Πέμπτη, 29 Μαΐου 2014

"Στο παραλίγο" κεφάλαιο δέκατο τέταρτο

"Που πας?"
"Πρέπει να φύγω αν θέλω να προλάβω το πρωινό πλοίο..."
"Πλοίο???"
"Ναι θα με περιμένουν οι δικοί μου στο νησί, τους έχω πει πως θα πάω, δεν θέλω να ανησυχήσουν..."
"Με φοβάσαι Άννα???"
"Θα έπρεπε???"
"Μην απαντάς στην ερώτηση με ερώτηση...με φοβάσαι????"
"Όχι....δεν σε φοβάμαι Παύλο..."
"Γιατί λοιπόν φεύγεις τώρα??? τώρα που ξέρεις...."
"Φεύγω γιατί είχα ορκιστεί στον εαυτό μου πως θα έφευγα ότι και αν άκουγα... γιατί χρειαζόμαστε και οι δύο λίγο χρόνο....δεν θα κάτσω πολύ. Σε δύο τρεις μέρες θα ξαναγυρίσω..."
"Με φοβάσαι...."
"Κοίτα με στα μάτια! Δεν σε φοβάμαι! Φεύγω γιατί έτσι πρέπει! Με πιστεύεις???"
"Σε πιστεύω....Άννα... γιατί έμεινες χτες βράδυ....εγώ σου είπα πως "σκότωσα" μια γυναίκα και εσύ έμεινες και έκανες έρωτα μαζί μου....γιατί???""
"Γιατί μπορεί να μην σε ξέρω....μπορεί να μην καταφέρω να σε αλλάξω....δεν είναι άλλωστε αυτή η πρόθεση μου...αλλά είμαι σίγουρη πως δεν κυριολεκτούσες..."
"Και αν κυριολεκτούσα???"
"Αν κυριολεκτούσες τότε έχω σοβαρό πρόβλημα Παύλο...γιατί είμαι ερωτευμένη μαζί σου...τι σε σόκαρα???? Εγώ κατάφερα να σοκάρω εσένα???"
"Μείνε...μην φεύγεις....πρέπει να τελειώσω και το σκίτσο σου..."
"Όταν επιστρέψω σου υπόσχομαι να με ζωγραφίσεις ...χωρίς να θέλω ανταλλάγματα..."
"Χτες βράδυ...αν δεν είχες έρθει....αν δεν είχε πάρει εκείνος την Λένα τηλέφωνο...θα είχα κοιμηθεί μαζί της...."
"....μάλιστα... Παύλο οι πληροφορίες των τελευταίων ωρών είναι τόσες πολλές που ειλικρινά δεν μπορώ να τις διαχειριστώ...σε ευχαριστώ που μου το λες...αλλά θέλω λίγο χρόνο...θα μου τον δώσεις???"
"Έχω και άλλη επιλογή??? Μην αργήσεις να γυρίσεις Άννα...."
"Δεν θα αργήσω.." του είπε και με ένα τρυφερό φιλί τον αποχαιρέτησε πήρε τη βαλίτσα της και βγήκε από το διαμέρισμα.

Και έμεινε ο Παύλος μόνος, κουλουριασμένος στο άδειο του κρεβάτι, γυμνός να πονάει κάθε εκατοστό του σώματος και της ψυχής του. Και για πρώτη φορά δεν ήθελε να κάνει τον πόνο εικόνα... τον πήρε αγκαλιά και πέσανε και οι δύο σε ένα βαθύ ύπνο που κράτησε ώρες.....
  

............................................................................................................................................


Όσο το πλοίο απομακρυνόταν από το λιμάνι και ο κρύος αέρας χτυπούσε μανιασμένος το πρόσωπο μου, τόσο πιο ήρεμη ήμουν με όλες τις αποφάσεις που είχα πάρει το τελευταίο 24ωρο...Ακούμπησα τη βαλίτσα μου σε μια γωνία. Φόρεσα το κασκόλ και τα γάντια μου και ήπια μια γουλιά από τον καφέ μου που άχνιζε..Σε λίγες ώρες θα ήμουν στο πατρικό μου...θα μύριζα τη μυρωδιά της μητέρας μου, θα άκουγα τη φωνή του πατέρα μου θα ένοιωθα οικειότητα και ασφάλεια... Και μόνο στην ιδέα αυτή μια ζεστασιά πλημμύριζε όλο μου το κορμί. 

Τους αγαπούσα τους γονείς μου και εκείνοι ήταν καλοί άνθρωποι...είχαν δεχτεί πολύ καλά το γεγονός ότι θα ζούσα μακρυά τους...το ήξεραν από πολύ νωρίς...το νησί πέθαινε τον χειμώνα οπότε το περίμεναν...Πόσο μου είχαν λείψει τώρα το καταλάβαινα...από τον Αύγουστο είχα να τους δω...

Και όσο ο Πειραιάς γινόταν κουκκίδα στο ορίζοντα τόσο μακρινά φαινόντουσαν όλα τα προβλήματα..το ιώδιο της θάλασσα ξυπνούσε μνήμες παιδικές από χρόνια πασπαλισμένα με αθωότητα αφήνοντας μια γλυκιά αίσθηση στο ταραγμένο μου μυαλό και την φουντωμένη μου καρδιά...

Αρκετές ώρες αργότερα και μετά από έναν άβολο ύπνο στις αεροπορικές καρέκλες του πλοίου είχα επιτέλους φτάσει. Μόλις κατέβηκα αμέσως τους είδα να με περιμένουν με ένα τεράστιο χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπο τους. Εκείνη την εποχή άλλωστε ελάχιστοι ήταν οι επιβάτες του πλοίου και το λιμάνι του νησιού εκτός από μερικά εμπορικά φορτηγά ήταν σχεδόν έρημο.

Σε λίγη ώρα ήμουν ήδη στην κουζίνα του πατρικού μου και έτρωγα με όρεξη το αλησμόνητο γιουβέτσι της μάνας μου, που ήξερε πόσο λάτρευα, υπό τη ηχητική υπόκρουση όλων των νέων του νησιού... Ποιος πέθανε...ποιος παντρεύτηκε...ποια γέννησε....νέα έξι μηνών χώρεσαν σε ένα πιάτο γιουβέτσι...Και μόνο όταν ο πατέρας μου πήγε να ξαπλώσει για μεσημέρι η μάνα μου μπόρεσε να ξεστομίσει την ερώτηση που από χτες το βράδυ έκαιγε το στόμα της...

"Τι έχεις παιδί μου?? Όλα καλά??? Έχω πεθάνει από την ανησυχία μου από χτες το βράδυ που μας πήρες... τι σου συμβαίνει???"
"Τίποτα βρε μαμά. Σας πεθύμησα τόσο κακό είναι???"
"Άννα άστα αυτά, εγώ σε γέννησα.. τι έχεις? Πες μου...!"
"Μαμά...με αγαπάς???"
"Χριστέ μου κάτι σοβαρό είναι...για να με ρωτάς αν σε αγαπάω... πες μου παιδάκι μου ποιος σε πείραξε...???"
"Κανένας ρε μαμά...απλά περνάω φάση και ήθελα να σας δω..."
"Τι φάση??? έχεις μπλέξει πουθενά???? έγινε κάτι με τη δουλειά σου??? πες μου σε παρακαλώ και ο πατέρας σου ανησυχεί μην κοιτάς που δεν μιλάει..."
"Που να έχω μπλέξει βρε μαμά...υπερβολική όπως πάντα!"
"Τότε τι??? άντρας είναι στην μέση??? μήπως είσαι έγκυος???"
"Μαμά!!! Έλα βρε μανούλα μου μην βασανίζεις το μυαλό σου με χαζομάρες. Μια χαρά είμαι, άσε με να χωνέψω το γιουβετσάκι...να κοιμηθώ μερικές ώρες να ισιώσει το σώμα μου και θα τα πούμε. Τρεις μέρες θα κάτσω ,θα τα πούμε όλα εντάξει???"
"Καλά παιδί μου δεν σε πιέζω αλλά μάνα είμαι ανησυχώ...έχω και τον αδελφό σου που κι αυτός δεν μου λέει τίποτα θα με σκάσετε στο τέλος και οι δύο. Ο ένας Αθήνα ο άλλος Θεσσαλονίκη σκορπίσατε στους πέντε ανέμους και μείναμε με τον πατέρα σου εδώ σαν κούτσουρα να σας αναζητούμε...Τελοσπάντων ξεκουράσου και θα τα πούμε...Μα τι λάθος έκανα και κανένα από τα παιδιά μου δεν λέει να νοικοκυρευτεί, να κάνει οικογένεια, να δω και εγώ ένα εγγονάκι πριν κλείσω τα μάτια μου..."
"Μαμά άρχισες πάλι....πάω να ξαπλώσω και θα τα πούμε το απόγευμα" της είπα και της έδωσα ένα φιλί στο μέτωπο.

Το παιδικό μου δωμάτιο ήταν όπως το είχα αφήσει πριν φύγω εκείνον το Σεπτέμβρη για σπουδές...Ακόμα και η κουκλίτσα με τα ξανθά μαλάκια της και το ροζ φορεματάκι της ήταν ακόμα πάνω στο κρεβάτι μου. Τίποτα δεν άλλαζε η μάνα μου, λες και με αυτά θα κατάφερνε να γυρίσει τον χρόνο πίσω...Κάθισα πάνω στο κρεβάτι, έβγαλα τα παπούτσια μου και κοίταξα τις κάλτσες μου.... Πόσα είχαν συμβεί από την τελευταία φορά που έβγαλα τα παπούτσια μου σκέφτηκα και έβγαλα ασυναίσθητα έναν αναστεναγμό. Έπιασα την τσάντα μου και έβγαλα το κινητό μου για να βρω ένα μήνυμα...δύο λέξεις ήταν το μήνυμα....δύο λέξεις και τρεις τελείες...δύο λέξεις αρκετές για να με κάνουν να ξαπλώσω όπως ήμουν με τα ρούχα, να πάρω την κουκλίτσα μου αγκαλιά και να βάλω τα κλάματα...
"Μου λείπεις..." μου έγραφε και ένα χείμαρρος από δάκρυα άρχισε να βγαίνει από τα μάτια μου. Και όσο σταγόνα σταγόνα βρέχονταν τα ξανθά μαλάκια της κουκλίτσας μου τόσο ξεπλενόταν  το μπερδεμένο μου μυαλό από τις σκέψεις και βυθιζόταν σε ένα ύπνο ήρεμο και γαλήνιο.
Όταν άνοιξα τα μάτια μου έξω είχε ήδη νυχτώσει. Από μέσα ακουγόντουσαν διάφοροι γνώριμοι θόρυβοι. Η τηλεόραση στη διαπασών και διάφορα κατσαρολικά να δίνουν μάχη. Πριν βγω από το δωμάτιο μου ήξερα ήδη την εικόνα που θα αντίκριζα... Ο μπαμπάς μου μπροστά στην τηλεόραση και η μαμά μου στην κουζίνα να ετοιμάζει το βραδινό. Στάθηκα πριν με καταλάβουν και τους χάζεψα...Πόσο απαραίτητες είναι οι σταθερές στη ζωή, σκέφτηκα και έβαλα το παλτό μου ρίχνοντας το κινητό στην τσέπη μου.

"Μαμά πάω μια βόλτα στον μόλο. Σε κάνα μισάωρο με μια ώρα θα είμαι πίσω!" φώναξα από την πόρτα.
"Που πας βρε παιδί μου μέσα στα σκοτάδια  έχει παγωνιά!!!" την άκουσα να ουρλιάζει κλείνοντας την πόρτα πίσω μου.

Στο μόλο πήγαινα από μικρή χειμώνα καλοκαίρι όταν είχε φεγγάρι και καθόμουν. Το ήξερα πως ήταν ηλίθια ρομαντικό και είχα φάει τρελό δούλεμα στην εφηβεία αλλά εμένα δεν με ένοιαζε. Καθόμουν σε ένα βραχάκι και μετρούσα τα κύματα που έσκαγαν. Ο ήχος της θάλασσας και το φως του φεγγαριού πάνω της πάντα με γαλήνευαν. Κάθισα στη γνωστή μου θέση και πριν αρχίσω το μέτρημα έβγαλα το κινητό από την τσέπη και έγραψα ένα μήνυμα...

"Και μένα..." και το έστειλα.

Στο δέκατο τέταρτο κύμα που έσκαγε με μανία ένα μπίπ ακούστηκε και έχασα το μέτρημα...

"Μην φεύγεις μακρυά μου...." έγραφε και πλέον αδυνατούσα να μετρήσω κύματα γιατί η καρδιά μου χτυπούσε τόσο έντονα που το μόνο που άκουγα... εγώ η ανόητη Άννα... βρεγμένη στο πρόσωπο από το θαλασσινό νερό ...  φωτισμένη από το φεγγαρόφωτο... καθισμένη σε ένα βραχάκι ενός μικρού νησιού στην μέση του Αιγαίου...ήταν οι χτύποι της! 



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλιαστε: