γυρίσω. Δώσε στον Αζόρ τις πιπεριές μου.  Δώρο πες του από μένα. Άντε γεια.... είπε και κοπάνησε την πόρτα πίσω του.

Ωραία, ούτε ο Νίκος θα έτρωγε. Τα "χρυσά" γεμιστά εκείνη και ο σκύλος θα τα έτρωγαν όπως πήγαινε το πράγμα. Αλλά όχι, θα γύριζε εκείνος. Εκείνος λάτρευε τις γεμιστές πιπεριές , σκέφτηκε και έσβησε τον φούρνο. Είχε ακόμα μια ώρα μέχρι να γυρίσει εκείνος. Θα έκανε ένα μπάνιο, θα έστρωνε όμορφα το τραπέζι και θα έτρωγαν οι δυο τους, όπως τότε που είχαν πρωτογνωριστεί.

Εκείνος όμως δεν είχε έρθει. Και ούτε τηλέφωνο δεν είχε μπει στον κόπο να την πάρει. Και όταν εκείνη ανήσυχη τον αναζήτησε, πήρε τις γνωστές δικαιολογίες, που είχε πιστέψει εδώ και δύο χρόνια πως δεν θα ξανάκουγε. Και έφυγε και η Ελένη και έμεινε ολομόναχη να μετράει τις ώρες για να πάει στη δουλειά, με το ταψί με τις γεμιστές πιπεριές άθικτο πάνω στο πάγκο της κουζίνας να παγώνει και μαζί με αυτό να παγώνει και η ψυχή της.

Έτσι παγωμένη έφτασε στο περίπτερο να αναλάβει τη νυχτερινή βάρδια εκείνο το βράδυ του Μάρτη. Και χωρίς να καταλάβει πως και γιατί, σταδιακά ένιωσε το πάγωμα να γίνεται μια πυρκαγιά από παράπονο και να την καίει συθέμελη. Όχι δεν ήταν παραπονιάρα η Κική. Αλλά εκείνο το βράδυ του Μάρτη, μ' ένα άθικτο ταψί γεμιστές πιπεριές, που είχαν στοιχίσει χρυσάφι, είχε κάνει μια διαπίστωση, που ήξερε πως θα της άλλαζε τη ζωή. " Όταν κάτι πας να το διεκδικήσεις εκτός εποχής, το πληρώνεις κομματάκι ακριβότερα". Και όπως είχε πληρώσει τις πιπεριές, έτσι ήταν επιτέλους διατεθειμένη να "πληρώσει" το όποιο κόστος για κάτι που καιρό πριν έπρεπε να είχε διεκδικήσει. "Μέχρι το τέλος", σκέφτηκε αναψοκοκκινισμένη και έβαλε το cd της κόρης της να παίζει τέρμα.

"Μέχρι το τέλος η ψυχή 
και όμως πηγαίνει και πιο εκεί..
καλά που βρέθηκες εσύ 
να μου την ταξιδέψεις.."
και μια παρέα από πιτσιρικάδες που κατηφόριζαν τον δρόμο, γύρισαν ξαφνιασμένοι, να εντοπίσουν από που ερχόταν ο ήχος.

"και μην σε νοιάζουν τα λεφτά 
αν μ αρνηθείς ως τις εφτά ...
θα περισσέψουν αρκετά 
τριάντα θα ξοδέψεις"
και μαγνητισμένοι από το απρόσμενο ηχητικό ερέθισμα, άρχισαν να πλησιάζουν το περίπτερο χασκογελώντας.

"όχι που τρέμω τον σταυρό 
αλλά που δεν μπορώ να βρω
χρυσά καρφιά που να αξίζουν τη θυσία"
και λίγο κάτι μπύρες που είχαν πιει νωρίτερα, λίγο η περιπτερού που τραγουδούσε μερακλωμένη τους στίχους, λίγο η ηλικία τους και άρχισαν εκεί, μες την μέση του δρόμου, να χορεύουν.

"δεν φεύγω για παλικαριά 
αλλά που μου πεσε βαριά
μες τον Παράδεισο η τόση προδοσία" 
και εκεί μέσα σε ένα δρομάκι, σε μια πόλη τόσων εκατομμυρίων ανθρώπων, μπροστά σε ένα περίπτερο, το παράπονο της Κικής άρχισε να μοιάζει με κάλεσμα σειρήνας κάνοντας και άλλους διερχόμενους να σταματάνε μαγνητισμένοι. Εκείνο το βράδυ του Μαρτίου η Κική κέρασε μπύρες όλους όσους σταμάτησαν και το τραγούδι έπαιξε άπειρες φορές στην επανάληψη, έπειτα από παράκληση του κόσμου.  Εκείνο το βράδυ η Κική  αποφάσισε οριστικά πως "μέχρι το τέλος η ψυχή και όμως πηγαίνει και πιο εκεί..." και πέταξε στα σκουπίδια, χωρίς δεύτερη σκέψη, γυρνώντας στο σπίτι, το ταψί με τα γεμιστά, αλλά και όλα εκείνα που τη βάραιναν.



Εμπνευσμένο από ένα σχόλιο στο youtube, κάτω από αυτό το τραγούδι. Γιατί μια περιπτερού, κάποτε, κοντά στο Μοναστηράκι, πραγματικά έπαιζε το τραγούδι αυτό τέρμα...  


Παρασκευή 23 Φεβρουαρίου 2018

Τα άσπρα λουστρίνια


«Ελπίζω να είσαι επιτέλους ευτυχισμένη. Κοίταξε με, άσπρα λουστρίνια φοράω και τώρα. Τα πήρα επίτηδες ένα νούμερο μικρότερο, να με στενεύουν. Να μου πληγιάζουν τα πόδια, να μου ματώνουν τις φτέρνες και τα δάχτυλα. Δεν είναι 28 νούμερο όπως τότε , είναι 38, αλλά μικρή η διαφορά. Δέκα πόντους μεγάλωσε το πόδι μου όλα αυτά τα χρόνια, μα καθόλου η ψυχή μου. Φρόντισες εσύ να την κλείσεις μέσα σε ένα γυαλιστερό, άσπρο ζευγάρι λουστρινάκια νούμερο 28 και μ’ ένα χαστούκι να επιβεβαιώσεις πως θα μείνει για πάντα κλεισμένη εκεί. Πόσο διαφορετική θα ήταν η ζωή μου αν τότε μου είχες αγοράσει εκείνα τα κόκκινα που σε παρακαλούσα. Όχι όμως, η κόρη η δική σου θα φορούσε λευκά λουστρίνια και άσπρο φουρό, για να σου λένε όλοι πως μοιάζω με μπομπονιερίτσα. Ακόμα και τώρα δεν κατανοώ την ικανοποίηση που σου έδινε αυτός ο χαρακτηρισμός… Μέσα στα λευκά έτσι, παραδόθηκα στη θέληση σου τότε. Μέσα στα λευκά παραδίνομαι και τώρα. Δεν πρέπει να κλάψω. Θα χαλάσει το μακιγιάζ. Από την Αθήνα έφερες μακιγιέζ για να με βάψει. Βλέπεις, μόνο ένας καλός επαγγελματίας θα μπορούσε να χτίσει το προσωπείο που χρειαζόσουν. Με αγαπάει και αυτό σε κάνει να πιστεύεις πως είναι αρκετό. Και εσύ με αγαπάς, το ξέρω, και ας μην με άφησες ποτέ να αναπνεύσω. Με αγαπάς με μια αγάπη που χρόνια προσπαθώ να καταλάβω. Δεν θα έπρεπε όμως να ναι έτσι και το ξέρεις. Την αγάπη δεν πρέπει να προσπαθείς να την δικαιολογήσεις, ρε μάνα. Μακάρι να είχα τα αρχίδια να μπορούσα να σου το φωνάξω. Είδα όμως και εκείνους που αγαπάς και που έχουν αρχίδια πόσο μπόρεσαν να σου επιβληθούν. Του ενός τα «αγόρασες» γιατί τον λάτρεψες και του άλλου του τα έκοψες γιατί τον «γέννησες». Δεν έμαθες από τα λάθη σου όμως και αυτό είναι και εκείνο που με τρελαίνει. Ή μάλλον νόμιζες ότι έμαθες. Νόμιζες πως επειδή εσύ τον ερωτεύτηκες, ήταν αρκετό. Νόμιζες πως θα σε ερωτευόταν και εκείνος, κάποια στιγμή. Νόμιζες πως η προίκα σου μπορούσε να αγοράσει την ευτυχία. Και αγόρασε κάτι, όχι όμως την ευτυχία. Αγόρασε τη ματαιοδοξία του . Τον ευνούχισες έτσι, πριν καν τον νιώσεις μέσα σου. Με τον καημό αυτό νομίζω θα κλείσεις κάποτε τα μάτια σου. Με τον καημό πως όσες φορές και να τον καλωσόρισες εντός σου, πάντα εκείνος ήταν απών και ας πότιζε με το σπέρμα του τα χωράφια του κορμιού σου. Μεγαλογαιοκτήμονα τον έκανες , τσιφλικά, τι περίμενες; Και άνθισε το κορμί σου και έβγαλε καρπούς. Εσύ όμως ακόμα και τους καρπούς αυτούς βρήκες τρόπο να τους ξεράνεις. Στον έναν καρπό αρρωστημένα έριχνες τόνους νερό, από φόβο μην σου πάθει κάτι και τον άλλο τον άφηνες απότιστο, για να δυναμώσει μόνος του, όπως έλεγες. Οι γυναίκες πρέπει να είναι σκληρές, οι γυναίκες πρέπει να αντέχουν, οι γυναίκες σηκώνουν όλο το βάρος, οι γυναίκες είναι εκείνες που πληγώνονται, τέτοια μου έλεγες, για να δικαιολογήσεις την αδυναμία που είχες στον αδελφό μου. Λες και ήμουν καμία κουτή και δεν έβλεπα πόσο έμοιαζε σε εκείνον. Λες και δεν έβλεπα πως περίμενες από το γιο σου, να σου χαρίσει το βλέμμα που ο πατέρας δεν σου χάρισε ποτέ. Γιατί, μάνα, αυτό το έβλεπα και σε δικαιολογούσα. Το έβλεπα και ας με εξόργιζε που έλεγες στις φιλενάδες σου, κάθε φορά που σε τσιγκλούσαν, πως όλα τα δάχτυλα αν τα κόψεις το ίδιο θα πονέσουν. Εκείνο που δεν έβλεπα όμως, ήταν πως σε εμένα λανθασμένα καθρέφτιζες τον εαυτό σου και ας μην σου έμοιαζα σε τίποτα. Σε εμένα έβλεπες το είδωλο της δεύτερης ευκαιρίας σου. Σε εμένα έβλεπες τη συνέχεια σου, που δεν θα έκανε τα ίδια λάθη με σένα. Σε μένα έβλεπες εκείνη που δεν θα ερωτευόταν ποτέ. Εκείνη που θα φρόντιζες να μην υποφέρει, όπως υπέφερες εσύ. Και όσο φοβόσουν να μην πατήσω πάνω στα χνάρια σου, έκανες για δεύτερη φορά το ίδιο λάθος. Μου αγόρασες έτσι έναν γαμπρό, όπως αγόρασες και τον δικό σου. Μόνο που τον διάλεξες εσύ για μένα. Και αυτή τη φορά είπες το έργο να παίξει ανάποδα, μπας και έχει καλύτερο φινάλε. Δεν τον αγόρασες επειδή εγώ τον ερωτεύτηκα, αλλά επειδή με ερωτεύτηκε αυτός. Ανόητη μανούλα μου… Πόσο λάθος τα βλέπεις όλα! Δεν πονούσε ο έρωτας, μάνα. Πονούσε που πίστεψες και τις δύο φορές πως αρκεί ο έρωτας του ενός. Παιχνίδι για δύο είναι αυτό, πότε επιτέλους θα το δεις; Πώς να σου αντισταθώ όμως έτσι στριμωγμένη που 'μαι σ' εκείνα τα παιδικά λευκά λουστρίνια; Από νωρίς με έμαθες να “περπατάω” με τα θέλω σου και ας έγδερναν τις φτέρνες και την ψυχή μου. Σήμερα παντρεύομαι. Σήμερα ντύθηκα στα λευκά. Σήμερα φόρεσα τα άσπρα λουστρίνια που λίγο με στενεύουν και το πληθωρικό λευκό φουρό. Σήμερα κάλυψα τις δικές μου επιθυμίες με ακριβό make up. Σήμερα έδιωξα την μπόχα των σαπισμένων μου ονείρων με ακριβό άρωμα. Σήμερα πήρα το μακρύ, δαντελένιο, φρεσκοσιδερωμένο πέπλο μου και το φόρεσα σφιχτά. Μα γιατί κλαις; Αυτό δεν ήθελες;»
Μια αχτίδα φωτός έμπαινε μέσα από την κουρτίνα και χάιδευε το αιωρούμενο λευκοντυμένο κορμί. Σαν παραφωνία, ένα άσπρο ψηλοτάκουνο λουστρίνι είχε δραπετεύσει από το ένα πόδι και αναποδογυρισμένο στεκόταν λίγο παραπέρα. Αν πρόσεχες λίγο καλύτερα το πόδι από όπου είχε ξεφύγει, μπορούσες να διακρίνεις τις κοκκινίλες και τις φουσκάλες στις φτέρνες και στα δάχτυλα. Το πικ απ που λίγο νωρίτερα έπαιζε τραγούδια, είχε σωπάσει. Το μόνο που ακουγόταν ήταν τα ουρλιαχτά της γυναίκας, που γονατιστή, κάτω από το ακόμα κρεμασμένο άψυχο σώμα της κόρης της, φιλούσε και χάιδευε το ξυπόλυτο πόδι. Όταν είχαν προσπαθήσει συγγενείς να την απομακρύνουν εκείνη τους είχε γρατζουνίσει με τα νύχια της. Μόλις όμως ο άντρας της την έπιασε από το χέρι και την κοίταξε κατάματα, εκείνη χαμήλωσε το βλέμμα, σκούπισε τα δάκρυα και πειθήνια δέχτηκε να σηκωθεί. Πήγε να απομακρυνθεί αποκαμωμένη, στηριζόμενη στην αγκαλιά του, αλλά κάτι την σταμάτησε απότομα. Γύρισε αργά, μάζεψε το αναποδογυρισμένο παπούτσι και το φόρεσε στο γυμνό πόδι. Καινούργια δάκρυα άρχισαν να τρέχουν και πάλι στα μάγουλα της.

«Κοίτα την, Κωστή μου. Κοίτα την κόρη μας. Σαν μπομπονιερίτσα είναι…» είπε μέσα σε αναφιλητά και χώθηκε στην αγκαλιά του. 

Παρασκευή 19 Μαΐου 2017

Και έζησαν αυτοί καλά...



Μόλις μπήκε μέσα στο μικρό μπαρ η μπόχα της έκοψε την ανάσα. Φορώντας ακόμα τα μαύρα γυαλιά ηλίου της προσπάθησε να διακρίνει που καθόντουσαν, αλλά στάθηκε μάταιο. Δεν έβλεπε απολύτως τίποτα. Έκανε ένα δειλό βήμα και σκόνταψε πάνω σε μια καρέκλα. Μορφάζοντας από τον πόνο κατέβασε λίγο τα γυαλιά  και άρχισε να σκανάρει το κατάστημα. Τώρα που είχε πλήρη εικόνα του μαγαζιού  ένιωθε τον φασιανό που είχε φάει νωρίτερα να μπαίνει σε σχηματισμό εκτόξευσης. Κλείνοντας διακριτικά τη μύτη της άρχισε να κινείται προς το τραπέζι που καθόντουσαν.

-Να υποθέσω εσύ το διάλεξες το μαγαζί; ρώτησε κοιτώντας τη μια από τις δύο και κάθισε διστακτικά στη βρώμικη καρέκλα δίπλα της
-Βγάλε χριστιανή μου τα γυαλιά! Έτσι τραβάς περισσότερο τα βλέμματα, δεν το καταλαβαίνεις; απάντησε εκείνη και σήκωσε το χέρι της προς το μπάρμαν κάνοντας του νόημα να φέρει ακόμα ένα ποτό.
- Άργησες πάλι, είπε η τρίτη μπουκωμένη με μερικά φιστίκια εκσφενδονίζοντας ένα μικρό κομματάκι φιστίκι προς το μέρος της που πήγε και έκατσε πάνω στα μαύρα μαλλιά της. 
-Και που κατάφερα και ήρθα να λες πάλι καλά! διαμαρτυρήθηκε εκείνη φορώντας ακόμα τα γυαλιά.
-Βγάλε τα γυαλιά λέμε! Θέαμα έχουμε γίνει ηλίθια! την μάλωσε ξανά η γυναίκα με το γαλάζιο φόρεμα.
-Και αν μας αναγνωρίσει κανείς; ψιθύρισε ενοχικά και πλέον οι άλλες δύο γελούσαν νευρικά.
-Άσε μας κουκλίτσα μου που την κάψα τη δική μας έχει ο κόσμος νομίζεις. Οι "θαυμαστές" μας αυτή την ώρα παίρνουν το δεύτερο ύπνο τους και όλοι οι υπόλοιποι μας έχουν ξεγράψει! την καθησύχασε η ξανθιά ανάβοντας ένα τσιγάρο ενώ ο μπάρμαν έφερνε ένα ουίσκι στο τραπέζι τους.
-Και τότε γιατί χωθήκαμε ρε σε αυτή την τρύπα που βρωμοκοπάει σαν υπόνομος; είπε εκνευρισμένη και έβγαλε επιτέλους τα γυαλιά της
-Γιατί φύλαγε τα ρούχα σου να έχεις τα μισά..., είπε η ξανθιά τινάζοντας το τσιγάρο της.
-Άστα αυτά! Πες τώρα, πως κατάφερες και ξέφυγες αυτή τη φορά; ρώτησε με ενδιαφέρον η γυναίκα που συνέχιζε να μπουκώνεται με το ένα φιστίκι μετά το άλλο.
-Με τον κλασσικό τρόπο. Έφτιαξα μηλόπιτα με ζανάξ για επιδόρπιο , πάρκαρα τα παιδιά στις δουλάρες και ήρθα! είπε σκουπίζοντας με αηδία το χείλος του ποτηριού πριν πιει μια γουλιά από το ποτό της. 
-Να δω πότε θα σε πάρει χαμπάρι να τρέχουμε και να μην φτάνουμε... είπε ανήσυχα η καστανή με το κόκκινο πανωφόρι και τράβηξε μπροστά της το μπωλάκι με τα ξηροκάρπια.  
-Σταμάτα μαρή να τρως! Δεν βλέπεις πως έχεις γίνει;;; Και είσαι και η μικρότερη από τις τρεις μας! Πως θα παντρευτείς σε αυτό το χάλι??? τη μάλωσε η μελαχρινή τραβώντας το μπωλάκι και πάλι μακρυά της.
-Σοβαρά τώρα μου κάνεις αυτή την ερώτηση; Να παντρευτώ για ποιο λόγο; Να γίνω σαν εσένα ή σαν την άλλη εδώ; Να μου λείπει το βύσσινο! Άσε που κάνεις λες και δεν ξέρεις...Μετά από εκείνον όλοι μου φαίνονται πολύ "λίγοι". Τόσα χρόνια και ούτε ένας δεν μπόρεσε να μου δώσει τις δυνατές συγκινήσεις που μου έδωσε εκείνος... Φέρε λοιπόν τα φιστίκια πίσω, είπε με παράπονο και ξαναπήρε τα φιστίκια μπροστά της.
-Κάποια στιγμή πρέπει να προχωρήσεις μπροστά...Κρατάει χρόνια αυτή η κολόνια...  Ξεπέρασε το επιτέλους και βρες κανέναν άλλο. Ήμαρτον μανίτσα μου με το κτήνος! την μάλωσε η ξανθιά 
-Ναι είδα και εσένα πόσο έχεις ξεπεράσει τα θέματα σου με το παρελθόν... Το τρίτο ποτό είναι αυτό σωστά; Και σας το έχω ξαναπεί. Μεγαλύτερη παρεξήγηση από αυτή της δικής μου ιστορίας δεν παίζει να έχει υπάρξει. Ένας μαλάκας εκεί δεν είχε τα αρχίδια να την γράψει όπως έπρεπε και με κατέστρεψε... Τις προάλλες τον πέτυχα τυχαία πάλι... Και πάλι μου έλεγε τα ίδια...Πως πλέον μαζί μου αδύνατο να του σηκωθεί...Τον ευνούχισα λέει... Αλλά καλά να πάθω και εγώ αφού δεν έκατσα να με "φάει" τότε που έπρεπε...Τώρα τον πούλο.... είπε λυπημένη και προσπάθησε να τυλιχτεί μέσα στο κόκκινο πανωφόρι της που μετά βίας έκλεινε πλέον γύρω από το στρουμπουλό της σώμα.
-Και αποφάσισες να πνίξεις τον καημό σου στο λίπος ε; Εύγε! συνέχισε απτόητη καυστικά η ξανθιά αδειάζοντας το τρίτο ποτό της.
-Άλλες τον πνίγουν στο αλκοόλ και στα χάπια...άλλες γεννοβολάνε το ένα παιδί πίσω από το άλλο  για να ξεχνάνε τις μαλακίες τους και κάποιες από εμάς τον πνίγουμε στους υδατάνθρακες... σχολίασε μελαγχολικά  η καστανή και μια άβολη ησυχία έπεσε στο μικρό τραπέζι.
-Φέρε ρε Μπάμπη μια γύρα σφηνάκια , φώναξε η ξανθιά στον μπάρμαν σπάζοντας τη σιωπή.
-Κοσμοπόλιταν να πιούμε! αναφώνησε χαζοχαρούμενα η μελαχρινή  και οι άλλες δύο έτοιμες ήταν να βάλουν πάλι τα γέλια.
-Τι με κοιτάτε ρε έτσι; Δεν φτάνει που ζούμε την απόλυτη παρακμή, ας την ζήσουμε με χάρη! Γιατί εκείνες είναι καλύτερες από εμάς; διαμαρτυρήθηκε ενώ ο Μπάμπης άφηνε στο τραπέζι τους τα σφηνάκια τεκίλας. 
-Πιες το ταπεινό σφηνάκι τεκίλα τώρα και άσε μας με τα σύγχρονα παραμύθια, που θες να το παίξουμε και sex and the city..Ακόμα να πάρεις το μάθημα σου; είπε η ξανθιά και σήκωσε το ποτηράκι με το κιτρινωπό υγρό.
-Στις απανταχού πεθερές αυτού του πλανήτη που κάνουν τις κακές μητριές να φαντάζουν γατάκια και τους μπούληδες γιους τους που κρέμονται από το βρακί τους!
-Στους απωθημένους αταίριαστους έρωτες που τους έφαγε η λογοκρισία! 
-Στις ξεπέτες του παρελθόντος.... στη μητρότητα και την καταπίεση του παρόντος... και στις φιλίες του μέλλοντος!
είπαν διαδοχικά και κατέβασαν σε απόλυτο συγχρονισμό τα σφηνάκια. 
-Σκέφτομαι να κάνω αγωγή διαζυγίου... είπε η ξανθιά ακουμπώντας το ποτηράκι στο τραπέζι, κάνοντας τις δύο άλλες να γυρίσουν και να την κοιτάξουν εμβρόντητες.
-Δεν μιλάς σοβαρά έτσι; Κάνε σου λέω ένα παιδί. Ίσως να αλλάξει η μέγαιρα αν την κάνεις γιαγιά...είπε τρυφερά η μελαχρινή πιάνοντας το χέρι της ξανθιάς.
-Δεν είναι μάνα μου η λύση ένα παιδί. Να φέρω στον κόσμο ένα παιδί και να είναι και αυτό δυστυχισμένο; Δεν τον γλιτώνω τον εγκλεισμό...ορφανό θα απομείνει... Και εσύ ειδικά ξέρεις πόσο στοιχίζει η απώλεια της μάνας σε τρυφερή ηλικία.. Κουράστηκα ειλικρινά και τα χάπια δεν βοηθάνε. Αν μέναμε μόνοι μας ίσως τα πράγματα να ήταν διαφορετικά... Αλλά όλη μέρα την έχουμε ανάμεσα μας. Και η χολή που ρίχνει αστείρευτη.... Βρωμιάρα με ανεβάζει, τσουλί με κατεβάζει. Που τον τύλιξα λέει και της τον πήρα. Που άλλα όνειρα είχε εκείνη για τον μονάκριβο της. Και εκείνος δεν κάνει τίποτα να της το βουλώσει.... Τις προάλλες καθόμουν μπροστά στο τζάκι και κάπνιζα και μόλις με είδε με κοίταξε με περιφρόνηση και μου είπε να μην ξεχάσω να καθαρίσω τις στάχτες μετά... Ο ψυχαναλυτής μου μου το είπε ξεκάθαρα... Πως αν δεν κάνω κάτι άμεσα θα μου το φορέσουν το λευκό ρομπάκι... Στην ήδη λέει επιβαρυμένη παιδική ηλικία μου, ο ψυχικός βιασμός που δέχομαι καθημερινά από την πεθερά μου, με έχει κάνει να ακροβατώ μεταξύ λογικής και παράνοιας....
-Να τον χωρίσεις τον πούστη! Αεί σιχτρ με όλους τους μαλάκες!  αναφώνησε η καστανή θυμωμένη και όλο το μαγαζί γύρισε και τις κοίταξε.
-Σκάσε ηλίθια μας κοιτάνε!!! είπε η μελαχρινή κλωτσώντας την κάτω από το τραπέζι.
-Χέστηκα! Απορώ με εσένα ειλικρινά.... Άλλη είναι η ξανθιά της παρέας, εσύ φέρεσαι όμως ώρες ώρες σαν ξανθιά...  Εσύ δηλαδή δεν το έχεις σκεφτεί θες να μας πεις το διαζύγιο; 
-Μα εγώ είμαι καλά σε γενικές γραμμές...Αν δεν ήταν και τόσο ζηλιάρης...Αν δεν ήταν τόσο ανασφαλής... Αν δεν προσπαθούσε να με δέσει κάνοντας μου το ένα παιδί πίσω από το άλλο... Αν μπορούσε να αποδεχτεί το παρελθόν μου...Τον έχει στοιχειώσει που ήταν ο όγδοος άντρας της ζωής μου... μονολόγησε κοιτώντας το ποτό της.
-Ναι και αν η γιαγιά μου είχε ρόδες θα ήταν πατίνι και δεν θα έτρεχα να της πάω φαγητό της κατάκοιτης. Έτσι δεν θα τον συναντούσα ποτέ! διαμαρτυρήθηκε έντονα η καστανή μπουκώνοντας και πάλι το στόμα της με φιστίκια
-Κορίτσια τα έχουμε κάνει ομαδικώς μην πω τι... Αν αρχίσουμε να τσακωνόμαστε και μεταξύ μας, θα την χάσουμε εντελώς την μπάλα. Στην τελική τα έχουμε ξαναπεί...Όλες πληρώνουμε τις επιλογές που άλλοι έκαναν για εμάς... Τι να πει ρε σεις και η άλλη... Μίλησε καμία μαζί της; ρώτησε η ξανθιά σε μια προσπάθεια να αλλάξει θέμα.
-Μίλησα εγώ το πρωί... Είπε θα ερχόταν, αλλά αύριο έχει χημειοθεραπεία...Καλά λέει πάει το πράγμα.. Της έπεσαν βέβαια όλα τα μαλλιά, αλλά αυτό είναι το λιγότερο. Σε ένα βαθμό το ευχαριστήθηκε γιατί έτσι περνάει απαρατήρητη... είπε μελαγχολικά η καστανή. 
-Μάλιστα...Τι λέτε, πάμε αύριο μαζί της στο νοσοκομείο; πρότεινε η μελαχρινή και οι άλλες δύο ένευσαν θετικά.
-Α και τώρα που το θυμήθηκα! Σου έχω ένα καλό γκομενάκι! Του αρέσουν και οι αφρατούλες. Δεν είναι βέβαια κανένας βαθύπλουτος αλλά είναι τριχωτός όπως σου αρέσουν. Ξέρεις ο τύπος σου, αξύριστος, ψηλός, μπρουτάλ. Τι λες θα τον γνωρίσεις; συνέχισε ενθουσιασμένη η μελαχρινή που δεν άντεχε το ποτό και ήδη ένιωθε να ζαλίζεται.
-Μαλάκα δεν υποφέρεσαι!!! Ειλικρινά προτιμώ την αλκοόλα από εσένα! Αυτή πίνει τα προζάκ εσύ μαστουρώνεις! Δεν θέλω γκόμενο!!! Πόσες φορές πρέπει να στο πω! Μετά από εκείνον σου λέω έκλεισα σαν γυναίκα!!!! ούρλιαξε η καστανή κάνοντας ακόμα μια φορά τους ψιλομεθυσμένους θαμώνες να γυρίσουν προς το μέρος τους.
-Οχετός αυτό το στόμα σου πια! διαμαρτυρήθηκε δήθεν θιγμένη η μελαχρινή και η ξανθιά ξέσπασε σε νευρικό γέλιο.
-Μπάμπη πιάσε άλλη μια γύρα για να κάνουμε αποφώνηση σιγά σιγά για απόψε, φώναξε στον μπάρμαν.
-Δεν είναι κακός ο Μπάμπης... Αχ αλλοτινά μου νιάτα... Που θα ήμουν εγώ ελεύθερη σαν τούτη τη μουρόχαβλη και θα το άφηνα να πιάνει αράχνες! είπε χασκογελώντας κοιτώντας τον κώλο του Μπάμπη ενώ απομακρυνόταν από το τραπέζι τους.
-Έλα να πάνε τα φαρμάκια κάτω λέμε. Στην τσουλίτσα τη Χιονάτη που παίζει ακόμα το ματάκι της! είπε η ξανθιά τσουγκρίζοντας το ποτήρι της μελαχρινής κατεβάζοντας μονορούφι το περιεχόμενο του μικρού ποτηριού.
-Στην βλαμμένη την Κοκκινοσκουφίτσα που δεν κάθισε να την φάει από τον Λύκο και τρώει πλέον το άπαν σύμπαν! είπε η μελαχρινή τσουγκρίζοντας το ποτήρι της καστανής.
-Στο μαστούρι τη Σταχτομπούτα που πες μας τι πίνεις και δεν μας δίνεις! είπε η καστανή τσουγκρίζοντας το ποτήρι της ξανθιάς. 
Και πλέον και οι τρεις γελούσαν υστερικά και δεν τους καιγόταν καρφί που όλο το μαγαζί τις κοιτούσε!

Πρώτη έφυγε η Χιονάτη. Φόρεσε τα μαύρα γυαλιά της και τρεκλίζοντας μέσα στο σκοτάδι αφού σκόνταψε σε όλα τα τραπέζια στη διαδρομή ,κατάφερε να βγει με μερικές μελανιές στο καθαρό αέρα και πάλι..  

Δεύτερη σηκώθηκε η Κοκκινοσκουφίτσα...
-Θες να πάρουμε ταξί μαζί;
-Μπα θα κάτσω λίγο ακόμα...
-Αύριο στης Ραπουνζέλ μην το ξεχάσεις!
-Δεν το ξεχνάω...
-Καληνύχτα ξανθούλα... είπε και χώνοντας στην τσέπη της μερικά ακόμα φιστίκια για το δρόμο βγήκε από το μπαρ

-Αυτό κερασμένο από το κατάστημα, είπε ο Μπάμπης και έκατσε στη καρέκλα δίπλα της σπρώχνοντας ένα ποτήρι μπροστά της
-Να σαι καλά ρε Μπάμπη, τον ευχαρίστησε εκείνη και του πρόσφερε ένα τσιγάρο
-Είσαστε ιστορία μου αμαρτία μου εσύ και οι φίλες σου, σχολίασε ανάβοντας το τσιγάρο
-Δεν φαντάζεσαι πόσο.... είπε αναστενάζοντας
-Τόσο καιρό έρχεσαι εδώ και εγώ το όνομα σου δεν το ξέρω...παραπονέθηκε κοιτώντας την στα μάτια.
-Στα παραμύθια πιστεύεις Μπάμπη;
-Δεν θα το έλεγα...Ούτε τα πουλάω ούτε τα αγοράζω...παραδέχτηκε αυτός
-Λέγε με τότε Σούλα..
-Στην υγεία σου ρε Σούλα!   Επ που πας; Τώρα που αρχίσαμε να γνωριζόμαστε λίγο καλύτερα.. είπε πιάνοντας το χέρι της ενώ αυτή σηκωνόταν από το τραπέζι
-Πέρασε η ώρα Μπάμπη μου και πρέπει να γυρίσω στο έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα... του είπε δίνοντας του ένα φιλί στο μάγουλο. Και όσο εκείνη απομακρυνόταν ο Μπάμπης πρόσεξε τα περίεργα γοβάκια που φορούσε και παρά την μουσική μέσα στο μπαρ, εντύπωση του έκανε ο ήχος που προκαλούσαν κάθε φορά που ακουμπούσαν τα λεκιασμένα πλακάκια. Λες και ήταν γυάλινα._

Δαμαλίτη Ιωάννα   
  
   

    

Τετάρτη 17 Μαΐου 2017

Μπόρα είναι θα περάσει!



Και αν η ζωή είναι ένα επιτραπέζιο παιχνίδι; Αν την καθορίζει εν μέρη η τύχη, με τον αριθμό του ζαριού που θα φέρεις, και εν μέρη  τα προδιαγεγραμένα τετραγωνάκια που μπορείς να επιλέξεις να πατήσεις ή όχι; Πάντα όταν βρέχει το μυαλό μου κάνει περίεργους συνειρμούς. Αμπελοφιλοσοφίες της πεντάρας μ' αρέσει να τους βαφτίζω. Έξω ρίχνει καρέκλες. Αναμενόμενο ίσως για Οκτώβρη μήνα. Αυτό που δεν είναι αναμενόμενο είναι να χρειάζεσαι βάρκα για να διασχίσεις την Θηβών. Και όσο ο καιρός δείχνει τα δόντια του, οι άνθρωποι τρέχουν σαν τα ποντίκια να κρυφτούν. Λες και φοβούνται μην λιώσουν.  Αίσθημα επιβίωσης το βαφτίζουν αυτό κάποιοι άλλοι.

Ο άνθρωπος δεν είναι φτιαγμένος για να ζει ούτε μέσα στο νερό, ούτε να πετάει στον αέρα. Ο δημιουργός, όποιος και αν ήταν αυτός, τον κάρφωσε με δύο πόδια στη γη έτσι για να τον τιμωρήσει, χαρίζοντας του ταυτόχρονα ένα μυαλό ελεύθερο, ατίθασο, ανεξέλεγκτο... Μην μπορώντας λοιπόν να δεχτεί αυτό το κάρφωμα στη γη, χρησιμοποίησε το μοναδικό του όπλο για να κερδίσει το στοίχημα , και έφτιαξε αεροπλάνα, βάρκες, διαστημόπλοια και άλλα τέτοια ευφάνταστα, βγάζοντας του κοροϊδευτικά τη γλώσσα. Και όμως μια φθινοπωρινή μπόρα...λίγα μπαζωμένα φρεάτια....και εκείνος του υπενθυμίζει ακόμα μια φορά, ποιος έχει το πάνω χέρι. Σαν βρεγμένη γάτα λοιπόν, λουφάζει πίσω από την οθόνη του υπολογιστή του, σκουπίζοντας τα μαλλιά του από την βροχή, με μια κούπα αχνιστό καφέ στα χέρια και αρχίζει να γράφει σκέψεις που γεννάει το μυαλό του. Το μόνο πράγμα που του χαρίστηκε και που τις περισσότερες φορές το αναλώνει σε άσκοπα και ανούσια πράγματα.

"Φέρε μια ζαριά καλή και για μένα βρε ζωή" ακούω παραπονιάρικα το εγώ μου να σιγοτραγουδάει και θέλω να το φιμώσω! Εκεί κατάντησα; Να περιμένω από την τύχη να μου δώσει ένα εξαράκι αντί για τους άσσους που με έχει φλομώσει τον τελευταίο καιρό; Κάποτε δεν τα δεχόμουν κάτι τέτοια. Δε πα να μην σταύρωνα ζαριά και να ξημεροβραδιαζόμουν στην "φυλακή". Εκεί στη γωνίτσα, εγώ χαμογελούσα και άραζα. Πότε άραγε άρχισα να σκέφτομαι τον τερματισμό; Πότε άρχισε να με νοιάζει πόσοι φύγανε μπροστά μου και πόσοι μείνανε πίσω μου;  Πότε άρχισε να με ενοχλεί η μοναξιά της φυλακής και άρχισα να αποζητώ συγκρατούμενους για να ζεσταθώ; "Μεγάλωσες" προσπαθεί να ουρλιάξει το φιμωμένο εγώ μου και επιδεικτικά το αγνοώ, συνεχίζοντας να στεγνώνω τα μαλλιά μου με νευρικές κινήσεις.

Ωραία λοιπόν. Έστω ότι όντως είμαι απλά ένας παίκτης ανάμεσα σε εκατομμύρια άλλους σ' ένα τεράστιο επιτραπέζιο παιχνίδι. Και έστω ότι όντως το ζάρι δεν με θέλει. Γιατί σχεδόν πάντα επιλέγω, αυτή τη φτωχή ζαριά, να την χειρίζομαι με την περιβόητη ελεύθερη βούληση, με τέτοιο τρόπο ώστε να σταθώ σ' ένα από τα τετραγωνάκια που είναι και άλλοι; "Ο άνθρωπος γλυκιά μου είναι αγελαίο ον. Θέλει παρέα ακόμα και στη μιζέρια! ", απαντάνε με μια φωνή όλοι όσοι στέκονται δίπλα μου στο ίδιο τετράγωνο και δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω μαζί τους. Πράγματι, λίγο ουίσκι και ποιος χέζει τον άσσο όταν έχει ένα χέρι να κρατήσει , ένα άλλο σώμα να κουρνιάσει. Ακόμα και τα κάγκελα της φυλακής μέσα από αυτό το πρίσμα, μοιάζουν με κάγκελα υπερπολυτελούς βίλας! 

Αν δεν σταματήσει άμεσα η βροχή θα το χάσω το ολίγο εναπομείναν μυαλό μου. Αναδεύομαι στην καρέκλα μου και καρφώνω το βλέμμα μου στο μουσκεμένο παράθυρο. Τη ρουφιάνα δεν θα μου το κάνει το χατήρι να σταματήσει. Έτσι για να μου μπει στο μάτι θα συνεχίσει όλη τη νύχτα! Βαθιές ανάσες και πάμε πάλι από την αρχή. Ζάρια , τετραγωνάκια και επιτραπέζια εύκολες φιλοσοφίες ενός κοινού νου...μα που στα κομμάτια είναι το κουμπί του reset; Μήπως να τον έπαιρνα τηλέφωνο για μια παρτίδα "Μονόπολη"? Από εκείνες που μόνο μαζί του μπορώ και παίζω... από εκείνες που δεν βιάζομαι να τελειώσουν αρκεί να τελειώσουμε παρέα... Ε δεν φταίω εγώ, μην διαμαρτύρεσαι. Συνειρμός λέγεται. Τόση ώρα γύρω από τα επιτραπέζια τριγυρνάς, δεν το περίμενες πως πάνω στην στροφή σε εκείνον θα γύριζα; Σκάσε λοιπόν και πριν λοξοδρομήσεις πάλι, όπως κάνεις συχνά το τελευταίο καιρό, πες μου. Να τον πάρουμε να έρθει για μια παρτίδα;  Ναι, ναι μην φωνάζεις. Σε ακούω. Μου τα είπες εσύ πριν λίγο. Η μιζέρια θέλει παρέα. Είχες λοιπόν δίκιο, ευχαριστήθηκες; Στο δια ταύτα, διάλεξε ή θα καείς απόψε από την υπερλειτουργία ή θα πας για νάνι αφήνοντας άλλα μέρη του σώματος μου να κάνουν κουμάντο, εσύ αποφασίζεις! Τι το σκέφτεσαι σε δελέασα;  Ναι μη απολογείσαι, το ξέρω πως κάνει κρύο απόψε και πως το τικ τακ της βροχής άρχισε να σου φέρνει νύστα. Ναι το ξέρω πως είσαι κουρασμένο και αδύναμο. Άντε ντε, πες το ναι και τράβα για ύπνο! Μα γιατί δυσκολεύεσαι τόσο; Μια απλή λεξούλα είναι, τρία γραμματάκια. Ξεστόμισε τα και όλα θα εξαφανιστούν. Ναι βρε, όλα αυτά που σαν αγχόνη τα νιώθεις να σε περικυκλώνουν. Τι; Δεν σε άκουσα; Πιο δυνατά! Αρχίζεις να με εκνευρίζεις και δεν το έχω σε τίποτα να σε "κοιμίσω" τεχνητά, εκεί είναι το μπουκαλάκι, το βλέπεις;  Μην κοιτάς που τόση ώρα σου δίνω το ελεύθερο και αλωνίζεις. Αν δεν ήταν η ρημαδομπόρα θα σου λεγα εγώ αν θα είχαμε ανοίξει διάλογο! 

Σηκώνομαι από την καρέκλα και αρχίζω να βηματίζω πέρα δώθε μέσα στο δωμάτιο. Τα έχω παίξει τελείως. Εδώ και πόση ώρα μιλάω στον εαυτό μου! Δεν είναι καλό σημάδι αυτό, σίγουρα δεν είναι καλό. Πιάνω το κινητό μου και σχηματίζω ένα νούμερο, πριν προλάβει όμως να χτυπήσει το κλείνω αποφασιστικά. Μια αστραπή φεγγίζει το δωμάτιο και λίγα δευτερόλεπτα αργότερα ένα μπουμπουνητό έρχεται για να την συνοδεύσει. Από το ραδιόφωνο έκτακτο ανακοινωθέν για την εξέλιξη των ακραίων καιρικών φαινομένων. Δεν είσαι από ζάχαρη. Μπορεί να νομίζεις πως κάποια πράγματα μπορούν να σε λιώσουν, αλλά σίγουρα δεν είσαι από ζάχαρη! Αν ήσουν από ζάχαρη όλα θα ήταν γλυκά και όμως δεν είναι. Δεν είσαι τρελή. Μπορεί να νομίζεις πως κάποια γεγονότα σε φέρνουν κοντά στην τρέλα, αλλά σίγουρα δεν είσαι τρελή. Αν ήσουν τρελή θα ήσουν ευτυχισμένη μέσα στην τρέλα σου! Ένας άνθρωπος είσαι σε ένα διαμερισματάκι στο Αιγάλεω που η κακοκαιρία απλά του πυροδότησε μια αλληλουχία περίεργων σκέψεων. Με μια κίνηση ανοίγω την μπαλκονόπορτα και βγαίνω στην βροχή. Μέσα σε δευτερόλεπτα είμαι βρεγμένη μέχρι το κόκκαλο, αλλά δεν με νοιάζει. Αύριο σίγουρα θα έχω συνάχι, αλλά ούτε αυτό με νοιάζει. Νιώθω ωραία...νιώθω καθαρή....νιώθω άτρωτη...Μπορεί να μην έχω λέπια, αλλά λίγο νεράκι είναι. Δεν μπορεί να με σκοτώσει βρε αδερφέ! "Φάε την σκόνη μου ρε" ουρλιάζω στον ουρανό και αρχίζω να χορεύω._ 

Οκτώβριος 2014

Τρίτη 18 Οκτωβρίου 2016

Ένα αλλιώτικο δείπνο


Με απελπισία κοίταξε την στοίβα με τα ρούχα πάνω στο τραπέζι και με παράπονο έβαλε το ατμοσίδερο στην πρίζα αναθεματίζοντας για χιλιοστή φορά εκείνον που σκέφτηκε το σιδέρωμα. Από όλες τις οικιακές υποχρεώσεις της, αυτή την απεχθανόταν περισσότερο με διαφορά.  Και όσο περίμενε το σίδερο να ζεσταθεί, κρυφοκοίταξε λιγωμένα το βιβλίο δίπλα στην στοίβα που απρόθυμα λίγη ώρα νωρίτερα είχε αφήσει από τα χέρια της.

Πάντα διάβαζε, απλά η συχνότητα που διάβαζε ήταν λίγο παράδοξη. Μπορούσαν να περάσουν και μήνες χωρίς να ανοίξει βιβλίο, αλλά όταν σαν κύμα την χτυπούσε η ανάγκη να διαβάσει, γινόταν εμμονική. Θυσίαζε πολύτιμες ώρες ύπνου, ξεχνούσε βασικές υποχρεώσεις και για μέρες θαλασσοδερνόταν στα κύματα των σελίδων σαν ψαροκάικο. Και άντε τώρα μέσα σε μια τέτοια φουρτούνα να καταφέρεις να σιδερώσεις με προθυμία. Ένα μήνα τώρα το ένα βιβλίο τελείωνε, το επόμενο ξεκινούσε και αν και ήξερε από το παρελθόν πως κρίση ήταν θα περνούσε, είχε αρχίσει να εξαντλείται.

Έβαλε πάνω στη σιδερώστρα την πρώτη μπλούζα και αφηρημένα ξεκίνησε να τη σιδερώνει ρίχνοντας κλεφτές ματιές στο βιβλίο. Σαν πιάτο έτοιμο προς βρώση έμοιαζε έτσι ακουμπισμένο πάνω στο τραπέζι. Μα αυτό δεν ήταν άλλωστε τα βιβλία; Τροφή του νου και της ψυχής.... "Άραγε οι συγγραφείς που είχε διαβάσει μέσα στον τελευταίο μήνα αν ήταν πιάτα, τι πιάτα θα ήταν ;" αναρωτήθηκε. Γιαυτό το σιχαινόταν το σίδερο. Γιατί το μυαλό της πάντα το έσκαγε όσο διαρκούσε.

Ο Καζαντζάκης θα ήταν μουσακάς, αποφάσισε χωρίς πολλή σκέψη. Κυρίως πιάτο. Παραδοσιακός, πάντα διαχρονικός, γοητευτικός ακόμα και στους ξένους. Σε άλλους έπεφτε βαρύς και άλλοι δεν μπορούσαν να ζήσουν χωρίς να τον γεύονται τακτά. Και εκείνη λάτρευε τον μουσακά, χόρταινε από την πρώτη μπουκιά, τον θεωρούσε το πιο μεστό ελληνικό πιάτο, κάθε μπουκιά και μια άλλη εμπειρία, κάθε μπουκιά και μια έκπληξη. Ναι σίγουρα μουσακάς!

Και η Δημουλά; Η Δημουλά θα ήταν σίγουρα ένα φίνο ακριβό κόκκινο κρασί. Συνοδευτικό που συμπληρώνει το κυρίως, όπως η ποίηση την πεζογραφία. Γιατί ένα καλό φαΐ χωρίς το σωστό κρασί μοιάζει ανάπηρο. Ένα κρασί λοιπόν αινιγματικό, μεθυστικό, από εκείνα που σου ξυπνάνε μνήμες όταν τα πίνεις και δακρύζεις. Ναι σίγουρα κρασί...

Και ο Σουρούνης; Ο αγαπημένος της Σουρούνης; Κάτι πικάντικο. Μεζές! Ορεκτικό θα ήταν εκείνος.  Σίγουρα θα του άρεσε αν του το έλεγε. Λουκάνικα σπετσοφάι θα ήταν να τραβιέται το κρασί. Γιατί έτσι ήταν μαζί του. Πολλές φορές μόνο από το ορεκτικό είχε χορτάσει. Ναι σπετσοφάι θα ήταν.

Και ο Λειδαδίτης; Τι θα ήταν εκείνος; Σίγουρα κυρίως πιάτο. Κάτι οξύμωρο όμως γευστικά. Μοσχαράκι λεμονάτο θα ήταν, που τόσο αγαπούσε η ίδια!  Ξινό μεν αλλά απολαυστικό... Καθαρτικά απολαυστικό! Γιατί έτσι ένιωθε όσο τον διάβαζε. Κάθαρση και έκπληξη, πως λέξεις που εκείνη δεν χρησιμοποιούσε ποτέ, έμοιαζαν μαγικές όταν εκείνος τις μεταχειριζόταν. Σαν το λεμόνι ένα πράγμα, που μόνο του δύσκολα το τρως, αλλά που ένας σωστός μάγειρας μπορεί να σε κάνει να ζητάς και άλλο στο πιάτο σου! Ναι μοσχαράκι λεμονάτο!

Και εσύ Χιόνη μου που σήμερα σε γνώρισε; Εσύ άραγε τι θα ήσουν; Επιδόρπιο....Ναι επιδόρπιο. Όχι όμως κάτι λιγωτικό όπως γαλακτομπούρεκο. Ούτε όμως πάστα ή γλυκό του κουταλιού. Λουκουμάκι Συριανό θα ήσουν!  Από εκείνες τις μπουκίτσες με τα αμύγδαλα μέσα.  Γιατί έτσι ένιωθε μαζί σου. Μια γλύκα ένιωθε και μπουκίτσα, μπουκίτσα σε έτρωγε, ανάθεμα το σίδερο!  Και όταν πετύχαινε και τα αμυγδαλάκια μέσα στα γραφόμενα σου, γούρλωνε τα μάτια της έκπληκτη και τα υπογράμμιζε και ας κόντεψε μια δυο φορές "να σπάσει" δόντι. Χαλάλι σου!!!! "Ναι λουκουμάκι σίγουρα",  αναφώνησε και άρχισε να χοροπηδάει από τον πόνο γιατί η άκρη από την καυτή πλάκα ακούμπησε το δάχτυλο της.

Και όσο ικανοποιημένη με το μενού του αλλιώτικου αυτού δείπνου, άπλωνε ένα σεντόνι πάνω στην σιδερώστρα, τόλμησε να αναρωτηθεί "άραγε αν ποτέ κανένας με περιλάμβανε και εμένα σε ένα τέτοιο δείπνο, τι θα ήμουν εγώ;"  "Το φτηνό αναψυκτικό για την χώνεψη θα ήσουν αλαφροϊσκιωτη!!! Εύπεπτη, γευστικά προσωρινά ευχάριστη, μη απαραίτητη για ένα καλό δείπνο, και φυσικά χρήσιμη μέχρι το ανθρακικό να ξεθυμάνει!  Αυτό θα ήσουν ιερόσυλη που τόλμησες να παρομοιάσεις τον Καζαντζάκη με μουσακά και θες να μπεις και ανάμεσα τους στο τραπέζι!!!  Σιδέρωνε εκεί πέρα τρομάρα σου, που ούτε και αυτό δεν κάνεις σωστά!!!!! Και τράβα φτιάξε κανέναν κανονικό μουσακά που με την τρέλα σου πάλι νηστικούς θα τους αφήσεις!"  την μάλωσε η συνείδηση της και με χαμηλωμένο το κεφάλι, λυπημένη, συνέχισε να σιδερώνει χωρίς άλλες σκέψεις το πέμπτο σώβρακο μινιατούρα του γιου της. Γιαυτό το σιχαινόταν το σίδερο... Γιαυτό! _

Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2016

Τα τρία μαξιλάρια


Σε γενικές γραμμές την έλεγες καλόβολο πλάσμα. Οι παραξενίες της δεν ήταν αριθμητικά, ούτε περισσότερες, ούτε λιγότερες από αυτές ενός μέσου ανθρώπου. Και η αλήθεια ήταν πως πάντα πάλευε να τις διορθώσει,  άλλοτε με επιτυχία, άλλοτε πάλι όχι. Μια μόνο εμμονή /συνήθεια δεν πάλεψε ποτέ να αλλάξει και αυτή αφορούσε το πρωτόκολλο του ύπνου...

Για να κοιμηθεί έπρεπε απαραίτητα στο κρεβάτι να υπάρχουν τρία μαξιλάρια και όταν λέμε τρία μαξιλάρια, εννοούμε τρία μαξιλάρια μόνο για εκείνη. Όσες φορές και αν προσπάθησε να θυμηθεί ποτέ απέκτησε αυτό το παράδοξο χούι, απέτυχε οικτρά...Όσο θυμόταν τον εαυτό της πάντα με τρία μαξιλάρια κοιμόταν.

Κάποιοι το θεωρούσαν μια μορφή διαστροφής, εκείνη από την άλλη το θεωρούσε απλή ιδιοτροπία. Άλλωστε καθημερινά γνώριζε ανθρώπους με διαφορά "φετίχ" ύπνου.  Ένας φίλος της δεν μπορουσε να κοιμηθεί αν υπήρχε ρολόι μέσα στο δωμάτιο. Λες και το τικ τακ των δευτερολέπτων τρυπούσε τον εγκέφαλο του. Μια άλλη γνωστή της πάλι ήθελε απόλυτο σκοτάδι, λες και ήταν νυχτερίδα. Ακόμα και μια αχτίδα φωτός να περνούσε από τις γρύλιες, το μάτι της άνοιγε αυτόματα.  Μια ξαδέλφη της για να κοιμηθεί έπρεπε να τρίβει τη γωνία μιας μαξιλαροθήκης. Στα χρόνια οι τρύπιες μαξιλαροθήκες γέμιζαν μπαούλο. Και η λίστα δεν είχε τελειωμό. Άλλοι θέλανε σκληρό στρώμα,  άλλοι μαλακό, άλλοι απόλυτη ησυχία, άλλοι μουσική, άλλοι κάποιον άλλο άνθρωπο δίπλα τους και άλλοι αδυνατούσαν να κοιμηθούν παρουσία άλλου. Λίγο πολύ λοιπόν όλοι είχαν μια μικρή προϋπόθεση ύπνου. Γιατί η δική της να είναι η πλέον παράλογη? Όχι μια χαρά νορμάλ παράνοια ήταν γιαυτό και δεν προσπάθησε ποτέ να την αλλάξει. Και όταν κάποιος την ρωτούσε έκπληκτος, γιατί τρία και όχι δύο ή τέσσερα? Εκείνη απαντούσε με φυσικότητα, πως τα μονά νούμερα πάντα έκρυβαν μεγαλύτερη μαγεία και πως το το ένα ήταν λίγο και το πέντε πολύ...

Γιατί είχε και αυτή την εμμονή με τους μονούς αριθμούς. Για έναν επίσης περίεργο λόγο  τους θεωρούσε ανώτερους των ζυγών. Έφτασε έτσι στα εξήντα τρία με μονό αριθμό κυκλοφορίας αυτοκινήτου, μονό τηλεφωνικό αριθμό,  μονό αριθμό παιδιών και φυσικά σταθερά τρία μαξιλάρια από τη δική της μεριά του κρεβατιού.

"Ρε γυναίκα κάθε βράδυ εδώ και τριάντα χρόνια τα τακτοποιείς τριγύρω σου και κάθε πρωί ξυπνάς με μονό το ένα... Απορώ δεν βαρέθηκες ???" την ρώτησε ένα βραδυ ο άντρας της και εκείνη τον στραβοκοίταξε ενοχλημένη.
"Όχι δεν βαρέθηκα! Λες και με γνώρισες χτες κάνεις..."  του είπε και ξάπλωσε σβήνοντας το πορτατίφ στο κομοδίνο της.
"Μα να έλεγα πως μένουν και τα τρία τη νύχτα στο κρεβάτι να το αποδεχτώ. Χτες το βράδυ το ένα το είχες πετάξει πάνω στο κεφάλι μου. Ασφυξία θα πάθω καμία ώρα..."  συνέχισε εκείνος την κρεβατομουρμούρα.
"Τι θες καλέ μου άνθρωπε νυχτιάτικα ???? Τόσα χρόνια μετά,  τώρα στα γεράματα βρήκες να ενοχληθείς???" είπε αναστενάζοντας εκείνη.
"Πάντα μου την έσπαγε που για να σε φτάσω έπρεπε να διασχίσω τις συμπληγάδες πέτρες από πούπουλα που σε περιτριγύριζαν. Όλες οι προσωπικές μας στιγμές περιλαμβάνουν εικόνες με μαξιλάρια που φύτρωναν εκεί που δεν τα έσπερναν. Αλλά όπως λες συνήθισα. Αυτό ρε γυναίκα που δεν συνηθίζεται όμως με τίποτα, είναι το μόνιμο άγχος μην μου έρθει κάνα μαξιλάρι κατακέφαλα, όπως τα εκσφενδονίζεις καμία φορά προς όλες τις κατευθύνσεις στον ύπνο σου. Και λογικό βρε μάτια μου, τρία μαξιλάρια για έναν άνθρωπο είναι πολλά... Σιγά μην μείνουν στη θέση τους." παραπονέθηκε εκείνος πιο γλυκά αυτή τη φορά.
"Θες να πάω στο παιδικό να κοιμάμαι ??? Δεν έχω πρόβλημα!" πρότεινε εκείνη και αυτός την κοίταξε σαν δαρμένο σκυλί.
"Από τότε που παντρευτήκαμε δεν κοιμηθήκαμε ένα βράδυ χωριά...και τώρα μου λες ότι βάζεις τα μαξιλάρια πάνω από μένα ??? Εξήγησε μου τουλάχιστον τον λόγο να καταλάβω..."
"Αχ μεγαλόχαρη, άυπνοι θα μείνουμε απόψε με τη μύγα που τον τσίμπησε...Δεν υπάρχει λόγος συγκεκριμένος. Απλα έτσι είμαι, έχω αυτή την παραξενιά και δεν στο έκρυψα από την αρχή. Πως εσύ για να πας τουαλέτα το πρωί διαβάζεις τις ετικέτες των απορυπαντικών,  έτσι και εγώ για να με πάρει ο ύπνος χρειάζομαι τρία μαξιλάρια που κατά τη διάρκεια της νύχτας καταλήγουν όπου βρουν. Απλά τα πράγματα!"ούρλιαξε απελπισμένη από την απροειδοποίητη συζυγική απόπειρα προπαγάνδας.
"Καλά βρε κορίτσι μου, μην φωνάζεις. Ορίστε κλείνω και εγώ το φως να κοιμηθούμε "  είπε και γύρισε πλευρό. Εκείνης όμως η νύστα είχε κάνει φτερά... Πάντα έτσι ήταν ορθολογιστής. Και πάντα αυτό την εκνεύριζε περισσότερο. Το αποτέλεσμα έπρεπε πάντα να έχει μια αιτία για εκείνον ...Αν δεν έβρισκε την αιτία μπορούσε να πέσει μέχρι και σε κατάθλιψη.
"Κοιμάσαι ???"
"Γιατί έχεις όρεξη για τίποτα πονηρό??"
"Θα την φας την μαξιλαριά και εκούσια!! Άλλο θέλω να σου πω.."
"Για πες..."
"Ξέρεις γιατί θέλω τρία μαξιλάρια?? Γιατί κάθε βράδυ δεν πέφτω μόνη μου για ύπνο."
"Για νέο μου το λες?  Μαζί μου πέφτεις. Αλλά εγώ έχω το δικό μου μαξιλάρι όπως βλέπεις"
"Σώπα και άκου! Κάθε βράδυ πέφτω για ύπνο μαζί με τους φόβους και τις ελπίδες μου. Για να κοιμηθώ λοιπόν πρέπει να κοιμηθούν και αυτά.  Στο ένα μαξιλάρι ξαπλώνω εγώ και στα άλλα δύο κοιμίζω φόβους και ελπίδες για να μην με κρατάνε ξάγρυπνη. Όταν εγώ πλέον κοιμηθώ φυσικά και κάνουν ότι γουστάρουν αλλά δεν με νοιάζει μιας και πλέον κοιμάμαι... Και φυσικά δεν μπορείς να βάλεις φόβους και ελπίδες μαζί στο ίδιο μαξιλάρι.. .θα αλληλοσκοτωθούν. Και εγώ δεν θέλω να τα ξεπαστρέψω. Ανόητη δεν είμαι, ξέρω πως τα χρειάζομαι και τα δύο για να συνεχίσω να ζω. Λίγο να με αφήνουν ήσυχη θέλω για να αποκοιμηθώ. Κατάλαβες τώρα???" είπε μέσα στο σκοτάδι και εκείνος ένιωσε συγκίνηση και αγάπη για τη σοφή γυναίκα του. Ναι ακόμα και η παραξενιά της ήταν όμορφη όπως την εξηγούσε, κατέληξε και άπλωσε το χέρι του να πιάσει το δικό της.   Αλλά αντί για το χέρι της έπιασε ένα μαξιλάρι και αμέσως μετά άκουσε την ήρεμη ανάσα της που πρόδιδε πως είχε αποκοιμηθεί. Ωραία όλα αυτά τα ποιητικά αλλά πάλι με το μαξιλάρι στο χέρι είχε μείνει!,  σκέφτηκε και χολωμένος ξαναγύρισε πλευρό._

Παρασκευή 7 Οκτωβρίου 2016

Όχι ντροπή...εντροπία...



Ανάβω το τσιγάρο μου και αφηρημένα κοιτάζω έξω από το παράθυρο. Και όπως καθρεφτίζεται το είδωλο μου στο σκονισμένο τζάμι, δεν μπορώ να μην γελάσω με την γελοιότητα της εικόνας που βλέπω. "Πάρε εσύ τα χάδια, τα γυμνά σκοτάδια τα πρωτότυπα και άσε εδώ για μένα, κάτι στοιχειωμένα σ αγαπώ, σ αγαπώ, σ αγαπώ, καρδιά μου, στερεότυπα μου..." φωνάζει η Γαλάνη από τα ηχεία και έχει τόσο δίκιο. Μες τα στερεότυπα σε όλα μου. Καμία πρωτοτυπία.. Γιατί στον κινηματογράφο η ηρωίδα όταν το κάνει, έχει άλλη απόχρωση από αυτή που έχω εγώ; Γιατί εκείνης ο ρεμβασμός έχει πολύχρωμη αύρα και όχι αυτή τη μουντή, παθητική, γκρίζα που έχει η δική μου; Ίσως γιατί ο σκηνοθέτης της αληθινής ζωής δεν είναι τόσο ποιητικός. Ίσως γιατί απλά δεν είμαι γεννημένη ηρωίδα.

Συνειρμοί... Το χειρότερο παιχνίδι που μου παίζει το μυαλό μου. Η μεγαλύτερη παγίδα που μου κρύβει και όλο τρικλοποδιές μου βάζει. Από αλλού ξεκινάω μια σκέψη και αλλού καταλήγω. Ποτέ μου δεν μπόρεσα να το ελέγξω. Και ώρες ώρες με τρελαίνει. Βιβλίο, σχολείο,  φυσική, θερμοδυναμική, εντροπία...εντροπία...εντροπία μου φωνάζει εδώ και ώρες, λες και κόλλησε η βελόνα. Και αρχίζω τις ανασκαφές στις μνήμες να βρω τον λόγο. Και είναι το φτυάρι μου σπασμένο και το χώμα σκληρό. Και δυσκολεύομαι. Δυσκολεύομαι να ξεθάψω τον λόγο που το μυαλό μου επιμένει να πηδάει από την εντροπία στον έρωτα. Κι όμως βλέποντας μέσα από το τούνελ του χρόνου, ένας όρος της φυσικής  είναι δεμένος  χειροπόδαρα με ένα συναίσθημα. Γιατί όμως;  Πρέπει απόψε να βρω το γιατί. Το χρειάζομαι αυτό το γιατί...

"Τι λάθος κάνω;" ρωτάει τώρα ο Χαρούλης από τα ηχεία. Και καταλαβαίνω ότι κάτι κάνω λάθος. Πετάω το τσιγάρο και τρέχω στο υπόγειο. Και αφήνω τις ανασκαφές του μυαλού και ξεκινάω τις ανασκαφές σε κούτες. Δεν μπορεί κάπου εδώ θα το έχω. Δεν μπορεί να το έχω πετάξει. Εδώ δεν πέταξα άλλα και άλλα. Αυτό αποκλείεται να το πέταξα. Και το βρίσκω επιτέλους και κάθομαι στο πάτωμα και αρχίζω να διαβάζω. Κλειστό σύστημα, πρώτος θερμοδυναμικός νόμος,  δεύτερος θερμοδυναμικός νόμος, εντροπία , μόρια, αταξία, λέξεις πλέον τόσο οικείες και ξένες ταυτόχρονα. Και αρχίζω να τραβάω, με δεκανίκι της σκουριασμένης μου μνήμης ένα σκονισμένο βιβλίο, από το παρελθόν πληροφορίες τσαλαπατημένες από την ενηλικίωση  και  τα κομμάτια του παζλ παίρνουν σιγά σιγά εικόνα.

Ο κόσμος μας μωρό μου ποτέ δεν θα είναι κλειστό σύστημα. Ορθάνοιχτο είναι και μπάζει από παντού. Αιμορραγεί από παντού. Διαρροές ενέργειας. "Έστω" λοιπόν... Έστω ότι θα καταφέρναμε να βουλώσουμε όλες τις τρύπες να μην μπάζει. Έστω ότι μπαίναμε σε γυάλα. Ναι, μην με κοιτάζεις με δυσπιστία, θα δεις που στο τέλος αυτό το "έστω" ήταν περιττό. Μπες λοιπόν μαζί μου στη γυάλα. Έλα μην φοβάσαι.

" Η ζωή μου σε τάξη , η καρδιά σε αταξία" βιάζεται να πει η Μποφίλιου από τα ηχεία και τη μαλώνω. Περίμενε Νατάσα, περίμενε θα φτάσω και εκεί... Ένα ψυχρό  σώμα εσύ, ένα θερμό σώμα εγώ, μέσα σε κλειστό σύστημα. Φωτιά εγώ, πάγος εσύ. Έλα μην το αρνείσαι. Έλα κοντά μου. Φέρε τα τακτικά διατεταγμένα μόρια σου κοντά μου. Ακίνητα είναι. Σταθερά και ακίνητα. Η ζωή σου σε τάξη είπαμε. Το νιώθεις; Αλλάζεις θερμοκρασία. Και εγώ αλλάζω. Η επαφή αλλάζει. Η επαφή μεταμορφώνει... Κινείται η θερμότητα από εμένα σε σένα. Κρυώνω εγώ, ζεσταίνεσαι εσύ. Υπομονή, υπομονή... Κλειστό το σύστημα σου θυμίζω, δεν θα χάσει κανένας μας από όλο αυτό. Ή μήπως θα χάσει; Και τρέμουμε πλέον και οι δύο ανεξέλεγκτα. Μην φοβάσαι σου λέω. Η ισορροπία είναι που κοντοζυγώνει. Πρώτος θερμοδυναμικός νόμος. Μην φοβάσαι, δεν θα χάσουμε. Δεν θα κερδίσουμε, αλλά δεν θα χάσουμε κιόλας. Εισπνοή, εκπνοή και φτάσαμε. Άκου την ηρεμία του συστήματος, τη νιώθεις; Εδώ όλη η ενέργεια, εδώ ανάμεσα μας, αλλά ανήμπορη πλέον να κινηθεί, ανήμπορη να παράγει πλέον έργο. "Γιατί όμως; Αφού είναι εδώ, γιατί πλέον είναι ανήμπορη;  Δεν είναι άδικο;" με ρωτάς..  Όχι δεν είναι μωρό μου. Κοίτα εντός σου. Κοίτα καλά. Η καρδιά σε αταξία πλέον, κινούνται άτακτα προς όλες τις κατευθύνσεις τα μόρια σου. Μεγάλωσε η εντροπία, μεγάλωσε και τα ελευθέρωσε. Αυτό είναι το τίμημα. Και σε ρωτάω: αξίζει; Και σου απαντάω εγώ πριν απαντήσεις, φυσικά και αξίζει ανόητε!!! Χαράμι το έργο και χαλάλι! Μα το Θεό χαλάλι το χαράμι.  Χαμένος; Κερδισμένος; Ιδέα δεν έχω, το μόνο σίγουρο αλλαγμένος. Ναι, αλλαγμένος μέσα σε ένα εικονικό, ανύπαρκτο, ανέφικτο, κλειστό σύστημα. Εσύ και εγώ. Μόνο εσύ και εγώ να μεγαλώνουμε την εντροπία, να τη θεριεύουμε!

Γιαυτό ούρλιαζε εδώ και ώρες το μυαλό μου εντροπία , εντροπία, εντροπία... Την αγαπούσα από τότε την εντροπία. Το γιατί δεν θυμόμουν. Τώρα το θυμάμαι! Τώρα μπορώ να την κλείσω πάλι μέσα στο βιβλίο της. "Ποτέ του δεν κατάφερε να βγει σε μια λιακάδα, και ζει με ότι περίσσεψε από ένα σκάρτο ποίημα" μου πετάει ο Βασιλάκης στη μούρη όσο ανάβω το επόμενο τσιγάρο. Ναι ρε Βασιλάκη, δίκιο έχεις. Τι θέλω και τα σκαλίζω; Άλλωστε κανένας δεν θα τα καταλάβει όλα αυτά τα παρανοϊκά. Πάλι τα ίδια θα έκανα, πάλι θα την έθαβα την "εντροπία" της νιότης μου. "Μα τι νόημα έχει το όνειρο χωρίς μικρές νοθείες;" Τέλος για απόψε. Νισάφι με το παρελθόν, νισάφι... 

Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2016

Το δωμάτιο με την γυάλινη οροφή...

 Όσο προσπαθώ επίμονα να σε θάψω βαθιά στο παρελθόν, τόσο σε αποζητά το "μέσα" μου. Και εκεί στην άκρη κάθεται η καταπιεσμένη  εφηβεία μου και κλαψουρίζει παρακαλώντας σε να "μπεις μέσα μου". Για μια φορά μόνο να μπεις μέσα μου... Αλήθεια; Παραμύθια;  Έχει σημασία;  Φυσικά και δεν έχει!  Στο είπα χίλιες φορές, το δικό μου το μυαλό σαλεμένο γεννήθηκε και μέσα στους λαβυρίνθους του κάνεις πολλά. Και το θέμα δεν είναι τι κάνεις εσύ, αλλά τι κάνω εγώ. Και εγώ μεταμορφώνομαι. Εγώ σε εκμεταλεύομαι σε κάθε επίπεδο και ω ναι το απολαμβάνω. Και σου το λέω με κάθε δυνατό τρόπο, αλλά επιλέγεις να μην ακούς ότι σε χρησιμοποιώ. Άσε λοιπόν τα χέρια μου που καίνε χειμώνα καλοκαίρι να σε κάψουν έστω και μέσα στο μυαλό μου. Γιατί ναι μπορεί να είναι δυο μικρά χέρια, αλλά οδοστρωτήρες γίνονται με το άγγιγμα τους. Δεν με πιστεύεις; Αυλάκια μπορούν να ανοίξουν πάνω στο σώμα σου. Και μέσα στα αυλάκια να ρέει ιδρώτας και πόθος και εγώ διψασμένη με τα χείλη μου προσεκτικά, να πιάνω κάθε σταγόνα και να μεθώ. Και σε κάθε λιγωμένο αναστεναγμό, σε κάθε μικρή γουλιά να σταματάει ο χρόνος. Δεν με έχεις ακούσει να αναστενάζω. Δεν θα με ακούσεις ποτέ να αναστενάζω... Καλύτερα έτσι. Σε εκείνο λοιπόν το δωμάτιο με την γυάλινη οροφή όλα διάφανα, όλα καθαρά, χωρίς πρέπει και δεν πρέπει, χωρίς την "πολυκοσμία" που μας περιβάλει. Μόνο εσύ και εγώ και απέξω νύχτα. Ναι νύχτα και ας είσαι άνθρωπος της μέρας. Κρύψου για λίγο μαζί μου στο σκοτάδι, κάνε μου το χατήρι... Και ύστερα βγες να ξεπλυθείς στον ήλιο σου διώχνοντας τα απομεινάρια. Το κάναμε άλλωστε και ένα άλλο βράδυ σε ένα λιγότερο ειδυλλιακό τοπίο από αυτό, θυμάσαι; Τότε με άφησες να σε τραβήξω στο σκοτάδι μου και ας με έβλεπες για πρώτη φορά.  Και ας σου ζήτησα να μην με αγγίξεις. Ναι εκεί με "κέρδισες" να ξέρεις. Όταν δέχτηκες να μην με αγγίξεις. Που να θυμάσαι όμως... Ο ρημάδης ο χρόνος όλα τα σβήνει σιγά σιγά. Την γεύση πήρε πρώτη, τους ήχους στην συνέχεια και τελευταία πήρε την μυρωδιά. Αυτή εκεί καρφωμένη να μην λέει να φύγει. Ώσπου στο τέλος λύγισε και χάθηκε και αυτή. Και απέμεινε μόνο η απορία. Αλήθεια; Παραμύθια; Έχει σημασία; Άσε με λοιπόν κάτω από τη γυάλινη οροφή, με το φεγγάρι για λάμπα, να σε κοιτάξω κατάματα και να σου χαμογελάσω με αμηχανία. Και άσε με να πιάσω τους καρπούς των χεριών σου. Άσε με να γείρω ελαφρά προς το μέρος σου και άσε με να ιχνηλατήσω αργά τη διαδρομή μέχρι τους ώμους σου. Και ύστερα άσε με να πάρω τα χέρια σου και να τα βάλω στον λαιμό μου. Αν τα ελέγχω εγώ τα χέρια σου τότε όλα θα είναι πιο εύκολα. Εύφλεκτο υλικό το δέρμα μου δυστυχώς. Και φίλα με!  Κόψε μου την ανάσα! Κόψε την παροχή οξυγόνου! Δεν καίει λεν φωτιά χωρίς οξυγόνο. Μαλακίες! Μια χαρά καίει. Και κάνε το φιλί να μοιάζει με θάνατο. Γιατί μπορείς να το κάνεις αυτό στο βεβαιώνω. Ναι βραχυκυκλώνω όταν ο εγκέφαλος  μου δεν παίρνει οξυγόνο. Και είναι η πιο λυτρωτική αίσθηση αυτή να σταματάς το δικό μου το μυαλό από την υπερλειτουργία του. Και όσο απελπισμένη θα προσπαθώ να ξεκολλήσω από πάνω σου, μην με αφήσεις... Αυτή τη φορά μην με αφήσεις χαζέ! Σφίξε με περισσότερο και κομμάτια θα γίνω, λες και είμαι και εγώ γυάλινη σαν την οροφή. Γιατί ναι σε αυτό είχες ένα δίκιο, το ορίζω από το ικετεύω ελάχιστα αγγίγματα απέχουν, ελάχιστες κοφτές ανάσες.. Και μόνη μου παραζαλισμένη θα σου ελευθερώσω κομμάτια σάρκας. Γιατί μέσα στο δωμάτιο με τη γυάλινη οροφή είμαστε μόνο εσύ και εγώ και ακόμα και οι ανασφάλειες μου, κλειδωμένες είναι απέξω. Και καθώς κάθε ρούχο  θα φεύγει θυσία στη νύχτα , μην σταματάς να με αγγίζεις. Και κλείσε με γυμνή μέσα στην δική σου γυμνή αγκαλιά και άσε τα σώματα να κουμπώσουν με τον μοναδικό τρόπο που κουμπώνουν ακόμα και τα πιο αταίριαστα. Το νιώθεις; Δεν είναι το τρέμουλο δισταγμός. Αδημονία λέγεται και πλέον κυλάει σε κάθε κύτταρο. Και να θες να κρυφτείς το σώμα σου σε προδίδει. Και δεν προδίδει μόνο εσάς τους άντρες. Δεν μπορεί να μην το νιώθεις. Άγγιξε τα σωστά σημεία και θα πάρεις την μεγαλοπρεπή επιβεβαίωση σου πως πλέον όλα πάνω μου ικετεύουν. Μα γιατί διστάζεις; Ακόμα δεν είσαι σίγουρος; Άσε με τότε να χαράξω διαδρομή μέχρι το αυτί σου και άσε με να στο ψιθυρίσω. Πρώτη προσπάθεια και πνίγονται οι λέξεις σε μικρά φιλιά. Δεύτερη προσπάθεια και τις κόβει ένας λυγμός. Τρίτη προσπάθεια  και επιτέλους κατάφερα να τις ξεστομίσω. Και πλέον γελάει η δική σου ματαιοδοξία, σχεδόν με ξεκουφαίνει αλλά δεν με νοιάζει. Μέσα από το δωμάτιο με την γυάλινη οροφή  κανένας δεν θα βγει νικητής ή χαμένος. Και θέλω να σε βασανίσω. Αλήθεια το θέλω. Θέλω να σε κάνω να το ζητάς εσύ αντί για μένα, αλλά το έσκασε και ο εγωισμός από το παράθυρο μαζί με τις ανασφάλειες και άντε να βγω στο κρύο να τον μαζέψω. Και είναι τόσο ζεστά έτσι όπως είμαι γυμνή κολλημένη πάνω σου. Ποιος τον χέζει τον εγωισμό! Και σε καθίζω γλυκέ μου Γολιάθ στην άκρη του κρεβατιού ανυπόμονα και πριν προλάβεις να καταλάβεις τι ετοιμάζω, πλέον δεν ικευτεύω. Πλέον απαιτώ και παίρνω! Πλέον δεν σε παρακαλώ να μπεις μέσα μου. Πλέον μόνη μου τυλίγοντας σφιχτά τα πόδια μου γύρω σου σε καλωσορίζω εντός μου. Το νιώθεις; Εσοχή προεξοχή σε πλήρη αρμονία κάτω από το φεγγάρι. Μείνε ακίνητος! Γιαυτό σε σφίγγω. Μην κουνιέσαι. Νιώσε για λίγα δευτερόλεπτα πως συσπώνται οι μυς από το κούμπωμα. Αλήθεια, αντανακλαστικά γίνεται. Το ξένο σώμα προσπαθεί να γίνει ένα με τον υποδοχέα. Και εκείνος αντιδρά. Ανόητε υποδοχέα, χαμένος κόπος, άδικα παλεύεις. Μην με κοιτάς στα μάτια, μην με φιλάς, μη σου λέω..Ορίστε χαλάρωσα τα πόδια μου. Σε ελευθέρωσα. Δικό σου το παιχνίδι, πάντα δικό σας ήταν άλλωστε. Άσε με μόνο, ναι αυτό, άσε με έτσι καθισμένη πάνω σου και δώσε εσύ ρυθμό. Μην ανησυχείς θα σε προφτάσω. Αυτοαναφλεγόμενο σου θυμίζω. Με ακούς; Ο ρυθμός της ανάσας μου στο αυτί σου με προδίδει. Με νιώθεις; Τα χέρια μου που σε σφίγγουν όλο και περισσότερο και οι μυς μου που συσπώνται ανεξέλεγκτα με προδίδουν. Με βλέπεις; Η έκφραση του προσώπου μου με προδίδει. Ποτέ μου δεν κατάλαβα πως μια γυναίκα μπορεί να το προσποιηθεί αυτό. Μάλλον μια γυναίκα που δεν το έχει νιώσει ποτέ στη ζωή της! Ποτέ μου δεν κατάλαβα πως μπορεί ένας άντρας να μην καταλάβει το ψέμα. Μάλλον ένας άντρας που δεν έχει δει τη συγκεκριμένη γυναίκα να τελειώνει αληθινά! Και όσο εγώ θα χάνομαι, γιατί με χάσιμο μοιάζει η αίσθηση, εκμεταλεύσου τον παραδομένο ξέπνοο υποδοχέα. Ναι κάνε το σου λέω! Μύθος και χίμαιρα ο συγχρονισμός, που δεν χωράει ούτε μέσα σε μια ουτοπία σαν αυτή. Έλα μωρό μου, είναι η δική μου σειρά τώρα,  μην μου το στερείς... Άσε τις δικές μου αισθήσεις να χορτάσουν από την δική σου ικανοποίηση. Τώρα εγώ σε ακούω, εγώ σε νιώθω, εγώ σε βλέπω. Και πες το μου. Πες το μου αφού ξέρεις πόσο αγαπάω τις λέξεις. Ναι ιδρωμένοι και αποκαμωμένοι,  εκεί στην γωνία του τεράστιου κρεβατιού που χρησιμοποιήσαμε μόνο την άκρη του,  κάτω από τη γυάλινη οροφή,  με λάμπα το φεγγάρι, θα κοιτάξω εγώ εσένα και εσύ εμένα. Και όσο θα γλιστράω μαλακά μακρυά σου αφήνοντας το οξυγόνο , τα ρούχα, την απόσταση, τα πρέπει και τα δεν πρέπει, τα χιλιόμετρα, τις ανασφάλειες να ορμήξουν και πάλι ανάμεσα μας θα σε ακούσω όσο κλείνω πίσω μου την πόρτα να λες. Αλήθεια; Παραμύθια; Έχει σημασία; Φυσικά και δεν έχει... _            

Πέμπτη 16 Ιουνίου 2016

Το πεπόνι


Όχι δεν ήταν άνθρωπος της υγιεινής διατροφής. Για την ακρίβεια δεν πλησίαζε σε τίποτα τον όρο υγιεινός τρόπος ζωής και ας ήξερε πως αυτό μπορεί στο μέλλον να το έβρισκε μπροστά της. Για να παρηγορεί την αδυναμία της αυτή, την βάφτιζε με διάφορα ονόματα στη συνείδηση της. Άλλοτε ήταν "παθιασμένη" με οτιδήποτε απαγορευμένο και βλαβερό , άλλοτε "εναλλακτικότερη" από τους εναλλακτικούς που την περιτριγύριζαν, αλλά τον περισσότερο καιρό ήταν απλά "απειθάρχητη". Και ενώ δεν μπορούσε να αγαπήσει καμία υγιεινή συνήθεια είτε αυτή λεγόταν άσκηση, είτε super foods που τόσο ήταν της μόδας, από μωρό είχε μόνο μια υγιεινή αγάπη που πλησίαζε τα όρια του πάθους και που για κακή της τύχη ήταν εποχική. Τους καλοκαιρινούς μήνες που τόσο μισούσε , γιατί ανάμεσα στα άλλα σιχαινόταν και την ζέστη, ένα πράγμα της έδινε χαρά. Ένα και μόνο ένα... Τα καλοκαιρινά φρούτα! Μπορούσε για τρεις μήνες να ζει μόνο με αυτά και ας ούρλιαζαν τα νέα άρθρα για μεταλλάξεις και ενέσιμες ορμόνες, και ας έσκιζαν οι διαιτολόγοι τα πτυχία τους για τη ζάχαρη που περιείχαν. Για εκείνη από όταν θυμόταν τον εαυτό της, καλοκαίρι σήμαινε την εποχή που το πάθος που γενικότερα την κυρίευε σε όλα, επιτέλους έμπαινε μέσα στα μονοπάτια του αποδεκτού.


Το ντελίριο ξεκινούσε μέσα Ιουνίου με ροδάκινα και πεπόνια, για να κάνει κρεσέντο με τα καρπούζια από μέσα Ιουλίου μέχρι μέσα Αυγούστου και να σβήσει γλυκά με τα σταφύλια στο τέλος του καλοκαιριού. Μάλιστα είχε αναπτύξει στα χρόνια ολόκληρη θεωρία για τον σωστό τρόπο επιλογής και ανάλωσης των καλοκαιρινών φρούτων, που πλέον τον ακολουθούσε με ευλάβεια. Τα ροδάκινα της άρεσαν γινωμένα, μαλακά και με την φλούδα. Τα καρπούζια πάλι αν ήταν ζαχαρωμένα την απογοήτευαν. Γιαυτό και από μέσα Αυγούστου τα αποχαιρετούσε με βαριά καρδία. Τα σταφύλια πάλι φυσικά τα ήθελε χωρίς κουκούτσια. Ποιος ανώμαλος άνθρωπος θα ήθελε κουκούτσια στο σταφύλι? Και μάλιστα τα σταφύλια τα ήθελε μαζί με γραβιέρα γλυκιά, Νάξου κατά προτίμηση. Όχι δεν ήταν ψευτογκουρμέ άνθρωπος. Απλά για έναν περίεργο λόγο ενώ σιχαινόταν την φέτα με το καρπούζι που τόσοι προτιμούσαν , το σταφύλι το ήθελε με γραβιέρα. Το μόνο για το οποίο ακόμα δεν είχε καταλήξει, και που αποτελούσε το μεγαλύτερο μυστήριο, ήταν το πεπόνι. Στο πεπόνι όσο και αν είχε προσπαθήσει να βρει ένα μοτίβο, τόσο στην επιλογή, όσο και στον τρόπο βρώσις, πάντα βρισκόταν προ εκπλήξεως. Το χτυπούσε ρυθμικά όπως το καρπούζι ελπίζοντας ο ήχος που θα επέστρεφε να της αποκαλύψει κάτι, αλλά μάταια...Το μύριζε και το χάιδευε όπως τα ροδάκινα, αλλά και πάλι τίποτα. Το κοιτούσε όπως τα σταφύλια με τις ώρες, που από το χρώμα τους πλέον ήξερε αν θα είναι νόστιμα και πάλι τίποτα. Κλειδωμένο μέσα στο περίβλημα του δεν της έδινε καμία πληροφορία και ακόμα και τη στιγμή που το έκοβε στην μέση παρέμενε ένα γοητευτικό μυστήριο. Ακόμα και αν το χρώμα του ήταν λαχταριστό, ακόμα και αν το άρωμα του ήταν μεθυστικό , ακόμα και αν η σάρκα του ήταν στο σωστό ποσοστό ωρίμανσης, η γεύση του πάντα ήταν έκπληξη. Άλλοτε οι υποσχέσεις που τις έδιναν οι άλλες αισθήσεις της επιβεβαιωνόντουσαν από εκείνη της γεύσης, άλλοτε πάλι είτε εκπλησσόταν ευχάριστα , είτε δυσάρεστα. Γιαυτό και το πεπόνι το έλεγε "έρωτα" γιατί όπως και ο έρωτας ποτέ δεν ήξερε τι θα της ξημέρωνε με δαύτο.


Εκείνος πάλι λάτρης των υγιεινών συνηθειών με μια μόνο δεν μπόρεσε ποτέ να πιαστεί χέρι χέρι .  Από μωρό ξερνούσε την φρουτόκρεμα στην μπλούζα της μάνας του σφραγίζοντας τα χείλι του αρνούμενος να δεχτεί δεύτερη μπουκιά. Και εκείνη η μάνα του, λουσμένη με τα πολτοποιημένα φρούτα, απεγνωσμένη και απογοητευμένη με το πείσμα του, δοκίμασε τα πάντα. Από φρουτόκρεμες σε βαζάκια , μπισκότα, επιπρόσθετη ζάχαρη μέσα στο μείγμα μέχρι και να ρίξει μπρόκολο που τόσο λάτρευε ο ανάποδος γιος της. Μάταια όμως ...όλα κατέληγαν στην μπλούζα και στα μαλλιά της. Ώσπου στο τέλος παραιτήθηκε της προσπάθειας, καθησυχασμένη από τον παιδίατρο πως το παιδί θα μεγάλωνε και χωρίς φρούτα. Και μεγάλωσε μια χαρά χωρίς φρούτα. 1.90 έγινε με άριστες διατροφικές συνήθειες κατά τ άλλα. Δεν κάπνιζε, έπινε μόνο όσο κοινωνικά απαιτούσαν οι παρέες και αθλούταν, όχι με υπερβολές και γυμναστήρια, αλλά με έναν ειλικρινή τρόπο που του είχε χαρίσει στα τριανταπέντε του χρόνια ένα εύρωστο, υγιέςγήινο σώμα.


Όταν το πεπόνι έτσι κύλησε στα πόδια του αντανακλαστικά του ήρθε να το κλωτσήσει σαν μπάλα αλλά δεν το έκανε. Αντ' αυτού έσκυψε και το έπιασε ελέγχοντας αν είχε ανοίξει σε κάποιο σημείο και αφού βεβαιώθηκε πως ήταν ατόφιο, αναζήτησε με τα μάτια του τον ιδιοκτήτη του για να το παραδώσει. Και εκεί στο υπόγειο πάρκινγκ του μεγάλου σούπερ μάρκετ την είδε πεσμένη στα τέσσερα να βρίζει και να μαζεύει τα ροδάκινα κάτω από ένα Toyota.


-To πεπόνι σου, είπε πλησιάζοντας την.

-Αει σιχτίρ βρε έρωτα και σε έψαχνα , είπε εκείνη αρπάζοντας το πεπόνι από τα χέρια του αγνοώντας το έκπληκτο ύφος του.

-Δεν μιλούσα σε σένα , στο πεπόνι μιλούσα, εξήγησε όταν συνειδητοποίησε πως ο άγνωστος άντρας την κοιτούσε σαν ούφο.

-Ευχαριστώ , συνέχισε τακτοποιώντας τα φρούτα μέσα στη πλαστική σακούλα και με μια κίνηση σηκώθηκε, γύρισε την πλάτη της και απομακρύνθηκε.


Για το υπόλοιπο της μέρας εκείνος προβληματισμένος σκεφτόταν ξανά και ξανά την γυναίκα που είχε αποκαλέσει έρωτα ένα πεπόνι. Αρχικά μονολογούσε όσο έβαζε μπροστά το αυτοκίνητο του, "που να σφίξουν και οι ζέστες" θεωρώντας την κάποια τρελή. Όσο οι ώρες όμως περνούσαν και το σκηνικό στο πάρκινγκ δεν έλεγε να ξεκολλήσει από το μυαλό του, η περιέργεια του είχε πλέον χτυπήσει κόκκινο. Και εντάξει δεν τον εξέπληττε η αγάπη κάποιου για τα φρούτα και ας μην την ενστερνιζόταν. Αλλά γιατί "έρωτας" το πεπόνι και όχι "λατρεία" για παράδειγμα...? Αποφασισμένος πως άκρη δεν θα έβγαζε όσο και αν το σκεφτόταν, το έχωσε στο πίσω μέρος του μυαλού του εκείνο το βράδυ και αποκοιμήθηκε.


Την επόμενη μέρα όμως το πεπόνι ξαναγύρισε στο προσκήνιο και κόλλησε σαν βδέλλα πάνω στις σκέψεις του. Έτσι αργά το απογευματάκι, αφού πέρασε από όλα τα σούπερ μάρκετ που χρησιμοποιούσαν το σύστημα παρακολούθησης της εταιρείας του και βεβαιώθηκε πως όλα δούλευαν ρολόι, αγόρασε ένα πεπόνι και επέστρεψε στο σπίτι του. Το έβαλε απέναντι του πάνω στο τραπέζι και το κοίταξε με δυσπιστία. Όμορφο δεν το έλεγες, νόστιμο για τα γούστα του σίγουρα όχι, το μόνο αδιαμφισβήτητο ήταν ότι ήταν στρογγυλό. Τελικά τον ίδιο τον είχε χτυπήσει η ζέστη, κατέληξε και πετώντας το πεπόνι στα σκουπίδια βγήκε για τρέξιμο παρά την ανυπόφορη ζέστη.


Και ίσως να το είχε ξεχάσει το φιλοσοφικό ερώτημα περί του πεπονιού αν δεν είχε μια κακή κρυφή συνήθεια. Την μόνη για την οποία δεν ήταν περήφανος και τη μόνη που προσπαθούσε χρόνια τώρα να κόψει χωρίς επιτυχία. Ηλεκτρολόγος μηχανικός του πολυτεχνείου, με όνειρα, βρέθηκε σε μια Ελλάδα της κρίσης να ψάχνει απεγνωσμένος για μια δουλειά, έστω και αμυδρά σχετική στο αντικείμενο του. Και τελικά είχε καταφέρει μετά από πολύ ψάξιμο και άπειρα βιογραφικά, να χωθεί πριν πέντε χρόνια, στην εταιρεία που δούλευε μέχρι και σήμερα. Αν την αγαπούσε τη δουλειά του? Φυσικά και όχι. Καμία σχέση δεν είχε με αυτά που ήλπιζε όταν σπούδαζε. Εκείνος με την ρομποτική ήθελε να ασχοληθεί αλλά αρχίδια μάντολες..... ο τομέας στην Ελλάδα ήταν σχεδόν ανύπαρκτος και η ανάγκη να γίνει οικονομικά ανεξάρτητος τόσο επιτακτική, που κατέληξε να ελέγχει οπτικοακουστικά μέσα ασφαλείας σε σούπερ μάρκετ. Εντάξει του πλήρωναν τον πτυχίο του τουλάχιστον, αλλά να το βράσει όταν το μεγαλύτερο μέρος της μέρας του γύριζε σαν πλασιέ από υποκατάστημα σε υποκατάστημα βάζοντας υπογραφές και ελέγχοντας κάμερες. Και για να αντέξει τη συνειδητοποίηση πως η ζωή του έτσι θα ήταν , ένα οχτάωρο μέσα στη μιζέρια και την επανάληψη, απέκτησε μια κακή συνήθεια δεκανίκι για να σπρώχνει τις μέρες. Έγινε "ματάκιας καλαθιών"... ένας περίεργος ηδονοβλεψίας του απόκρυφου περιεχομένου του καροτσιού ανυποψίαστων ανθρώπων. Και όσο και αν είχε προσπαθήσει να το κόψει, γιατί καταλάβαινε πως άγγιζε τα όρια του κοινωνικά αποδεκτού, πάντα λύγιζε. Ιδίως τις μέρες εκείνες που αναμνήσεις από τα νεανικά του όνειρα ερχόντουσαν σαν θύελλες και σάρωναν το μέσα του. Με τρόπο έστελνε τον υπάλληλο που δούλευε στις κάμερες για διάλειμμα και εστίαζε την μια κάμερα στο σημείο μπροστά στο ταμείο που σταματούσαν τα καρότσια. Αγνοώντας σε πρώτη φάση τον ιδιοκτήτη του καροτσιού παρατηρούσε με ευλάβεια το περιεχόμενο και αφού ανέλυε με το θετικό του μυαλό τα ψώνια σε κατηγορίες, ξεκινούσε το αγαπημένο του παιχνίδι. Επεξεργαζόταν τις πληροφορίες του περιεχομένου και σαν τζογαδόρος προσπαθούσε να μαντέψει την ηλικία ,το φύλο, την κοινωνική τάξη ακόμα και την οικογενειακή κατάσταση του ανθρώπου που όριζε το καρότσι/καλάθι. Και αφού κατέληγε, τότε μόνο τότε κοιτούσε τον άνθρωπο που συνόδευε τα ψώνια στο ταμείο. Τις φορές που είχε πέσει μέσα ήταν τέτοια η ικανοποίηση του, που σχεδόν πανηγύριζε κάθε κύτταρο του, κάνοντας τον υπάλληλο από τις κάμερες να απορεί τι μπορεί να είχε μεσολαβήσει στο μισάωρο διάλειμμα του για να μετατραπεί ο σκυθρωπός τυπικός ελεγκτής, στον πρόσχαρο κοινωνικό τύπο που του παρέδιδε το πόστο του πίσω.


Έτσι και εκείνη την Παρασκευή του Ιουνίου, αφού είχε ρίξει νωρίτερα ένα καβγά με την κοπέλα που έβγαινε τους τελευταίους μήνες και που αφορούσε τις επερχόμενες καλοκαιρινές διακοπές, έδιωξε τον Γιωργάκη για διάλειμμα και εστίασε σε ένα μισοάδειο καρότσι. Τα μισοάδεια καρότσια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση...λίγες οι πληροφορίες που έδιναν. Ώρα αιχμής και το μπροστινό καρότσι που άδειαζε ήδη στο κινούμενο ιμάντα αναστέναζε από το βάρος ξέχειλο. Αυτό του έδινε χρόνο μέχρι το αντικείμενο ανάλυσης να κινηθεί. Μια οδοντόβουρτσα μοβ χρώμα, σερβιέτες και ένα αποσμητικό για τις μασχάλες στη μια γωνία. Ευκολάκι σκέφτηκε. Γυναίκα σε αναπαραγωγική ηλικία και πιθανόν ελεύθερη μιας και τα είδη προσωπικής υγιεινής δεν πρόδιδαν ούτε οικογένεια, ούτε καν σύντροφο. Μια πολυσυσκευασία μακαρόνια δίπλα και δύο κονσέρβες ντομάτας τον μπέρδευαν λιγάκι. Άρα δεν ήταν κάποια έφηβη που είχε βγει για να αγοράσει τα απαραίτητα. Μαγείρευε....στοιχειωδώς όμως ... Φοιτήτρια ίσως? Παραδίπλα ένα ζευγάρι φτηνές πλαστικές σαγιονάρες. Σίγουρα όχι πλούσια αφού αγόραζε σαγιονάρες από εκεί... Και τότε πρόσεξε το πεπόνι. Τοποθετημένο με προσοχή μακρυά από τα υπόλοιπα αντικείμενα για να μην χτυπηθεί μαζί με μια σακούλα ροδάκινα. Δύσκολος ο σημερινός γρίφος... Φοιτήτρια και να αγοράζει φρούτα? Ξαναγύρισε στα προσωπικά είδη και κατέληξε πεισματικά πως μάλλον δεν ήταν φοιτήτρια. Μια φοιτήτρια θα είχε αγοράσει και ταμπόν... θα είχε πάρει το πιθανότερο μια ροζ οδοντόβουρτσα και το αποσμητικό για τις μασχάλες θα ήταν από εκείνα που διαφήμιζε πως δεν αφήνουν λεκέδες στα μαύρα ρούχα, όχι το συγκεκριμένο που ήταν στην αγορά πάνω από μια δεκαετία. Βιαστικά γιατί ο χρόνος κυλούσε, έβγαλε την ετυμηγορία του. Γυναίκα 25-35, μέτριας σωματικής διάπλασης (μακαρόνια και φρούτα η αλήθεια κάπου στη μέση θα ήταν) , μελαχρινή (οι ξανθιές πάντα αγαπούν το ροζ κομματάκι περισσότερο) 1,65 το πολύ (37 νούμερο οι σαγιονάρες αποκλείεται με τόσο μικρό πόδι να είναι ψηλότερη) και χαρακτήρας.... εκεί δεν είχε τίποτα να τον βοηθάει. Ένα γιαούρτι βρε αδελφέ ή έστω ένα γκότζι μπέρι να σε κατατάξω στις μοντέρνες, ένα βιβλίο έστω και από εκείνα τα φτηνά να σε κατατάξω στις κουλτουριάρες, έστω ένα κουτί προφυλακτικά να σε κατατάξω στις συνετές και συνάμα απελευθερωμένες, άντε μια σοκολάτα να σε θεωρήσω ανασφαλή . Ένα πεπόνι τι σκατά να μου πει για το χαρακτήρα σου ρε φίλη μου? Γιατί κάτι περίεργο έτρεχε με αυτό το πεπόνι που επέμενε να εμφανίζεται μπροστά του ξανά και ξανά. Και τότε το καρότσι κινήθηκε και κατάλαβε πως ο χρόνος του είχε τελειώσει. Κλείδωσε τις εικασίες του και έστρεψε την κάμερα στην ιδιοκτήτρια. Και έμεινε στήλη άλατος να κοιτάει την ίδια γυναίκα που μέρες πριν με ένα άλλο πεπόνι του είχε κλονίσει την σχέση του με τα φρούτα. Βιαστικά φώναξε από τα μεγάφωνα τον Γιωργάκη που με ένα μισοτελειωμένο σάντουιτς στο χέρι επέστρεψε πανικόβλητος. Και χωρίς να δώσει εξηγήσεις έτρεξε στο πάρκινγκ. "Απόψε θα μάθαινε γιατί το πεπόνι ήταν έρωτας ο κόσμος να γυρνούσε τούμπα!"


-Καλησπέρα

-Καλησπέρα

-Με θυμάσαι?

-Θα έπρεπε?

-Εγώ σε θυμάμαι όμως...

-Μπράβο σου!

-Μπορώ να σου πω μια στιγμή?

-Ποιος είσαι καλέ μου άνθρωπε και είμαι φορτωμένη? Σε ξέρω?

-Όχι ακριβώς... σου έπιασα το πεπόνι που σου έπεσε πριν μέρες εδώ στο πάρκινγκ.

-Α ναι. Και τι θες τώρα εύρετρα?

-Σχεδόν...

-Έχεις πολύ πλάκα, αλλά κάνει αφόρητη ζέστη και οι σακούλες μου κόβουν τα χέρια.

-Να σε βοηθήσω να τα πας μέχρι το αμάξι σου?

-Δεν έχω αυτοκίνητο. Εδώ παρακάτω μένω. Ευχαριστώ για την προσφορά , αλλά θα τα καταφέρω.

-Τότε να σε πάω σπίτι σου?

-Τώρα εσύ ή κανένας ανώμαλος είσαι ή μου κάνεις καμάκι μες τη ζέστη με τον πιο παρωχημένο και γλυκό τρόπο που μου έχουν κάνει τον τελευταίο καιρό...

-Σε διαβεβαιώ τίποτα από τα δύο. Μια απορία έχω και θέλω να μου την λύσεις....

-Φίλε μου, εδώ μέσα στις αναθυμιάσεις από τις εξατμίσεις δεν σκοπεύω να σου λύσω τίποτα. Εγώ σε αυτοκίνητο αγνώστου δεν μπαίνω και ας ζω γενικά ριψοκίνδυνα....Πάρε τις σακούλες λοιπόν και περπάτα, είπε και αφού του φόρτωσε τις σακούλες, άρχισε να προχωράει προς την έξοδο του πάρκινγκ. Και εκείνος άνοιξε το βήμα του να την προλάβει. Ναι μέσα είχε πέσει. Καστανή ήταν , γύρω στα τριάντα, κοντούλα και με μέτριο σωματότυπο. Κοιτώντας την ιδρωμένη της πλάτη άρχισε να παρατηρεί τα ρούχα που φορούσε. Σίγουρα όχι πλούσια. Λίγο η περιοχή που έμενε, λίγο τα ρούχα πρόδιδαν μια μικρομεσαία οικονομική κατάσταση όπως των περισσότερων Ελλήνων πλέον άλλωστε. Άραγε με τι να ασχολούταν...? Τα νύχια της δεν ήταν βαμμένα και όμως είχε έναν κόκκινο λεκέ από μπογιά στο δεξί της αγκώνα. Ζωγράφος αποκλείεται να ήταν, όπως επίσης και μπογιατζής. Βγαίνοντας στον καλοκαιρινό ήλιο που είχε αρχίσει να κατηφορίζει μετάνιωσε που δεν είχε προλάβει να πάρει να τα γυαλιά ηλίου του από το αυτοκίνητο. Μόλις η όραση του συνήθισε στο φως συνέχισε να επεξεργάζεται την πλάτη της γυναίκας που πλέον δεν του έλεγε τίποτα περισσότερο από όσα του είχε ήδη πει. Δέκα λεπτά αργότερα βρισκόντουσαν στο κατώφλι μιας πολυκατοικίας και στην σκιά της εισόδου, εκείνη πήρε τα ψώνια από τα χέρια του αφού σκούπισε τον ιδρώτα στο πρόσωπο της .

-Άντε ρίξε την απορία, του είπε βγάζοντας τα κλειδιά από το μικρό τσαντάκι της

-Τι έτσι? Ούτε ένα παγωμένο νερό δεν θα μου δώσεις? της αντιγύρισε χαμογελώντας. Για λίγα δευτερόλεπτα εκείνη τον κοίταξε διερευνητικά.

-Δεν γαμιέται. Άντε ανέβα, του είπε και άνοιξε την πόρτα τις εισόδου δίνοντας του και πάλι τις σακούλες με τα ψώνια. Δυο ορόφους πιο πάνω σταμάτησε ο ανελκυστήρας και εκείνη μπροστά εκείνος από πίσω μπήκαν μέσα στο μικρό παλιό διαμέρισμα. Εκείνη πήρε από τα χέρια του τις σακούλες και πάλι και προχώρησε προς την κουζίνα που ήταν ενιαία με ένα μικρό καθιστικό. Πριν κάνει οτιδήποτε άλλο έβγαλε με προσοχή τα φρούτα και τα τοποθέτησε στο ψυγείο ενώ ταυτόχρονα του φώναξε

-Σόρρυ για την ακαταστασία αλλά κάνω κάτι αλλαγές στο σπίτι. Δεν περίμενα βλέπεις και επισκέψεις.

-Επιπλοποιός είσαι?? Βάφεις βλέπω ένα παλιό τραπεζάκι...

-Έχεις πλάκα , είναι γεγονός. Ναι είμαι επιπλοποιός και ζώ βάφοντας κόκκινα τραπεζάκια. Το επάγγελμα του μέλλοντος στην Ελλάδα του σήμερα! τον ειρωνεύτηκε δίνοντας του ένα ποτήρι παγωμένο νερό και επέστρεψε στην κουζίνα για να τακτοποιήσει τα υπόλοιπα ψώνια.

-Στο αυτοκίνητο δεν έμπαινες αλλά εδώ μέσα με άφησες να μπω... διαπίστωσε εκείνος ενώ επέστρεφε στην κουζίνα το άδειο πλέον ποτήρι.

-Σου είπα, ζω ριψοκίνδυνα. Άντε λέγε τώρα τι θες, γιατί στέγνωσε το πρώτο χέρι και πρέπει να περάσω το δεύτερο, του είπε και στράφηκε προς το μέρος του κοιτώντας τον στα μάτια ανυπόμονα

-Γιατί "έρωτας" το πεπόνι? ρώτησε με ειλικρίνεια και εκείνη έκανε ένα απροσδιόριστο μορφασμό.

-Μιλάς σοβαρά? Αυτή ήταν η απορία σου???

-Ναι, αυτή.... είπε εκείνος και κάθισε σε μια καρέκλα της κουζίνας.

-Τρως πεπόνια?τον ρώτησε και έβγαλε ένα ποτήρι από το ντουλάπι

-Η αλήθεια είναι πως δεν τρώω καθόλου φρούτα... απάντησε εκείνος κάνοντας την να γυρίσει ξανά προς το μέρος του

-Πλάκα μου κάνεις... Θα έπαιρνα όρκο πως τρέφεσαι αποκλειστικά με υγιεινά τρόφιμα... Τελικά δεν έκανε μόνο εκείνος εικασίες για εκείνη.

-Ναι , γενικά δεν είμαι φίλος της σαβουροφαγίας . Με τα φρούτα όμως έχω από παιδί σχέση μίσους.

-Μάλιστα....αυτό κάνει ακόμα δυσκολότερο να σου απαντήσω σε αυτό που ρώτησες και να καταλάβεις... Καφέ θες? Χρόνο έχεις? Αυτή η συζήτηση θα πάρει περισσότερο από όσο νόμιζα...

-Και το τραπεζάκι?

-Αργότερα το τραπεζάκι..... άγγιξες ευαίσθητη χορδή..είπε αινιγματικά και έβγαλε ακόμα ένα ποτήρι από το ντουλάπι. Και έφτιαξε δύο παγωμένους καφέδες και βγήκαν στο καταθλιπτικό στενό μπαλκονάκι που είχε μόνο δύο καρέκλες και ένα τασάκι στο πάτωμα.

-Τραπέζι δεν διαθέτει το κατάστημα μιας και είναι υπό ανακαίνιση. Βολέψου όπως μπορείς, είπε και έπιασε ένα πακέτο τσιγάρα από το πρεβάζι του παραθύρου.

-Θες? τον ρώτησε και εκείνος έκανε μια κίνηση άρνησης

-Μάλιστα....τρέφεσαι σωστά, δεν καπνίζεις, φαντάζομαι δεν πίνεις...Τι στραβό έχεις, δεν μου λες? Εκτός από το ότι δεν τρως φρούτα.

-Τόσο πολύ σου αρέσουν τα φρούτα?

-Παραδόξως όχι όλα .... μόνο τα καλοκαιρινά... είπε και άναψε το τσιγάρο της.

-Λοιπόν... θα μου πεις για το πεπόνι?

-Ρε λύσσα κακιά με το πεπόνι... Ας πούμε πως το πεπόνι είναι το πιο μυστηριώδες φρούτο για μένα. Και ως το πιο μυστηριώδες φρούτο, θέλοντας και μη, μοιάζει το γλυκό μου με το άλλο μεγάλο μυστήριο της ζωής, τον έρωτα.. Την πιάνεις την αλληγορία ή θες επεξηγήσεις? είπε και ρούφηξε μια γουλιά από το καφέ της ενώ ο ήλιος κρυβόταν οριστικά πίσω από την απέναντι πολυκατοικία.

-Την πιάνω, αλλά διαφωνώ...

-Σε ποιο σκέλος ? Στο ότι ο έρωτας είναι μυστήριο ή στο ότι το πεπόνι είναι μυστήριο?

-Και στα δύο....θυμίζει λίγο τη θεωρία ο αστυνόμος είναι όργανο, η κιθάρα είναι όργανο, άρα ο αστυνόμος είναι κιθάρα...

-Ο αστυνόμος όμως είναι όργανο και η κιθάρα επίσης είναι όργανο... εκεί δεν διαφωνείς με την αρχική δήλωση να υποθέσω, όπως κάνεις με τη δική μου αρχική δήλωση. Και άντε να δεχτώ πως δεν δέχεσαι πως το πεπόνι είναι μυστήριο. Το ότι δεν δέχεσαι ότι ο έρωτας είναι μυστήριο, αυτό φίλε μου να το κοιτάξεις...

-Εξαρτάται από το πως ορίζεις την έννοια του μυστηρίου... Τα μυστήρια υπάρχουν για να προσπαθείς να τα λύσεις και όταν αυτό συμβεί παύουν να είναι μυστήρια...

-Και θες να μου πεις πως εσύ έχεις λύσει το μυστήριου του έρωτα? Στο είπα πως έχεις και γαμώ τις πλάκες έτσι?

-Άσε τον έρωτα στην άκρη... Πες μου για το πεπόνι, αυτό με ενδιαφέρει περισσότερο..

-Και επιστρέψαμε πάλι στο πεπόνι. Αν έτρωγες από το ρημάδι θα μπορούσα να σου δείξω..

-Προσπάθησε...

-Ωραία, έλα μέσα , του είπε και σηκώθηκε μπαίνοντας και πάλι στην κουζίνα. Και εκείνος την ακολούθησε πειθήνια. Φτάνοντας στο ψυγείο το άνοιξε και έβγαλε από μέσα το πεπόνι ακουμπώντας το πάνω στο πάγκο.

-Το δοκίμασα ήδη αυτό... η οπτική παρατήρηση δεν προσέφερε πολλά και να το φάω αδύνατο αν δεν θες να ξεράσω πάνω σου, βιάστηκε να πει βλέποντας το

-Σκάσε και άκου. Κοιτώντας όπως είπες οι πληροφορίες που παίρνουμε είναι ελάχιστες, σωστά? Μυστήριο λοιπόν νούμερο ένα. Ας προσπαθήσουμε να λύσουμε αυτό το πρώτο μυστήριο είπε και έκοψε το πεπόνι στην μέση. Πες μου τι βλέπεις?

-Ένα πεπόνι κομμένο στη μέση.

-Ναι εκτός από το άκρως εμφανές. Περίγραψε το μου με περισσότερες λεπτομέρειες....

-Πράσινο κοντά στον φλοιό και πιο κιτρινωπό όσο πλησίαζε στο εσωτερικό.

-Σωστά , θετικό σε πρώτη φάση . Άρα σαν να μάθαμε κάτι για το πεπόνι το συγκεκριμένο. Τι άλλο?

-Τι άλλο?

-Σου μυρίζει?

-Όχι ιδιαίτερα..

-Και πάλι σωστά! Αρνητικό αυτό... σχεδόν καθόλου άρωμα.... Και τώρα που μας αποκάλυψε λίγα πράγματα για τον εαυτό του για πες μου θα είναι ένα νόστιμο πεπόνι ή ένα άνοστο?

-50-50 δεν έχω ιδέα...

-Άρα το μυστήριο παραμένει...

-Ναι αν όμως μύριζε όμορφα θα είχε λυθεί!

-Και όμως όχι! Είναι το μόνο φρούτο που καμία πληροφορία από αυτές που σου δίνει δεν σου εγγυάται πως θα είναι έτσι και στην πράξη. Και φτάνουμε στο μαγικό του συγκεκριμένου φρούτου. Δεν ξέρεις ποτέ αν τα φαινόμενα απατούν. Μυστήριο μέχρι τη στιγμή που θα το γευθείς. Και καμιά φορά μυστήριο ακόμα και όσο το γεύεσαι. Σε περνάει από μια περίεργη γευστική εμπειρία, αφήνοντας σε τις περισσότερες φορές να απορείς στο τέλος, αν ήταν καλό ή κακό.

-Τότε γιατί το τρως?

-Γιατί ακόμα και όταν δεν είναι τόσο γλυκό, το ρημάδι είναι δροσιστικό το καλοκαίρι! Άσε που αυτό το μυστήριο που το κυκλώνει το κάνει ακόμα πιο θελκτικό.

-Το αντιλαμβάνεσαι πως δεν βγάζεις νόημα έτσι? της είπε κοιτώντας την με δυσπιστία βέβαιος πως ήταν τελικά κάποια σαλεμένη. Και αγνοώντας το σχόλιο του έβγαλε ένα κουτάλι και καθάρισε το κέντρο από τα σπόρια. Και έβαλε το μισό πεπόνι μπροστά της στο τραπέζι και κλείνοντας τα μάτια έφαγε μια μεγάλη μπουκιά . Και ένα ηδονικό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλι της κάνοντας τον να ζηλέψει για πρώτη φορά άνθρωπο που έτρωγε φρούτο. Και όσο εκείνη κούφωνε έντεχνα το μισό πεπονάκι εκείνος δεν μπόρεσε να μην παραδεχτεί πως η εικόνα αυτή ήταν μακράν η πιο περίεργα ερεθιστική εικόνα που είχε καταγράψει ο εγκέφαλος του. Και όταν εκείνη τελείωσε και πέταξε τα απομεινάρια και το κουτάλι στο νεροχύτη εκείνος δεν άντεξε και την ρώτησε.

-Και λοιπόν? Ήταν καλό??? και εκείνη δεν του απάντησε με λόγια.Παρά σηκώθηκε, τον πλησίασε και σκύβοντας προς το μέρος του, τον φίλησε. Και άξαφνα όλα όσα του έλεγε νωρίτερα αποκτούσαν επιτέλους νόημα. Το φιλί της είχε γεύση πεπονιού και νικοτίνης και ενώ σιχαινόταν  απριόρι και τα δύο, για ένα περίεργο λόγο αυτή η γυναίκα, που ούτε το κέλυφος της του έδινε στοιχεία , ούτε καν το εσωτερικό του σπιτιού της, τώρα μέσω της γεύσης που ερχόταν σε σύγκρουση και σε ταύτιση με όλα τα παραπάνω, ανοιγόταν μπροστά του σαν ένα τεράστιο μυστήριο που ήθελε σαν τρελός να λύσει. Και όταν τα πρόσωπα τους ξεκόλλησαν εκείνος αναστέναξε παραδεχόμενος την ήττα του. Και εκείνη του χαμογέλασε θριαμβευτικά.

-Έρωτας λοιπόν το πεπόνι, αποδέχτηκε τραβώντας την πάλι πάνω του.

-Έρωτας... είπε εκείνη χαχανίζοντας

-Και δεν ξέρω ούτε το όνομα σου... είπε ενώ την ξαναφιλούσε βουτώντας στο μεγαλύτερο μυστήριο χωρίς αλεξίπτωτο. _

Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2016

Tο χιόνι





Η τηλεόραση και το ραδιόφωνο μιλούσαν για το μεγαλύτερο κύμα κακοκαιρίας που θα έπληττε την Ελλάδα τα τελευταία πενήντα χρόνια. Χιόνια ακόμα και στα ηπειρωτικά με πολικές θερμοκρασίες δήλωναν με στόμφο οι μετεωρολόγοι και όλοι έτρεχαν πανικόβλητοι να προμηθευτούν πετρέλαιο. Για μια χώρα λουσμένη συνεχώς στον ήλιο το μείον δύο φάνταζε πολική θερμοκρασία τι κι αν υπήρχαν χώρες στον κόσμο που για μήνες ζούσαν σε φυσιολογικούς ρυθμούς ακόμα και στους μείον σαράντα. Υπερβολική σε ομορφιά αυτή η χωρά , υπερβολική και στις αντιδράσεις της. Μόλις λίγες νιφάδες έπεφταν παρέλυαν τα πάντα. Σχολεία έκλειναν, υπηρεσίες υπολειτουργούσαν και όλοι έτρεχαν σαν παιδιά να βγάλουν φωτογραφίες με λευκό φόντο για να τις ανεβάσουν σε instagram και facebook.
Εκείνη τους δικαιολογούσε όμως την υπερβολή, ίσως επειδή και αυτή στη ζωή της χιόνι που να μην το έχει κυνηγήσει παίρνοντας τα όρη και τα βουνά,  είχε δει μετρημένες φορές. Γιαυτό και κάθε φορά που το σπάνιο αυτό καιρικό φαινόμενο έκανε την εμφάνιση του στη γειτονιά της δεν μπορούσε να ξεκολλήσει το πρόσωπο της από το παράθυρο, κοιτάζοντας το μαγνητισμένη, λες και ο ουρανός δεν έστελνε παγωμένο νερό αλλά μαγεία βγαλμένη από παραμύθια. Τι κι αν ποτέ δεν το είχε στρώσει αρκετά για να μπορέσει να το πιάσει εκείνη εκστασιαζόταν και μόνο που το κοιτούσε και κάθε φορά ήλπιζε. "Δίπλα στη θάλασσα χιόνι δεν πιάνει καλή μου" της έλεγε ο ταλαίπωρος πατέρας της βλέποντας την να φοράει τα γάντια της ανυπόμονα περιμένοντας μπας και οι νιφάδες μείνουν ατόφιες στο έδαφος. Ακόμα θυμόταν πόσο  νευρίαζε όταν αποδεικνυόταν πόσο δίκιο είχε εκείνος  αναθεματίζοντας τη μοίρα της που  την ήθελε να μεγαλώνει σε μια από τις γειτονιές του Πειραιά και όχι σε κάποιο ορεινό βουνό. Και αν και τώρα που ενήλικας πια το είχε αποζητήσει, το είχε πιάσει, είχε παίξει μαζί του, ο καημός που αυτό γινόταν μόνο στα πλαίσια μιας εκδρομής ένιωθε να την βαραίνει. 
"Θα έχουμε χιόνια λένε από Κυριακή!" είπε μπαίνοντας στο δωμάτιο και το πρόσωπο της φωτίστηκε στην προσμονή
"Πάλι τις υπερβολές των μέσων πιστεύεις? Άντε να ρίξει καμία νιφάδα όπως την προηγούμενη φορά. Αμέσως έτοιμη να βγάλεις τα πέδιλα του σκι" την ειρωνεύτηκε  και συνέχισε να διαβάζει την εφημερίδα του.
"Όχι το νιώθω αυτή τη φορά θα ρίξει!!" επέμενε εκείνη σαν πεισματάρικο παιδί
"Αχ βρε Αλίκη μου απορώ με την εμμονή σου με δαύτο. Από παιδί λύσσαγες να χιονίσει και κάθε φορά απογοητευόσουν. Τι το θες το ρημάδι...άκου τον πατέρα σου μόνο προβλήματα φέρνει ειδικά σε εμάς που δεν είμαστε και μαθημένοι" είπε και αυτή τη φορά η φωνή του δεν έκρυβε ειρωνεία αλλά τη γνωστή γλύκα που με εκείνη κατάφερνε να παίρνει μακριά ακόμα και τον πόνο από τα γδαρμένα της γόνατα. 
"Καλά ρε μπαμπά. Άσε την εφημερίδα τώρα και πες μου. Εσύ τι κάνεις? Πως είσαι? Η κυρία Ευθυμία μου είπε πως δεν κατεβαίνεις να παίξεις τάβλι πια κάτω. Είσαι καλά? Νιώθεις αδιάθετος?" τον ρώτησε με ανησυχία.
"Η Ευθυμία να κοιτάει τη δουλειά της! Μια χαρά είμαι παιδί μου και αν δεν κατεβαίνω κάτω είναι γιατί τσακώθηκα με τον Χαρίλαο που με έκλεβε στο τάβλι. Αλλά η Ευθυμία αυτό δεν στο είπε γιατί τον γλυκοιτάζει βλέπεις τον Χαρίλαο. Συνταξιούχος του ΝΑΤ τρομάρα του μας έχει ζαλίσει με τα ταξίδια του και τις Βραζιλιάνες του. Και αυτή η Ευθυμία τον κοιτάζει που μας διηγείται ότι του κατεβεί στο κεφάλι και λιγώνεται η ευκολόπιστη. Και δεν φτάνει που μας έχει φλομώσει στην παραμύθα άρχισε να με κλέβει και στο τάβλι! Ε αυτό πάει πολύ ρε Αλικάκι. Γέρος είμαι όχι κανένας ξεκούτης!" είπε θυμωμένος και από την ταραχή του δίπλωσε στραβά την εφημερίδα και την πέταξε στο τραπεζάκι δίπλα στην πολυθρόνα.
"Βρε μπαμπά αν δεν περνάς τόσο καλά εδώ έλα να μείνεις μαζί μου. Εγώ από την αρχή δεν ήθελα να έρθεις να μείνεις εδώ αλλά δεν μου άφησες και επιλογή." διαμαρτυρήθηκε και άρχισε να συμμαζεύει το ήδη συγυρισμένο δωμάτιο.
"Αλίκη μην ξαναλέμε τα ίδια. Δεν με πέταξες στο γεροκομείο. Μόνος μου το αποφάσισα και εσύ απλά σεβάστηκες την επιλογή μου όπως εγώ σέβομαι και ας μην κατανοώ τη δική σου να μένεις ελεύθερη ακόμα και ας πάτησες τα 35...."
"Μπαμπά!!!! Δεν είναι το ίδιο και το ξέρεις αλλά δεν θα τσακωθούμε πάλι γιαυτό το θέμα. Εγώ θέλω να είσαι καλά. Από τότε που χάσαμε τη μαμά...."
"Από τότε που χάσαμε τη μαμά πάνε δέκα χρόνια Αλίκη. Και εγώ μια χαρά είμαι εδώ. Σιγά μην αφήσω τον βλάκα τον Χαρίλαο και την σακαφιόρα  την Ευθυμία να μου χαλάσουν τη διάθεση. Απλά για λίγες μέρες δεν θα κατεβαίνω στο σαλόνι μέχρι να μου περάσει. Εσύ όμως... εσύ παιδί μου πότε θα προχωρήσεις μπροστά? Σφάλαμε με τη μάνα σου που δεν κάναμε και άλλο παιδί. Αν είχες έναν αδελφό, μια αδελφή ίσως να ήταν αλλιώς. Μεγαλώνω παιδί μου... Θα φύγω κάποια στιγμή και εγώ και τι θα κάνεις τότε??? Αν είχες δική σου οικογένεια..."
"'Άντε πάλι τα ίδια... άρε κόλλημα που έχεις φάει να παντρευτώ. Και αφού άρχισε πάλι το ψηστήρι για γάμους και εγγόνια βεβαιώθηκα ότι είσαι μια χαρά και φεύγω  γιατί είμαι σκαστή από τη δουλειά. Θα ξανα περάσω την Κυριακή. Θα σου φέρω και καραμέλες μέντες που σου αρέσουν και καινούρια σταυρόλεξ,  και που ξέρεις ίσως να παίξουμε και χιονοπόλεμο" είπε  κλείνοντας του το μάτι τσαχπίνικα. Φόρεσε το παλτό της βιαστικά και αφού τον φίλησε τρυφερά στην καράφλα του που μύριζε κολόνια λεμόνι,  βγήκε από το δωμάτιο αναστενάζοντας. 

Τον αγαπούσε υπερβολικά αλλά αυτή του την γκρίνια δεν την άντεχε με τίποτα. Κάθε φορά που τον έβλεπε πάντα κατάφερνε η συζήτηση να καταλήξει εκεί, στο αγαπημένο του θέμα.  Εντάξει το ήξερε πως ανησυχούσε για εκείνη αλλά δεν σκόπευε να παντρευτεί για να τον λυτρώσει από το άγχος του τι θα απογίνει εκείνη αν κάτι πάθαινε αυτός. Ότι φοβόταν , φοβόταν. Όχι όμως ότι θα έμενε ολομόναχη και ανυπεράσπιστη. Φοβόταν ότι όταν θα έχανε και εκείνον θα έχανε για πάντα ένα ακόμα κομμάτι της , το μόνο κομμάτι της που την συνέδεε πλέον με τις ξένοιαστες και χαμογελαστές παιδικές αναμνήσεις της. Μπαίνοντας στο αυτοκίνητο και βάζοντας μπροστά κούνησε το κεφάλι της δεξιά αριστερά σαν να αρνιόταν να σκεφτεί άλλο δυσάρεστα πράγματα και χάθηκε μέσα στην κίνηση του δρόμου.

   Αργότερα την ίδια μέρα ξαπλωμένη γυμνή στο κρεββάτι κοιτώντας το ταβάνι και καπνίζοντας νωχελικά ένα τσιγάρο δεν μπορούσε να διώξει με τίποτα ένα περίεργο προαίσθημα που είχε κατσικωθεί μέσα της από την ώρα που είχε επισκεφτεί τον πατέρα της.
"Πέρασα από τον πατέρα μου σήμερα. Κάτι με έτρωγε και πετάχτηκα.."
"Καλά είναι ο μπάρμπα Μήτσος?"
"Καλά μου φάνηκε...άρχισε τα γνωστά του, με τσάντισε και έφυγα άρον άρον"
"Να του πεις πως με έχεις αστεφάνωτο τόσο καιρό και πως αν ζούσε η μάνα μου θα του την έστελνα να ζητήσει τα ρέστα!"
"Κόφτο... Κάτι δεν πάει καλά..."
"Τι βρε μωρό μου? Αφού λες πως ήταν μια χαρά ο άνθρωπος"
"Ναι αν εξαιρέσεις πως τσακώθηκε πάλι με τον Χαρίλαο...Αλλά δεν ξέρω έχω ένα προαίσθημα..."
"Αλικάκι ξεκόλλα κάθε τρεις και λίγο προαισθήματα έχεις έλεος πια!"
" Αυτή η σουπιά η κυρά Ευθυμία φταίει... Αυτή μου έβαλε φιτιλιές...  Άκεφος ο μπαμπάς σου κοκόνα μου τελευταία μου είπε..."
"Εγώ στο έχω ξαναπεί αλλά δεν με πιστεύεις. Ερωτικό τρίγωνο παίζει μες το γεροκομείο. Ο Χαρίλαος, η Ευθυμία και ο πατέρας σου!"
"Σκάσε!!! Ούτε και να το σκέφτομαι δεν θέλω!!!! "
"Γιατί???? Επειδή ο Χαρίλαος κυκλοφορεί με Π και η Ευθυμία δεν έχει ούτε μισό δόντι???? Όσο χρονών και να πάει ο άνθρωπος σκιρτάει η καρδούλα του και ας μην ακολουθούν αυτό το σκίρτημα άλλα μέρη του σώματος..."
"Σου είπα ούτε να το σκέφτομαι!!! Αν και μεταξύ μας κάλλιο να είναι ερωτοχτυπημένος παρά να συμβεί τίποτα άλλο...."
"Και επειδή πολύ ασχοληθήκαμε με τα ερωτικά των άλλων έλα τώρα κοντά μου πριν γίνω και εγώ ραμολιμέντο και δεν σκιρτάει και εμένα το σωστό όργανο!" είπε και με μια κίνηση κάλυψε το γυμνό της σώμα με το δικό του σβήνοντας με μιας κάθε κακή σκέψη παρασύροντας την εκεί που το μυαλό σταματάει να δουλεύει. 

Στις ώρες που ακολούθησαν όλα έγιναν τόσο γρήγορα λες και κάποιος έπαιζε την κασέτα της ζωής στο γρήγορο. Ένας ήχος τηλεφώνου μες τα ξημερώματα. Ένα νυσταγμένο "παρακαλώ?" και ο εφιάλτης έπαιρνε σάρκα και οστά. Σοκ, δάκρυα, ηρεμιστικά και πάλι από την αρχή. Λέξεις σκόρπιες... Συλλυπητήρια, κουράγιο ,έμφραγμα, γραφείο κηδειών  μερικές από αυτές μέσα σε προτάσεις που ελάχιστα θυμόταν. Ένα χέρι περασμένο στους ώμους της. Μια γνωστή μυρωδιά στα ρουθούνια της και άλλα δάκρυα και άλλα χάπια και ύπνος, ένας ύπνος βαθύς. Εκείνος ανέλαβε όλα τα διαδικαστικά εκείνη απλά υπέγραφε ότι της έδινε. Εκείνος την έντυσε. Εκείνος την χτένισε. Εκείνος κρατούσε τους μακρινούς ενοχλητικούς συγγενείς  σε μια απόσταση. Εκείνος κρατούσε μέσα στα χέρια του το μυαλό της που προσπαθούσε με κάθε τρόπο να δραπετεύσει. "Το ήξερα...το ήξερα..." έλεγε ξανά και ξανά  λες και η βελόνα είχε κολλήσει κάθε φορά που συνειδητοποιούσε τι είχε συμβεί και εκείνος να μην ξέρει τι να της πει. Ώσπου ήρθε η ώρα του αντίο και ενώ ήξερε καλά πως ο πατέρας της είχε πετάξει πάνω από ένα εικοσιτετράωρο, τα χαμηλά μαύρα τακούνια της αδυνατούσαν να την κρατήσουν όρθια καθώς συνόδευε την άψυχη σωρό , που κάποτε την σήκωνε ψηλά στον αέρα, στον τερματικό σταθμό της.
"Κουράγιο κοκόνα μου. Σε είχε προετοιμάσει ο Μήτσος έτσι μου είχε πει.. Γιαυτό ήρθε να μείνει κοντά μας για να σου είναι ευκολότερη η απουσία του. Κουράγιο.." της ψιθύρισε η κυρα Ευθυμία με δάκρυα στα μάτια προσπαθώντας να της δώσει δύναμη. Και ήταν τα λόγια εκείνα που τη θύμωσαν με τον εαυτό της και την αδυναμία της κάνοντας την να επιβάλλει στα πόδια της που έτρεμαν από το κρύο και την αδυναμία να συνεχίσουν να εναλλάσσονται πλησιάζοντας όλο και περισσότερο το βαθύ λάκκο που τους περίμενε στο τέλος της διαδρομής. Και όσο τα μέτρα λιγόστευαν και η απόσταση μίκραινε μικρές νιφάδες άρχισαν να πέφτουν από τον ουρανό η μια μετά την άλλη και να κάθονται πάνω στα μαύρα ρούχα των παρευρισκομένων σαν παραφωνία. Και μέχρι η πρώτη φτυαριά από χώμα να πέσει πάνω στο ξύλινο φέρετρο ο χορός των νιφάδων να γίνεται όλο και πιο μανιασμένος βάφοντας τα πάντα τόσο λευκά που ακόμα και τα γειτονικά άσπρα μάρμαρα φάνταζαν γκρίζα μπροστά στο τόσο λευκό. Ελάχιστοι έμειναν μέχρι το τέλος της διαδικασίας. Ο καιρός είχε αγριέψει από τη μια στιγμή στην άλλη σε ένα παράξενο κρεσέντο που όσο και αν το είχαν προβλέψει οι μετερεολογοι έμοιαζε εξωπραγματικό. Μέσα σε μισή ώρα το τρίτο νεκροταφείο είχε καλυφθεί όλο στα λευκά και μια υπόκωφη ησυχία επικρατούσε παντού. Όσο και αν προσπάθησε εκείνος να την παρασύρει μέσα στον χώρο που σερβιριζόταν ήδη ο ζεστός καφές εκείνη ήταν αμετάκλητη. Στάθηκε έτσι δίπλα της τινάζοντας πότε πότε το χιόνι από τα μαύρα της μαλλιά με τρυφερά χάδια.           
"Βιάστηκες...στο είπα ότι αυτή τη φορά θα το στρώσει..." μονολόγησε πάνω από το φρέσκο χώμα και καυτά δάκρυα άρχισαν να τρέχουν από τα μάτια της κάνοντας τα μάγουλα της να αχνίζουν μέσα στο κρύο.  
"Αλίκη μου....πάμε μέσα θα αρρωστήσεις...τέλειωσε μάτια μου..."
"Ναι πράγματι...τέλειωσε...νιώθω πιο μεγάλη από ποτέ αυτή τη στιγμή...."
"Το ξέρω...και εγώ όταν έχασα τους δικούς μου τότε ένιωσα το βάρος των χρόνων μου.."
 "Και μαθαίνεις να ζεις με αυτό το βάρος???"
"Το συνηθίζεις..Πάμε τώρα μέσα πριν πάθεις πνευμονία"
"Δεν θέλω να πάω μέσα...Θέλω να με πας στη θάλασσα. Θα με πας στη θάλασσα?"
"Μα κάνει παγωνιά..."
"Σε παρακαλώ για λίγο...Θέλω να με πας στη θάλασσα να παίξω χιονοπόλεμο...Ας μεγαλώσω από αύριο... Θα με πας??? "
"Θα σε πάω... "
"Ωραία πήγαινε να δεις τι γίνεται με τους δρόμους και άναψε το αμάξι, σε πέντε λεπτά είμαι εκεί." του είπε και του χαμογέλασε πείθοντας τον να την αφήσει μόνη.  Όταν εκείνος απομακρύνθηκε αρκετά έσκυψε και χάιδεψε το παγωμένο χιόνι πάνω από το χώμα που τον σκέπαζε. "Το ξέρω πως εσύ μου το έστειλες γιατί ήξερες πόσο το λαχταρούσα...σε ευχαριστώ μπαμπά.." είπε  χαμογελώντας και σκουπίζοντας με το παγωμένο της χέρι τα μάτια της άρχισε να περπατάει προσεκτικά προς το αναμμένο αυτοκίνητο._