Δευτέρα, 30 Απριλίου 2018

ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ : κεφάλαιο δέκατο πέμπτο.




Αλεξάνδρεια 1966

Οι δύο άντρες βλέποντας την ώρα να περνάει και την Ερασμία να μην επιστρέφει, ανησύχησαν. Ούτε πέρασε καν από το μυαλό τους αυτό που θα αντίκριζαν . Για να βρουν τη Φεριχά είχαν έρθει στο σπίτι, ελπίζοντας να θυμάται το όνομα του ξενοδοχείου που διέμενε η αδελφή της Ερασμίας. Μπαίνοντας όμως μέσα στο σπίτι, η αφύσικη ησυχία ήταν εκείνη που αρχικά τους προβλημάτισε. Η Φεριχά δεν ήταν στην κουζίνα, ούτε όμως και στο δωμάτιο της. « Ίσως η Λουκία να ήξερε κάτι,» πρότεινε ο Μάρκος και άρχισε να ανεβαίνει τη σκάλα, με τον Μενέλαο ξωπίσω του.

Η πόρτα του υπνοδωματίου ήταν ανοιχτή και ένα χλωμό φως έβγαινε από μέσα. Κοντοστάθηκε λίγο ο Μάρκος διστακτικός. Φώναξε το όνομα του πατέρα του στο ενδεχόμενο να ήταν εκεί, αλλά απόκριση δεν πήρε. Και ύστερα φώναξε το όνομα της Λουκίας, αλλά και πάλι καμία απάντηση. «Κάτι περίεργο συνέβαινε, πλέον ήταν ξεκάθαρο», σκέφτηκε και αγνοώντας τους κινδύνους προχώρησε προς την πόρτα.

Αίμα. Το πρώτο που είδε ο Μάρκος ήταν το αίμα στο πάτωμα. Θόλωσαν τα μάτια του από το αίμα. Θόλωσε και η εικόνα. Και ύστερα άκουσε την κραυγή του Μενέλαου. Μια κραυγή που δεν θα ξεχνούσε όσα χρόνια και αν περνούσαν. Μια κραυγή που θα την άκουγε, από εκείνο το βράδυ και έπειτα στα όνειρα του. «Η Λουκία, που ήταν η Λουκία», αναρωτήθηκε ταραγμένος και άρχισε να τρέμει σαν το ψάρι, ενώ ο Μενέλαος κρατώντας το άψυχο κορμί της Ερασμίας αγκαλιά , πεσμένος στο πάτωμα, τη φιλούσε και ούρλιαζε σαν λαβωμένο ζώο.

Και ύστερα την είδε. Την είδε κουλουριασμένη σε μια γωνία, λερωμένη με αίμα, να κρατάει ένα μαχαίρι σφιχτά, να το έχει στραμμένο προς τον εαυτό της και να το κοιτάει ακίνητη. Με ένα σάλτο βρέθηκε κοντά της, εκείνη όμως έδειχνε να μην τον βλέπει.

-Λουκία μου, τι έγινε μάτια μου; Τι έγινε εδώ μέσα; ρώτησε ενώ έπιανε τα χέρια της με τα χέρια του μαλακά.
-Κάρφωσε το. Δεν μπορώ… Δεν μπορώ να το κάνω. Σε παρακαλώ κάρφωσε το εσύ, τον παρακάλεσε ικετευτικά κοιτώντας τον στα μάτια.
-Λουκία τι λες; Εγώ σε αγαπάω. Πες μου τι έγινε!
-Τη σκότωσε!!! Τη σκότωσε και ύστερα τον σκότωσα εγώ… Τη σκότωσε, χριστέ μου τη σκότωσε… Γιατί;;;;; Εγώ φταίω, για μένα ήρθε εδώ. Για μένα… Για να σώσει εμένα και το μωρό. Λύτρωσε με. Αν μ αγαπάς λύτρωσε με τώρα! Εδώ κάρφωσε το. Εδώ στην καρδιά… Μια και έξω…
-Ποιο μωρό; Δεν καταλαβαίνω τίποτα.
-Είμαι έγκυος Μάρκο. Ζήτησα από την Ερασμία να σε πάρουν μαζί τους. Γι’ αυτό ήρθε. Για να με πάρει από εδώ. Εκείνος όμως γύρισε νωρίτερα. Μας άκουσε. Μου όρμηξε και η καλή μου η Ερασμία πήγε να με προστατέψει. Σαν κούκλα την πέταξε στον τοίχο. Σαν κούκλα. Αν είχα βρει το μαχαίρι νωρίτερα θα ζούσε… Θα ζούσε!!!!
-Χριστέ μου. Τι θα κάνουμε τώρα; είπε απελπισμένος και με βία απομάκρυνε το μαχαίρι από τα χέρια της.
-Να φύγετε. Πάρτε το πλοίο και φύγετε. Εγώ θα πάω  να παραδοθώ. Εγώ φταίω και για τους δύο θανάτους. Φύγετε τώρα και οι δύο! Πάρτε τα λεφτά από το χρηματοκιβώτιο και φύγετε! Πείτε πως δεν ήρθατε ποτέ στην Αλεξάνδρεια, είπε αποφασιστικά η Λουκία και τον έσπρωξε.
-Ο Μενέλαος πρέπει να φύγει. Δεν πρέπει να τον μπλέξουμε και άλλο. Ντύσου. Θα φύγουμε μαζί. Θα πάμε κάπου να κρυφτούμε μέχρι να δω τι θα κάνουμε.
-Είμαι έγκυος Μάρκο! Ακούς τι σου λέω; Έχω μέσα μου το παιδί του! Ούρλιαξε εκείνη και ο Μάρκος την έκλεισε στην αγκαλιά του σφιχτά.
-Δεν με νοιάζει! Μαζί θα το μεγαλώσουμε. Δικό μου είναι το παιδί! Με ακούς; είπε και την έσφιξε ακόμα περισσότερο.
-Σκάστε και οι δύο! ούρλιαξε ο Μενέλαος που με ένα σεντόνι τόση ώρα τύλιγε το σώμα της Ερασμίας.
-Έχουμε λιγότερο από δύο ώρες. Λουκία βάλε ένα φόρεμα. Όλα τα υπόλοιπα πράγματα σου άστα εδώ. Μάρκο φέρε τα λεφτά και το διαβατήριο σου. Βοήθησε με να βάλουμε το σώμα της Ερασμία στο αμάξι. Ύστερα πάρε τη  Λουκία και πηγαίνετε στο λιμάνι σαν να μην τρέχει τίποτα. Βγάλε ένα εισιτήριο στο δικό σου όνομα μόνο. Απόψε θα ταξιδέψουμε εγώ, ο Μάρκος και η Ερασμία. Με καταλάβατε;
-Δεν μπορώ να το κάνω… Δεν μπορώ να πάρω τη θέση της, ψέλλισε η Λουκία κλαίγοντας.
-Δεν πέθανε μάταια η Ερασμία. Της το χρωστάς να μην πέθανε μάταια! Κάντε ότι σας λέω. Θα πάω να τη θάψω και θα έρθω να σας βρω και εγώ. Μόλις φτάσουμε στην Κύπρο θα τακτοποιήσω και τον Μάρκο. Όταν το πρωί βρουν εκείνου το πτώμα, θα αρχίσουν να ψάχνουν εσάς τους δύο. Η Λουκία απόψε εξαφανίστηκε για πάντα και σύντομα θα εξαφανίσω και τον Μάρκο. Για λίγο καιρό θα πρέπει να είσαστε προσεκτικοί. Δεν θα είναι εύκολο. Θα σας πω τα υπόλοιπα στο πλοίο. Γρήγορα τώρα! Δεν έχουμε περιθώριο για συναισθηματισμούς. Η Ερασμία δεν  χάθηκε για το τίποτα! Δεν το δέχομαι αυτό! είπε και ήταν τέτοια η έκφρασή του, τέτοιος ο τόνος της φωνής του, που δεν άφηνε περιθώρια να μην υπακούσουν.

Λίγες ώρες αργότερα το πλοίο έβγαινε από το λιμάνι. Πάνω στο κατάστρωμα του τρεις άνθρωποι, δύο άντρες και μια γυναίκα, εξαντλημένοι, κλαμμένοι  και  αμίλητοι κοιτούσαν τα φώτα της πόλης να γίνονται όλο και πιο μικρά. Ώσπου στο τέλος χάθηκαν τελείως. Τρεις άνθρωποι που ο καθένας κουβαλούσε και θα κουβαλούσε στο εξής τον δικό του σταυρό. Έναν σταυρό που δεν ήξεραν αν θα τον άντεχαν και για πόσο.

-Δεν μπορώ να πάω στην καμπίνα μας. Να πάτε εσείς να κοιμηθείτε εκεί. Εγώ θα πάω στη δική σου. Να πάρω μόνο κάτι να φορέσω για το κρύο, είπε ο Μενέλαος και λίγη ώρα μετά επέστρεψε δίνοντας του Μάρκου το κλειδί της γαμήλιας καμπίνας.
-Να κάτσω να σου κάνω παρέα; πρότεινε ο Μάρκος που η καρδιά του γινόταν κομμάτια να τον βλέπει σε αυτή την κατάσταση.
-Όχι, να πας την Ερασμία να ξεκουραστεί. Στην κατάσταση της δεν πρέπει να κάθεται μέσα στην υγρασία. Και κανόνισε! Αυτό που σου είπα νωρίτερα. Πρέπει να την πείσεις. Τίποτα από όλα όσα έγινα και θα γίνουν, δεν πρέπει να είναι μάταια! Με ακούς; του είπε και τον αγκάλιασε.

Σχεδόν με το ζόρι είχε πάει τη Λουκία στην καμπίνα. Ακόμα έτρεμε και δεν ήταν από την υγρασία. Ευτυχώς στο λιμάνι δεν είχαν υπάρξει σχολαστικοί με τον έλεγχο του διαβατηρίου της. Τυλιγμένη με μια μακριά εσάρπα και λέγοντας πως ήταν έγκυος, είχαν επισπεύσει την επιβίβαση τους στο μεγάλο πλοίο.  Μόλις έφταναν στην Κύπρο, ο άνθρωπος που θα έφτιαχνε την πλαστή ταυτότητα του Μάρκου θα αναλάμβανε να αλλάξει  τη φωτογραφία στο διαβατήριο της Ερασμίας. Με λίγες χρυσές λίρες όλα ήταν δυνατά. Με λίγες χρυσές λίρες χανόταν ένας άνθρωπος και εμφανιζόταν ένας άλλος. Τόσο απλά… Την κάθισε στο μεγάλο κρεβάτι και την κοίταξε στα μάτια χωρίς να ξέρει τι να της πει. Πώς να την κάνει να νιώσει λιγάκι καλύτερα. Την αγκάλιασε έτσι γλυκά και την ξάπλωσε  στο σκληρό στρώμα. Λίγη υγρασία ένιωσε αρχικά πάνω στο πουκάμισο του και ύστερα ένιωσε τα αναφιλητά της καθώς το σώμα της τρανταζόταν. Και όσο εκείνη πάλευε να ξεπλύνει την απελπισία που ένιωθε, ο Μάρκος της χάιδευε τα μαλλιά. Έτσι αποκοιμήθηκαν. Αγκαλιασμένοι σαν ένα σώμα.

«Άντρας στη θάλασσα!» ακούστηκε στα αγγλικά και το καράβι άρχισε να επιβραδύνει απότομα. Φωνές και αναταραχή επικρατούσε έξω από το φινιστρίνι.
-Τι γίνεται; ρώτησε τρομαγμένη η Λουκία και ο Μάρκος σηκώθηκε βιαστικά από το κρεβάτι.
-Ατύχημα μάλλον. Κάποιος πρέπει να έπεσε στη θάλασσα, απάντησε και έσκυψε να φορέσει τα παπούτσια του. Ένα γράμμα όμως βρισκόταν μπροστά στην πόρτα. Με χέρια που έτρεμαν έσκυψε και το έπιασε.

«Πάω να τη βρω. Μαζί για πάντα της υποσχέθηκα. Μέσα στην καφέ βαλίτσα είναι όλα τα χαρτιά μας. Φτάνοντας στην Κύπρο να πας να βρεις το Νεόφυτο στη διεύθυνση που σου γράφω. Είναι φίλος μου. Αυτός θα σε βοηθήσει να αλλάξετε τις φωτογραφίες στα χαρτιά. Στο τελωνείο σπρώξε λίγες λίρες και δεν θα έχεις θέμα. Αρκεί που είναι ελληνικά τα διαβατήρια. Μάρκο, πέταξε στη θάλασσα αυτό το γράμμα και το διαβατήριο σου. Εξαφάνισε ότι μπορεί να σε συνδέσει με την παλιά σου ταυτότητα, πριν φτάσετε. Στην Λεμεσό θα φτάσουν ο Μενέλαος και η Ερασμία. Το νιόπαντρο ζευγάρι που περιμένει το πρώτο του παιδί. Να χαίρεσαι που σπουδάσαμε το ίδιο πράγμα. Χρησιμοποίησε και το πτυχίο μου λοιπόν. Κάνε ό,τι χρειαστεί!  Ό,τι χρειαστεί για να την κάνεις ευτυχισμένη. Ο Μενέλαος θα κάνει την Ερασμία του ευτυχισμένη, με κατάλαβες; Δεν σας κρατάω κακία. Δεν φταίξατε σε τίποτα. Να αγαπιέστε και να μας ξεχάσετε. Δώσε νόημα σε όλα όσα έγιναν!»    
Μ.

-Τι λέει το γράμμα; Από ποιόν είναι;  ρώτησε η Λουκία τρομαγμένη με την έκφραση του Μάρκου και εκείνος της το έδωσε ενώ έσφιγγε με απόγνωση τις γροθιές του.
-Όχι, όχι, όχι, μουρμούρισε εκείνη και σηκώθηκε από το κρεβάτι.
-Μπορεί να τον ανασύρουν ζωντανό! Τρέξε! Μπορεί να προλάβουμε! συνέχισε  και άρχισε να τραβάει τον Μάρκο που είχε βάλει το κεφάλι του μέσα στα δύο χέρια του και το πίεζε με δύναμη.   
-Πόσοι ακόμα; Πόσοι ακόμα θα πεθάνουν; Δεν μπορεί να γίνεται όλο αυτό. Δεν μπορεί!!!! διαμαρτυρήθηκε πανικόβλητη και άρχισε να χτυπάει με δύναμη την κοιλιά της.
-Εσύ φταις! Εσύ φταις για όλα!!!! ούρλιαζε σε κατάσταση πανικού. Με δύναμη ο Μάρκος την άρπαξε και άρχισε να την τραντάζει να συνέλθει. Αν την άκουγε κανένας τότε θα άρχιζαν οι ερωτήσεις. Εκείνη όμως έδειχνε να μην επικοινωνεί. Με δύναμη σήκωσε το χέρι του και της έδωσε ένα δυνατό χαστούκι. Τα δάχτυλα του σημάδεψαν το λευκό της δέρμα, και τα μάτια της τον κοίταξαν με απορία.
-Αυτή είναι η πρώτη και η τελευταία φορά που σε χτυπάω. Από εδώ και εξής κανένας δεν θα σε ξαναχτυπήσει. Από αυτό το δευτερόλεπτο είσαι η γυναίκα μου η Ερασμία και είμαι ο άντρας σου ο Μενέλαος. Σε λίγους μήνες θα γεννηθεί και το πρώτο μας παιδί! Καταλαβαίνεις τι σου λέω; Ο Μάρκος έπεσε από το πλοίο, νιώθοντας τύψεις που σκότωσε και λήστεψε τον πατέρα και τη μητριά του! Τον Μάρκο δεν τον ξέραμε καλά. Τυχαία βρεθήκαμε μαζί σε αυτό το πλοίο. Παλιοί συμφοιτητές ήμασταν απλά! Αυτά θα καταθέσουμε αν μας ρωτήσει κανένας. Απόψε δύο άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους για να είναι ο Μενέλαος και η Ερασμία μαζί! Και θα είναι! Αυτό το παιδί δεν φταίει σε τίποτα. Τίποτα! Αυτό το παιδί θα μεγαλώσει με αγάπη! Με πολλή αγάπη! Αυτό το παιδί έχει δικό σου και δικό μου αίμα και αυτό είναι αρκετό! Σκούπισε τα μάτια σου τώρα! Νιόπαντρη γυναίκα δεν πρέπει να κλαίει! τη διέταξε τη στιγμή που χτυπούσαν την πόρτα της καμπίνας τους.
-Συγνώμη που ενοχλούμε. Ο καπετάνιος ζήτησε να καταμετρήσουμε όλους τους επιβάτες για να βρούμε ποιος ήταν ο κύριος που έπεσε στη θάλασσα. Σύμφωνα με τα χαρτιά μου είστε ο κύριος Μενέλαος Αποστόλου και η κυρία Ερασμία Αποστόλου, σωστά; ρώτησε ένας Έλληνας υπαξιωματικός του πληρώματος.
-Σωστά! απάντησε ο Μάρκος και προσπαθώντας να είναι ψύχραιμος, έκανε πως ψάχνει τα διαβατήρια.
-Δεν χρειάζεται. Είσαστε και νεόνυμφοι και σας διακόψαμε. Καλή συνέχεια και ευχαριστώ, είπε νυσταγμένα και γύρισε την πλάτη του.    
  
για τη συνέχεια πατήστε εδώ

Παρασκευή, 27 Απριλίου 2018

ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ : κεφάλαιο δέκατο τέταρτο



-Γρήγορα! Έλα όσο πιο γρήγορα μπορείς! Ο Μενέλαος είναι στην εντατική. Η Ερασμία είναι χαμένη εντελώς. Τον διασωλήνωσαν. Γιώργο με ακούς;
-Δεν έρχομαι. Μην με ξαναπάρεις σε παρακαλώ τηλέφωνο. Και εσύ άφησε τους.  Πες πως δεν μας γνώρισες ποτέ.
-Γιώργο τι λες; Καταλαβαίνεις  τι σου λέω; Ο πατέρας σου! Ο πατέρας σου πεθαίνει!
-Δεν είναι ο πατέρας μου. Εριφύλη, φύγε. Τρέξε όσο πιο μακριά μπορείς! Τρέξε να σωθείς… είπε και της έκλεισε το τηλέφωνο αφήνοντας τη μετέωρη να κοιτάζει τη συσκευή. 

Τρείς μέρες τώρα προσπαθούσε να τον βρει στο τηλέφωνο, εκείνο όμως ήταν συνεχώς εκτός σύνδεσης. Τρείς μέρες που ο μικρός χώρος έξω από τον θάλαμο μιας ΜΕΘ είχε γίνει και πάλι δεύτερο σπίτι της. Κάποτε ήταν ο γιός της, τώρα ένας ηλικιωμένος άντρας που δεν της ήταν τίποτα. Και όμως εκείνη καθόταν. Καθόταν και περίμενε να της πουν έστω μια κουβέντα. Μια κουβέντα για να τη μεταφέρει στην Ερασμία. Μια Ερασμία, που αρνούμενη να αντιμετωπίσει αυτό που ερχόταν, είχε κατεβάσει εντελώς διακόπτη στο μυαλό της. 

Άλλη επιλογή δεν είχε η Έρη. Με τη βοήθεια της Άννας είχε τακτοποιήσει προσωρινά την Ερασμία σε μια ειδική μονάδα για άτομα με άνοια. Μόλις ερχόταν ο Γιώργος, θα μπορούσαν να μοιραστούν. Ο ένας στη ΜΕΘ και ο άλλος στην Ερασμία. Μόνο αυτή τη λύση είχε σκεφτεί. Ο Γιώργος όμως δήλωνε πως δεν θα ερχόταν και παρότρυνε και εκείνη να φύγει και να εγκαταλείψει στη μοίρα του το ζευγάρι. Τι ασυναρτησίες ήταν αυτές ότι δεν ήταν ο Μενέλαος πατέρας του; Τι σκατά είχε μάθει άραγε στο Κάιρο. 

Δεν μπορούσε να περιμένει άλλο. Ο Γιώργος δεν σήκωνε πλέον το τηλέφωνο όσες φορές και αν είχε 
καλέσει. Ο Μενέλαος ήταν σε τεχνητό κώμα και η Ερασμία ήταν ανίκανη να επικοινωνήσει ουσιαστικά ώστε να τη βοηθήσει να καταλάβει, τι μπορεί να είχε μάθει ο Γιώργος. Μόνη της. Για ακόμα μια φορά μονάχη έπρεπε να πάρει την κατάσταση στα χέρια της με κάθε κόστος. Παρακάλεσε την Άννα να έρθει να καθίσει κάποιες ώρες στο νοσοκομείο και επέστρεψε στη μονοκατοικία.
Με δυσκολία άνοιξε τα παλιά άλμπουμ της οικογένειας. Σαν κλέφτης ένιωθε, αλλά έπρεπε να το κάνει. Τα ξεφύλλισε βιαστικά. Εντύπωση αρχικά της έκανε πως όλες οι φωτογραφίες ξεκινούσαν από τη γέννηση του Γιώργου και μετά. Τίποτα παλαιότερο του 1967. Ούτε μια φωτογραφία των γονιών είτε του Μενέλαου, είτε της Ερασμίας. Άραγε αδέλφια δεν είχε κανένας τους; Εντάξει ο Μενέλαος ήταν ορφανός. Η Ερασμία όμως;  Τότε θυμήθηκε τη φωτογραφία στην κορνίζα. Με μια κίνηση την έπιασε και την επεξεργάστηκε. Τίποτα. Και αυτή η φωτογραφία σε τίποτα δεν μπορούσε να τη βοηθήσει. Βιαστικά πήγε να τη βάλει στη θέση της, δεν πρόσεξε όμως και με έναν εκκωφαντικό θόρυβο το γυαλί της κορνίζας έγινε χίλια κομμάτια. Στεναχωρημένη για τη ζημιά άρχισε να μαζεύει τα γυαλιά όταν πρόσεξε μια δεύτερη φωτογραφία, που μάλλον βρισκόταν εγκλωβισμένη στο κάδρο πίσω από αυτή που φαινόταν. Ένα ζευγάρι. Ένα άλλο ζευγάρι. Ένα όμορφο ζευγάρι, σε μια φωτογραφία γάμου. Η κοπέλα φορούσε το λευκό, δαντελένιο φόρεμα που η Ερασμία είχε σκίσει τότε. Ποιοι να ήταν άραγε; Με μια κίνηση μηχανικά γύρισε την φωτογραφία από πίσω και διάβασε  «Μενέλαος και Ερασμία Αλεξάνδρεια 1966». Τίποτα, δεν καταλάβαινε τίποτα. "Τότε το νυφικό την είχε επαναφέρει. Ίσως τώρα η φωτογραφία να λειτουργούσε το ίδιο", σκέφτηκε και την έβαλε βιαστικά μέσα στην τσάντα της. 

Λίγη ώρα μετά έμπαινε μέσα στο δωμάτιο της Ερασμίας που αφηρημένη χάιδευε το σεντόνι λες και ήταν άνθρωπος.
-Ο γιος μου. Δεν είναι όμορφο τα αγοράκι μου; τη ρώτησε και η Έρη ένιωσε την καρδία της να ματώνει.
-Ναι, πολύ.
-Είναι το καλύτερο μωρό του κόσμου. Δεν κλαίει ποτέ.
-Και το δικό μου αγοράκι, δεν έκλαιγε ποτέ… είπε η Έρη και δάκρυα άρχισαν να κυλάνε στα μάτια της.
-Θα κάνω τα πάντα για εκείνο. Έκανα τα πάντα για εκείνο. Κάποτε θα μεγαλώσει, κάποτε θα μου θυμώσει. Αυτό όμως δεν κάνει η σωστή μάνα; Πες μου και εσύ.
-Αυτό κάνει, συμφώνησε η Έρη και με το χέρι της να τρέμει ακούμπησε στο σημείο που χάιδευε η Ερασμία τη φωτογραφία. 

…………………………………………………………………....

Αλεξάνδρεια 1966


-Να ζήσετε, είπε ο Μάρκος και φίλησε πρώτος τον Μενέλαο και την Ερασμία που έλαμπαν από τη χαρά τους. Γάμος με τόσο λίγους καλεσμένους δεν πρέπει να είχε ξαναγίνει. Αυτό δεν έδειχνε όμως να στεναχωρεί το νεαρό ζευγάρι που  ευτυχισμένο κρατιόταν ακόμα χέρι, χέρι.

-Για πάντα μαζί, είπε η Ερασμία και φίλησε τον Μενέλαο.

-Για πάντα μαζί, αποκρίθηκε και εκείνος και την σήκωσε στον αέρα.

-Μη! Θα χαλάσεις το φόρεμα, διαμαρτυρήθηκε εκείνη και χαχάνισε χαρούμενη.

-Που να δεις τι θα κάνω στο φόρεμα, όταν θα στο βγάλω απόψε, της ψιθύρισε εκείνος και εκείνη έγινε κατακόκκινη.

-Ένα λεπτό να φιλήσω και τη Φεριχά που ήρθε η δόλια και ας μην είναι χριστιανή, είπε εκείνη και έτρεξε προς την μαγείρισσα που καθόταν πίσω πίσω μέσα στην εκκλησία. Μόλις όμως την πλησίασε η Φεριχά της έβαλε στο χέρι ένα σημειώμα, τη φίλησε και έφυγε τρέχοντας.

Με χέρια που έτρεμαν άνοιξε το χαρτί και μόλις διάβασε τι έγραφε, χλόμιασε.  

-Είσαι καλά αγάπη μου, τη ρώτησε ο Μενέλαος και εκείνη τσαλάκωσε βιαστικά το σημείωμα και το έκρυψε στη χούφτα της.

-Καλά είμαι. Η μικρή μου αδελφή είναι στην πόλη.  Θα ερχόταν στον γάμο, αλλά ντράπηκε. Μενέλαε μπορώ να πάω στο ξενοδοχείο που μένει να τη δω; παρακάλεσε προσπαθώντας να κρύψει την ταραχή της.

-Δεν έχουμε πολύ χρόνο.  Θα ήθελα να την γνωρίσω και εγώ, αλλά πρέπει να στείλω τα χαρτιά του γάμου στην Ελλάδα. Να συνεννοηθώ με την πρεσβεία, να μεταφέρω τα πράγματα μας στο πλοίο, να πάρω τα διαβατήρια μας. Τόσες δουλειές και πρέπει να γίνουν μέσα στις επόμενες ώρες. Σε πειράζει να πας μόνη σου; Θες να πω στον Μάρκο να σε συνοδεύσει;

-Όχι, όχι. Θα πάω μόνη μου. Πάμε στο ξενοδοχείο να αλλάξω, μην κυκλοφορώ με το νυφικό και μετά με ένα ταξί θα πάω στην αδελφή μου και από εκεί θα έρθω να σε βρω στο λιμάνι. Ο Μάρκος να σε βοηθήσει με τη γραφειοκρατία καλύτερα.

-Δηλαδή δεν θα σου βγάλω εγώ το νυφικό; Μου το χαλάς! Ερασμία μην αργήσεις όμως, εντάξει; Ξέρεις πόσο σε αγαπάω; Αναρωτιέμαι αν το ξέρεις…

-Δεν θα αργήσω. Και μην γίνεσαι μελό! Και εγώ σε αγαπάω. Άντε πάμε τώρα! είπε και άρχισε να τον σπρώχνει προς την πόρτα με τον Μάρκο στο κατόπι τους να τους κοιτάζει μελαγχολικά και να σκέφτεται αν άραγε εκείνος θα άκουγε ποτέ από το στόμα της δικής του αγαπημένης πως τον αγαπάει; Αν άραγε θα ντυνόταν εκείνη ποτέ στα λευκά μόνο για τα δικά του μάτια; Αν άραγε θα τα κατάφερναν;


Όλοι μαζί πήγαν στο ξενοδοχείο. Οι άντρες περίμεναν την Ερασμία να αλλάξει, και όταν εκείνη κατέβηκε, τους χαιρέτησε προσπαθώντας να δείχνει φυσιολογική. Την ώρα όμως που ο Μενέλαος την έβαζε στο ταξί, τον κοίταξε σ τα μάτια και δάκρυσε.

-Γιατί κλαις, δεν είσαι ευτυχισμένη; τη ρώτησε εκείνος τρομαγμένος.

-Κλαίω γιατί σ αγαπάω. Κλαίω γιατί σ αγαπάω, όσο δεν σ αγάπησε άνθρωπος, είπε εκείνη και του έδωσε ένα ζεστό φιλί.

-Και μετά λες ότι γίνομαι εγώ μελό! Άντε πήγαινε και γύρνα γρήγορα σε μένα, τη διέταξε με προσμονή και έκλεισε την πόρτα του αυτοκινήτου.


Σε όλη τη διαδρομή η Ερασμία έκλαιγε. Έκλαιγε για το ψέμα που είχε χρειαστεί να πει στον άντρα της.  Εκείνη της ζητούσε να μην πει τίποτα. Της ζητούσε να κρατήσει το μυστικό. Της ζητούσε να πάρουν και τον Μάρκο μαζί τους απόψε, έστω και με το ζόρι και να την ξεχάσουν. Η Ερασμία όμως θα της άλλαζε γνώμη. Η Ερασμία θα την έπειθε. Το τέρας δεν θα ήταν σπίτι. Πάντα τέτοια ώρα ήταν στη λέσχη και έπαιζε χαρτιά. 

Τρέμοντας μπήκε μέσα στο σπίτι και άρχισε να αναζητά την Λουκία. Στο δωμάτιο της την βρήκε στο πάτωμα. Σε μια γωνία στο πάτωμα καθόταν και έκλαιγε με λυγμούς.

-Λουκία μου… είπε και έτρεξε να την πάρει αγκαλιά

-Τι κάνεις εσύ εδώ; Όχι Ερασμία, όχι! Φύγε! Το πλοίο; Ο γάμος;  Ρώτησε σαστισμένη η Λουκία.

-Το πλοίο θα φύγει σε πέντε ώρες και ο γάμος έγινε. Η Φεριχά όπως της ζήτησες μου έδωσε το γράμμα σου, αφού τελείωσε το μυστήριο.

-Να ζήσετε. Να ζήσετε ευτυχισμένοι και αγαπημένοι. Να ζήσετε καλή μου φίλη.

-Ντύσου όσο πιο γρήγορα μπορείς. Θα φύγεις απόψε από εδώ μέσα. Δεν έχω πει τίποτα στον Μάρκο. Θα σε βάλω έστω και λαθραία μέσα στο πλοίο. Εδώ δεν μένεις λεπτό παραπάνω.

-Δεν μπορώ Ερασμία… Δεν μπορώ. Σου το έγραψα, είμαι καταδικασμένη. Είμαι έγκυος. Τι θα κάνω μόνη μου και έγκυος; Φύγε. Φύγε και πάρε και εκείνον μαζί. Μην του το πεις ποτέ. Δεν θέλω να με μισήσει. Εγώ θα περιμένω να γεννηθεί το παιδί. Να μεγαλώσει λίγο. Και μετά θα βρω τρόπο να το πάρω και να φύγουμε. Τώρα όμως δεν γίνεται…

-Το τέρας το ξέρει; Ξέρει πως είσαι έγκυος; ρώτησε με αγωνία η Ερασμία και σηκώθηκε από το πάτωμα, ενώ ταυτόχρονα μάζευε μερικά πράγματα της Λουκίας.

-Όχι. Δεν του το είπα. Και εγώ σήμερα το έμαθα. Είναι στη λέσχη, απάντησε η Λουκία που απελπισμένη καθόταν ακόμα στο πάτωμα.

-Καλύτερα! Έλα σήκω να φύγουμε δεν έχουμε πολύ χρόνο. Σύνελθε και σήκω! διέταξε τη Λουκία τη στιγμή που τον είδε να μπαίνει στο δωμάτιο αφηνιασμένος.

-Παλιοτσούλα! Ετοιμάζεσαι να με αφήσεις και μάλιστα με το παιδί μου στην κοιλιά σου; ούρλιαξε εκείνος και έπιασε τη Λουκία από τα μαλλιά σέρνοντας την στο πάτωμα.

-Φύγε Ερασμία, τρέξε,  φώναξε η Λουκία τρομαγμένη τη στιγμή που το χέρι του χτυπούσε με δύναμη το στόμα της και σταγόνες από αίμα και σάλιο εκσφενδονίζονταν προς όλες τις κατευθύνσεις.


Ό,τι έγινε από εκεί και μετά, η Λουκία σαν ταινία τα θυμόταν. Η Ερασμία να τον καβαλάει  από πίσω και με τα μικρά της χέρια να προσπαθεί να τον πνίξει. Εκείνος να προσπαθεί να ελευθερωθεί. Η Λουκία να ψάχνει σαν τρελή κάτι μέσα στο συρτάρι. Πέντε δευτερόλεπτα νωρίτερα αν το είχε βρει. Πέντε δευτερόλεπτα. Τόσο χρειάστηκε εκείνος για να πιάσει την Ερασμία από τα πόδια, να την φέρει μπροστά του και να την πετάξει με δύναμη στο τοίχο απέναντι. Πέντε δευτερόλεπτα που άλλαξαν τα πάντα. Βλέποντας το αίμα από το κεφάλι της Ερασμίας να τρέχει ασταμάτητα, η οργή τη θόλωσε. Η πρώτη μαχαιριά τον βρήκε δίπλα στην καρδιά και τον έκανε να παραπατάει. Η δεύτερη μαχαιριά τον βρήκε στην πλάτη. Η τρίτη μαχαιριά τον βρήκε στον λαιμό  και πλέον ήταν στο πάτωμα. Οι επόμενες μαχαιριές δεν είχαν νόημα, εκείνη όμως λυσσασμένα συνέχιζε. Έμπηγε το μαχαίρι με οργή  πάνω στο κρέας του ξανά και ξανά.  Και όταν πλέον βεβαιώθηκε πως ήταν νεκρός, έτρεξε στην Ερασμία. Πήρε αγκαλιά το ματωμένο κεφάλι της και έσκυψε κοντά στο στόμα της να δει αν αναπνέει. Τίποτα όμως δεν ακουγόταν.

-Συγνώμη!!!!!!!!!! Συγνώμη!!!!!!!!!  άρχισε να ουρλιάζει με πόνο και έσφιξε στην αγκαλιά της, το άψυχο πλέον σώμα της κοπέλας.                  


για τη συνέχεια πατήστε εδώ

Πέμπτη, 26 Απριλίου 2018

ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ : κεφάλαιο δέκατο τρίτο




Αλεξάνδρεια 1966


Οι αρραβώνες είχαν γίνει μέσα σε μια χλιδή τόσο ψεύτικη και κούφια, όσο και η σχέση των δύο μελλόνυμφων. Η Λουκία ντυμένη μ' ένα πανάκριβο φόρεμα, στεκόταν δίπλα στον άντρα της ανέκφραστη σαν τρόπαιο. Εκείνος πάλι έδειχνε εκστασιασμένος που ακόμα μια ζωή είχε υποταχθεί οριστικά σε εκείνον. Το περίεργο όμως δεν ήταν η δική του συμπεριφορά. Το περίεργο ήταν η συμπεριφορά του Μάρκου, που έμοιαζε σαν να το διασκεδάζει ειλικρινά. Αυτό θύμωνε και απογοήτευε περισσότερο τη Λουκία, που είχε κάνει ότι περνούσε από το χέρι της για να μπορέσει εκείνος να γλιτώσει. Μάταια δηλαδή προσπαθούσε τόσες μέρες να πείσει την Ερασμία να φύγει; Μάταια την είχε πληγώσει απαιτώντας να απολυθεί από τον άντρα της; Μάταια είχε καταδικάσει τον εαυτό της μέσα στην απόλυτη μοναξιά; 


Και όσο ο έντιμος σύζυγος της  έπινε χωρίς μέτρο, συνομιλώντας με τους καλεσμένους έντονα, εκείνη διακριτικά χώθηκε στην κουζίνα που η Φεριχά μαζί με άλλες αιγύπτιες γυναίκες ετοίμαζαν  πυρετωδώς το δείπνο. Πόσο της έλλειπε η Ερασμία…  Εκείνη ήταν που της είχε μάθει τελικά να μαγειρεύει με μεράκι τα ελληνικά φαγητά.


-Τσακίσου βγες τώρα έξω στη σάλα! Αν δεν σκεφτόμουν πως θα δει ο κόσμος τα μούτρα σου ματωμένα, θα σου έδινα μια στη μούρη να μάθεις να κρύβεσαι μέσα στην κουζίνα σαν δουλικό! Δεν έσκασα εγώ μια περιουσία για το φόρεμα σου, για να το βλέπουν οι υπηρέτριες! ούρλιαξε και την τράβηξε απότομα από το μπράτσο σπρώχνοντάς την με δύναμη.


Παραπατώντας και τρίβοντας το χέρι της βγήκε και πάλι στον κόσμο προσπαθώντας να μην φανεί πόσο πονούσε. Μόνο ο Μάρκος φάνηκε να αντιλαμβάνεται τι είχε προηγηθεί μόλις την αντίκρισε και αμέσως απέστρεψε το βλέμμα του. 


Ώρες μετά το σπίτι έμοιαζε βομβαρδισμένο. Το κτήνος είχε πέσει αναίσθητο και ροχάλιζε στο κρεβάτι και η Λουκία με βία προσπαθούσε να βγάλει τη βραδινή τουαλέτα από πάνω της λες και της έκαιγε το δέρμα. Το αδύνατο μπράτσο της ήταν όλο μελανό. Για λίγο το επεξεργάστηκε στον μεγάλο καθρέφτη και βιαστικά φόρεσε το νυχτικό της. Τουλάχιστον απόψε δεν θα την άγγιζε τόσο που είχε πιεί. Το στόμα της κολλούσε από την αηδία του φιλιού που της είχε δώσει πριν λιποθυμήσει. Όσο πιο αθόρυβα μπορούσε βγήκε από το δωμάτιο, κατέβηκε τη μεγάλη σκάλα και μπήκε στην σκοτεινή κουζίνα. Με τα χέρια της άρχισε να πίνει νερό από την βρύση και να βρέχει με μανία το πρόσωπο της. Μακάρι να μπορούσε το νερό να ξεπλύνει τη βρωμιά του, σκεφτόταν και έτριβε όλο και πιο μανιασμένα τα μάγουλα και τα χείλια της, όταν τον άκουσε να μπαίνει.


-Σε χτύπησε πάλι;

-Λιπόθυμος είναι…

-Δεν εννοώ τώρα, εννοώ πριν.

-Μόνο μια μελανιά στο μπράτσο, τίποτα σπουδαίο.

-Λίγο υπομονή κάνε. Λίγο μόνο ακόμα…

-Μάρκο σε παρακαλώ, άσε με μόνη μου! Φύγε!

-Λουκία σου έχω μήνυμα από την Ερασμία.

-Από την Ερασμία;

-Ναι… Δεν σου είπα τίποτα νωρίτερα, γιατί μέχρι τελευταία στιγμή πρέπει όλα να μοιάζουν φυσιολογικά. Αλλά δεν μπορώ άλλο να σε βλέπω έτσι.

-Δεν καταλαβαίνω τίποτα…

-Αύριο το απόγευμα θα παντρέψω την Ερασμία και τον Μενέλαο στον Άγιο Σάββα. Οι ιερείς είναι ενήμεροι πως δεν πρέπει να γίνει γνωστός ο γάμος και σέβονται την επιθυμία του ζευγαριού. Ο Μενέλαος είναι ορφανός και οι γονείς της Ερασμίας είναι στο Κάιρο όπως ήδη γνωρίζεις. Τους έχει ενημερώσει για τον γάμο και συναινούν. Αύριο τα ξημερώματα θα φύγουν με το νυχτερινό πλοίο για Κύπρο και από εκεί για Ελλάδα. Η Ερασμία μου ζήτησε να σου πω πως δεν σε ξεχνάει. Πως ξέρει πως θα είσαι σε καλά χέρια. Και πως ανυπομονεί να ειδωθείτε ξανά.

-Το νυφικό μου. Θέλω να της χαρίσω το νυφικό μου. Μάρκο σε παρακαλώ θα της πάς το νυφικό μου; Θέλω να το φορέσει και ύστερα να το πουλήσει.  Θα σου δώσω και κάποια άλλα πράγματα να της πας. Τη βούρτσα μου και κάποια κοσμήματα. Να τα πουλήσει πες της όλα. Θα χρειαστούν τα λεφτά στην καινούρια τους ζωή. Μακάρι να μπορούσα να είμαι και εγώ στον γάμο… Να είναι ευτυχισμένη πες της. Να είναι πάντα ευτυχισμένη και πως την αγαπάω πολύ, θα της τα πεις; Ορκίσου μου ότι θα της τα πεις, είπε μέσα σε αναφιλητά η Λουκία που πλέον συνειδητοποιούσε πως έχανε οριστικά κάθε δίοδο στην ελπίδα με την αναχώρηση του Μάρκου και της Ερασμίας.

-Λουκία θα της πάω ό,τι θες και θα της μεταφέρω τα λόγια σου, αλλά θα την ξαναδείς! Δεν με προσέχεις όταν μιλάω. Θα είσαι σε καλά χέρια και σύντομα θα είστε πάλι μαζί με την Ερασμία.

-Δεν είμαι παιδί Μάρκο. Να πάτε στην ευχή της Παναγίας και να είσαστε τυχεροί και ευτυχισμένοι. Ειλικρινά δεν κρατάω σε κανέναν σας κακία που φεύγετε, όπως είχες πει και εσύ, εγώ είχα επιλογή, μονολόγησε και  άρχισε να περπατάει προς την πόρτα όταν εκείνος την σταμάτησε και με τα χέρια του άρχισε να σκουπίζει τρυφερά τα δάκρυα της.

-Ο Μενέλαος και η Ερασμία φεύγουν. Εγώ θα μείνω πίσω. Ο Μενέλαος έχει φίλους στην Κύπρο. Θα μας φτιάξει πλαστές ταυτότητες. Μόλις όλα είναι έτοιμα θα φύγουμε και εμείς Λουκία. ΜΑΖΙ! Λίγο ακόμα υπομονή, λίγο ακόμα θέατρο και θα είμαστε όλοι ελεύθεροι. Τις τελευταίες μέρες κατάφερα να τον πείσω να μου δώσει τους κωδικούς του χρηματοκιβωτίου. Γιατί νομίζεις τα αποψινά καραγκιοζιλίκια; Για το τίποτα; Μόλις όλα είναι έτοιμα θα πάρουμε τα λεφτά και θα εξαφανιστούμε, είπε και τη φίλησε γλυκά στο μελανιασμένο μπράτσο λες και φιλούσε εικόνισμα.

-Αλήθεια; Μου λες αλήθεια; Πες μου πως λες αλήθεια! Μην μου το κάνεις αυτό. Μην μου δίνεις ελπίδες. Πονάει η ελπίδα περισσότερο από την απελπισία. Πονάω… είπε και χώθηκε ολόκληρη μέσα στην αγκαλιά του τρέμοντας.

-Δεν σε αφήνω Λουκία μου. Δεν σε αφήνω. Και στην κόλαση μαζί σου θα έρθω! Και κλέφτης θα γίνω και φονιάς αν χρειαστεί. Επιτέλους μπορώ και νιώθω και πάλι. Πες μου πως θα αντέξεις. Μόνο αυτό πες μου, ψέλλισε και της χάιδεψε τα μαλλιά.

-Θα αντέξω.  Θα αντέξω για όσο χρειαστεί, δήλωσε εκείνη με θάρρος και γλίστρησε με δυσκολία μέσα από την αγκαλιά του, αφήνοντας τον μόνο στην κουζίνα να ονειρεύεται μια ζωή απαλλαγμένη από τον φόβο και την πίκρα. 


Σε ένα όμορφο μπόγο η Λουκία τύλιξε εκείνο το βράδυ το δαντελένιο νυφικό της, την επάργυρη βούρτσα της και μια χρυσή καρφίτσα δώρο του πατέρα της. Αυτά ήταν τα γαμήλια δώρα της στην Ερασμία. Και όταν τα έδωσε την επόμενη μέρα, μετά το πρωινό, βιαστικά στον Μάρκο για να μην τους δουν, του χάιδεψε το χέρι καθώς του τα έδινε και εκείνος αναστέναξε στο φευγαλέο άγγιγμά της.
……………………………………………………………………………………………………………………………

Το αρχικό σοκ το διαδέχτηκε ένας εκνευρισμός φαινομενικά αδικαιολόγητος. Έκλεισε κινητά, έβγαλε το σταθερό από την πρίζα, έκλεισε τα παντζούρια του σπιτιού και λούφαξε στο σκοτάδι. Σχεδόν δύο χρόνια τώρα η Έρη είχε κάνει ότι περνούσε από το χέρι της να μάθει να ζει με την απώλεια του γιου της. Αρχικά είχε αρχίσει τα χάπια και το αλκοόλ. Στη συνέχεια είχε πετάξει τον Βασίλη έξω από τη ζωή της. Αδύνατο της ήταν να συνυπάρξει μαζί του πλέον. Αδύνατο να του συγχωρήσει το γεγονός πως ποτέ δεν είχε θελήσει αυτό το παιδί. Τεράστιο αγώνα είχε χρειαστεί να δώσει για να τον πείσει πως όλα τα εμπόδια, που εκείνος έβλεπε, ήταν στην πραγματικότητα ανύπαρκτα. Τι σήμαινε πως ήταν μικροί; Τι σήμαινε πως ακόμα δεν είχαν δουλειές; Τι σήμαινε πως ίσως κάποτε στο μέλλον να ερχόταν η σωστή ώρα; Εκείνη το ήθελε το μπιζελάκι στην κοιλιά της. Το μπιζελάκι αυτό ήταν κομμάτι των δύο τους. Και στο τέλος με το πείσμα της τον είχε πείσει να το κρατήσουν.

Εννιά μήνες η Έρη έκανε όνειρα. Χάιδευε την κοιλιά της και ονειρευόταν και ας μην συμμεριζόταν εκείνος τα όνειρα. Και ας βαρυγκωμούσε για τα έξοδα. Και ας απομακρυνόταν κάθε μέρα όλο και περισσότερο. Και ύστερα ήρθε η γέννα και μαζί της ήρθε και η ημερομηνία λήξης της ευτυχίας της. Σοβαρή εγκεφαλική παράλυση με μέγιστο προσδόκιμο ζωής τους τρείς μήνες. Καταπέλτης η διάγνωση για τη ψυχή της. Αυτό το όμορφο αγοράκι δεν θα περπατούσε ποτέ, δεν θα την έλεγε ποτέ μαμά, δεν θα μεγάλωνε ποτέ. Θα έφευγε κάνοντας ένα μικρό πέρασμα, πράγμα που σε εκείνον έμοιαζε τόσο μάταιο και ανούσιο. Έκλαψε η Έρη πολύ. Έκλαψε τόσο πολύ, που νόμισε πως τα δάκρυα στέρεψαν. Έκλαψε και πόνεσε και εκείνος δεν της κρατούσε καν το χέρι, όσο πάλευε να αποδεχτεί πως δεν είχε καμία δύναμη πάνω στη μοίρα του παιδιού της.  Έγινε έτσι σκύλα. Αληθινή σκύλα και αγκάλιασε το φοβισμένο κουτάβι της. Εκείνη δεν θα το εγκατέλειπε. Εκείνη θα ήταν εκεί να το αγκαλιάζει κάθε δευτερόλεπτο που εκείνο θα ανέπνεε. Εκείνη θα το χάιδευε, θα του μιλούσε  και όταν θα ερχόταν η ώρα, εκείνη θα του κρατούσε το χεράκι να μην φοβάται. 

Πέντε μήνες έζησε ο μικρός Παναγιώτης, ξεπερνώντας σχεδόν στο διπλάσιο τις στατιστικές. Πέντε μήνες που η Έρη ξέχασε τα πάντα. Πέντε μήνες που ο γιός της τρεφόταν περισσότερο από τη δική της ανάσα και λιγότερο από τα σωληνάκια που έβγαιναν από το κορμάκι του. Πέντε μήνες που χρεώθηκε παντού για να εξασφαλίσει στο παιδί της την καλύτερη, και εντελώς παράλογη κατά τον Βασίλη, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Οι πέντε καλύτεροι και ταυτόχρονα χειρότεροι μήνες της ζωής της Έρης. Πέντε μήνες που την δίδαξαν τόσα πράγματα… Πέντε μήνες που όταν τελείωσαν την άφησαν πιο άδεια και πιο μόνη από ποτέ.

Το διαζύγιο είχε υπάρξει φυσική συνέπεια. Αυτό ήταν καθαρά δική της επιλογή. Για καιρό μετά το θάνατο του Παναγιώτη ήταν ανίκανη ακόμα και να αυτοεξυπηρετηθεί. Το πένθος της την τραβούσε σαν δίνη όλο και πιο βαθειά μέσα του. Ώσπου έπιασε πάτο, όταν μισολιπόθυμη την έφερε ένα περιπολικό στους γονείς της. Σε ένα στενό μεθυσμένη και ξαπλωμένη την είχαν βρει να κοιτάζει  με απάθεια τον ουρανό. Οι γονείς της τότε απελπισμένοι, της ζήτησαν να φύγει από την πόλη. Να πάει στην Αθήνα. Να κάνει μια καινούργια αρχή. Να προσπαθήσει να πατήσει ξανά στα πόδια της. Εκείνοι θα πλήρωναν ένα ψυχολόγο να τη βοηθήσει.

Μάζεψε έτσι τα κομμάτια της και έφυγε. Και νόμιζε πως τα πήγαινε καλά. Λίγο οι συνεδρίες που όλο και αραίωναν, λίγο το νέο περιβάλλον, λίγο ο αγώνας να μπορέσει να καλύψει τα δανεικά που είχε πάρει και πλέον μπορούσε και ανέπνεε, χωρίς να νιώθει ενοχή για κάθε ανάσα που έπαιρνε.

Γιατί  όμως τώρα ο Γιώργος τη γυρνούσε πάλι πίσω; Τι ήταν εκείνο που την έκανε τόσες μέρες πάλι να νιώθει παραίτηση; Τέτοια σκεφτόταν και έσπρωχνε το χρόνο. Λιγότερο από εικοσιτετράωρο είχε απομείνει για να φύγει εκείνος και πάλι πίσω στην έδρα του. Λιγότερο από εικοσιτετράωρο για να μπορέσει να ανασάνει και πάλι. Λιγότερο από εικοσιτετράωρο, για να επιβεβαιώσει πως απλά μια σαρκική ατασθαλία ήταν όλο αυτό, όταν χτύπησε το κουδούνι του σπιτιού της.

Για λίγα λεπτά στεκόταν μπροστά το θυροτηλέφωνο και σκεφτόταν αν έπρεπε να ανοίξει. Αν ανοίγοντας του θα έκανε τα πράγματα καλύτερα ή χειρότερα. Στο τέλος όμως άνοιξε. Άνοιξε λες και το χέρι της είχε δική του θέληση και δεν υπάκουε στο μυαλό της.
-Χριστός Ανέστη.
-Αληθώς.
-Σήμερα γύρισες;
-Γιώργο, τι θέλεις;
-Να μιλήσουμε, γι αυτό που έγινε.
-Δεν έχουμε κάτι να πούμε, μην ανησυχείς. Πες πως δεν έγινε καν.
-Αυτό νομίζεις; Πως ήρθα για να εξασφαλίσω πως δεν θα διαρρεύσει; Απορώ γιατί «συμμετείχες» τόσο άσχημη γνώμη που έχεις για μένα.
-Δεν έχω άσχημη γνώμη για σένα. Ενήλικες άνθρωποι είμαστε. Ο καθένας μας μάλλον το έκανε για δικούς του λόγους. Και οι δύο θα πρέπει να ζήσουμε με την επίγνωση της πράξης μας. Απλά σου εξηγώ πως δεν έχω πρόθεση να κάνω τη ζωή σου δύσκολη.
-Πόσο πιο δύσκολη απ ότι είναι ήδη; Εριφύλη θέλω χρόνο. Πρέπει να βάλω κάποια πράγματα σε σειρά. Τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται. Μην βιάζεσαι να βγάλεις συμπεράσματα. Έχω ανάγκη από απαντήσεις αυτή τη στιγμή. Αν δεν βρω απαντήσεις, δεν μπορώ να ξεκαθαρίσω τίποτα. Και το θέμα μου δεν είναι η Μαρίνα. Με την Μαρίνα ζούμε συναινετικά εδώ και χρόνια. Η Ερασμία το γνωρίζει και για κάποιο λόγο σε σπρώχνει δίπλα μου. Σε λίγες μέρες έχω κανονισμένο ένα ταξίδι στο Κάιρο. Εκεί πιστεύω θα βγάλω κάποια συμπεράσματα. Λίγες μέρες πριν έρθω Ελλάδα έλαβα ένα τηλεφώνημα που έκανε κάποιες υποψίες μου να αρχίσουν να παίρνουν σάρκα και οστά. Κάποτε μου είπες πως πάω εμμονικά με τη λογική. Με αδίκησες τότε… Σαράντα οχτώ χρόνια που ζω προσπαθώ να αγνοώ τη λογική μου. Για πρώτη φορά θα τη βάλω μπροστά να κλείσω εκκρεμότητες. Χωρίς την αλήθεια, τίποτα δεν μπορεί να είναι αληθινό. Μια ζωή χτίζω πάνω σε ψέματα. Μαζί σου αν είναι να κάνω το οτιδήποτε, θα το κάνω με βάση την αλήθεια. Μπορείς λοιπόν να μου δώσεις λίγο χρόνο;
-Γιώργο δεν ξέρω. Φοβάμαι… Δεν ξέρεις και εσύ τίποτα για μένα.  Κουβαλάω πολλά, πολλά που δεν ξέρεις.
-Ξέρω πως για μένα είσαι η Εριφύλη. Η έξοχη όλων των γυναικών. Η δική μου ξεχωριστή. Η μάνα μου το είδε αυτό, πριν το δω εγώ καν. Λίγο χρόνο, λίγο μόνο. Αυτό σου ζητάω. Και ύστερα μια ευκαιρία. Μια ευκαιρία να ανοίξουμε τα χαρτιά μας στο τραπέζι και βλέπουμε. Δεν είναι όλες οι σχέσεις σαν εκείνων. Δεν είναι όλων οι σχέσεις βγαλμένες από τα παραμύθια. Βαρέθηκα να ψάχνω  το δικό τους απόλυτο κούμπωμα και να μην το βρίσκω. Βαρέθηκα να τους κοιτάζω και να ζηλεύω το δέσιμο τους. Αυτό ήταν που μικρότερο με έβαλε σε σκέψεις και άρχισα να σκαλίζω. Το μεμπτό τους ψάχνω, να λυτρωθώ. Γιατί κάτι υπάρχει. Είμαι σίγουρος πως κάτι υπάρχει!
-Φύγε, πήγαινε και βρες ότι χρειάζεσαι. Βρες ότι έχεις ανάγκη. Και ύστερα έλα. Έλα να ανοίξουμε τα χαρτιά μας, όπως λες, και όπου βγάλει. Και εγώ βαρέθηκα να με τιμωρώ. Βαρέθηκα να με προστατεύω, είπε η Έρη και χώθηκε στην αγκαλιά του.  

Ακίνητοι και αγκαλιασμένοι έμειναν για κάμποσα λεπτά χωρίς να λένε τίποτα. Δυο άνθρωποι με είκοσι χρόνια διαφορά ηλικίας , δύο άνθρωποι με διαφορετικές προσλαμβάνουσες και διαφορετικά βιώματα, δύο άνθρωποι που γνώριζαν στο ελάχιστο ο ένας τον άλλο, δύο άνθρωποι που η τύχη είχε φέρει κοντά λες και είχε λειτουργήσει σαν αόρατος υπερφυσικός μαγνήτης. Δυο άνθρωποι που χωρίς να το γνωρίζουν περπατούσαν πάνω σε μια παράλληλη διαδρομή, απλά και μόνο για να της δώσουν ένα διαφορετικό φινάλε.  
               
για τη συνέχεια διαβάστε εδώ