Παρασκευή, 20 Απριλίου 2018

ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ : κεφάλαιο όγδοο



Αλεξάνδρεια 1966

Η Λουκία κοίταξε με μελαγχολία τη θάλασσα. Πάντα την παρηγορούσε το μπλε της. Τουλάχιστον όπως είχαν έρθει τα πράγματα δεν θα αναγκαζόταν να εγκαταλείψει τον τόπο της. Με τον καιρό θα μάθαινε να τον αγαπάει. Τι κι αν εκείνος ήταν σχεδόν τριάντα χρόνια μεγαλύτερος της. Στα είκοσι τέσσερα της χρόνια, δεν είχε και πολλά περιθώρια να είναι επιλεκτική. Όμορφη δεν ήταν, πλούσια δεν ήταν, αρχοντική καταγωγή δεν είχε, αφού βρέθηκε έστω και εκείνος να τη ζητήσει σε γάμο το συνετότερο που θα έπρεπε να κάνει, ήταν να δεχτεί. Άλλωστε δεν ήταν κανένας τυχάρπαστος. Από τους μεγαλύτερους εμπόρους της πόλης ήταν, και ας ακουγόντουσαν ψίθυροι πως δεν ήταν και τόσο καθαρός. Αν πίστευε ότι λεγόταν για εκείνον, τότε θα έπρεπε να πάρει το πρώτο καράβι και να πάει παρακόρη σε κάποιο σπίτι πίσω στην Ελλάδα, όπως σκόπευε να κάνει πριν σκάσει το προξενιό. Εντάξει την ξένιζε λιγάκι που είχε γιο στην ηλικία της, αλλά αφού ήταν πρόθυμος να κάνει και μαζί της παιδιά ούτε γάτα, ούτε ζημιά. Όλα καλά θα πήγαιναν. Μόλις γνωριζόντουσαν καλύτερα εκείνος θα εκτιμούσε τις αρετές της. Γιατί για να τη ζήτησε σε γάμο, σίγουρα κάτι θα είχε δει σε εκείνη.

Ούτε που είχε περάσει από το μυαλό της, όταν την είχε στείλει ο πατέρας της να πάει κάτι παραστατικά στο γραφείο του, ότι λίγες εβδομάδες αργότερα θα τη ζητούσε σε γάμο. Αυστηρά την είχε υποδεχτεί και ακόμα πιο ψυχρά είχε αρπάξει από τα χέρια της τα τιμολόγια. Εντάξει δεν περίμενε να της πιάσει και κουβέντα. Το αφεντικό του πατέρα της ήταν τα τελευταία πέντε χρόνια. Ευτυχώς δηλαδή που τον είχε προσλάβει εκείνος τότε που είχε χάσει τη δουλειά του και μπορούσαν και επιβίωναν.

-Είναι σκληρός άνθρωπος παιδί μου, και μεγάλος, υπερβολικά μεγάλος, της είχε πει ο πατέρας της προβληματισμένος αν ο γάμος αυτός έπρεπε να γίνει.
-Πατέρα βλέπεις να κάνουν ουρά να με παντρευτούν; Τον Αύγουστο κλείνω τα είκοσι τέσσερα. Πρέπει να σκεφτώ και εσάς λιγάκι. Μεγαλώνεις... , είχε εξηγήσει με ηρεμία η Λουκία.
-Πολλά ακούγονται κόρη μου. Πολλά... Λένε πως εκείνος έφταιγε που πέθανε η πρώτη γυναίκα του. Λένε πως ήταν πολύ σκληρός μαζί της. Δεν θες να το σκεφτούμε λιγάκι; Η αδελφή μου στο Άργος μου έστειλε γράμμα. Βρήκε ένα σπίτι να πας να δουλέψεις. Ίσως είναι καλύτερα αν φύγεις από εδώ. Στην Ελλάδα ίσως έχεις καλύτερη τύχη.
-Μακρυά από την Αλεξάνδρεια θα μαραθώ. Μακριά από τη θάλασσα δεν θα μπορώ να ζήσω. Έχω ανάγκη τις ρίζες μου. Λες και δεν με ξέρεις, κάνεις.
-Καλά παιδί μου, καλά. Μακάρι να σου φερθεί όπως σου αξίζει. Γιατί Λουκία μου, φως της ζωής μου, μπορεί να μην είσαι όμορφη, αλλά είσαι πολύτιμη και στραβός είναι όποιος δεν το βλέπει αυτό, είχε πει ο πατέρας της και την είχε φιλήσει στο κεφάλι όπως έκανε πάντα.

Με το θαλασσινό αέρα να μαστιγώνει να μάγουλα της ήξερε πως έκανε το σωστό. Η πίστη της άλλωστε στους ανθρώπους ήταν και αυτό που την χαρακτήριζε. Μάζεψε έτσι όλο το θάρρος της και ξεκίνησε για το σπίτι του αρραβωνιαστικού της που σήμερα θα της γνώριζε το προσωπικό. Απίστευτο της φαινόταν πως θα είχε προσωπικό. Απίστευτο της φαινόταν και πως το νυφικό το είχε παραγγείλει ο ίδιος στο Παρίσι. Όλο κεντημένη δαντέλα στο χέρι της είχε πει με έπαρση πριν μέρες. Εντάξει ακόμα δεν ήξερε πως τη Λουκία οι πολυτέλειες την τρόμαζαν.Θα το καταλάβαινε με τον καιρό.

Σαν μαυσωλείο έμοιαζε το μεγάλο σπίτι. Παντού κρύο μάρμαρο. Αν ένα σπίτι έχει μείνει χωρίς γυναίκα τόσο καιρό, ρημάζει, σκέφτηκε και ακολούθησε τον μέλλοντα σύζυγό της με το κεφάλι σκυμμένο.

-Μην φέρεσαι σαν υπηρέτρια! Ψηλά το κεφάλι σου, τη μάλωσε και εκείνη προσπάθησε να μην δείχνει τόσο έξω από τα νερά της.
-Αυτός είναι ο σοφέρ ο Αχμέτ, μιλάει ελληνικά, τον έχω χρόνια. Αυτή είναι η Φεριχά η μαγείρισσα. Μόλις μάθεις να μαγειρεύεις καλά, θα πάρει πόδι. Εσύ θα μαγειρεύεις. Οι Έλληνες θέλουμε να μας μαγειρεύουν οι γυναίκες μας και όχι αυτοί οι αλλόθρησκοι. Και αυτό το μυξιάρικο είναι η Ερασμία. Μου την βρήκε ο κουμπάρος μου. Είναι πάνω κάτω στην ηλικία σου. Θα σε βοηθάει σε ότι χρειαστείς και θα καθαρίζει το σπίτι. Μην την κοιτάς που μοιάζει με καθυστερημένο. Δύσκολο να βρεις Έλληνες υπάλληλους, τώρα που όλοι γυρνάνε πίσω στην πατρίδα. Δεν θέλω πολλά, πολλά με το προσωπικό. Δεν τους πληρώνω για να μας κάτσουν στον σβέρκο. Μπορεί να μην έχεις ευγενική καταγωγή, αλλά τώρα που θα φέρεις το όνομα μου οφείλεις να συμπεριφέρεσαι και αναλόγως.
-Μάλιστα, αποκρίθηκε η Λουκία και εκείνος την αγριοκοίταξε
-Σε τρεις μέρες θα φτάσει ο γιος μου ο Μάρκος από την Αγγλία. Όπως είπα και στον πατέρα σου, ότι έχω ήδη απόγονο, δεν σημαίνει πως δεν θα κάνω και άλλους. Είμαι γερός σαν ταύρος και σύντομα θα στο αποδείξω και στην πράξη. Άλλωστε σκοπεύω να τον παντρέψω και αυτόν με την κόρη ενός συνεταίρου μου. Καλά έφαγε και ήπιε τόσα χρόνια στις πλάτες μου. Ώρα να αναλάβει και αυτός τις υποχρεώσεις του. Τον Μάρκο να μην τον θεωρείς εμπόδιο. Ο Μάρκος θα σε σέβεται, γιατί εγώ θα του το επιβάλλω. Έγινα κατανοητός;
-Απόλυτα, απάντησε η Λουκία κοιτώντας με την άκρη του ματιού της την Ερασμία που έμοιαζε κλαμμένη.  Άραγε γιατί έμοιαζε τόσο τρομοκρατημένη; αναρωτήθηκε και σημείωσε μέσα στο μυαλό της να πλησιάσει το κορίτσι όταν θα μετακόμιζε στο σπίτι.
-Για τις επόμενες μέρες δεν θα ιδωθούμε. Δεν πιστεύω στις προλήψεις, αλλά τη νύφη μου θα την δω κατευθείαν στην εκκλησία. Στην ηλικία μου δεν έχω καιρό για χάσιμο. Την ερχόμενη Κυριακή παντρευόμαστε. Το νυφικό σου αυτή τη στιγμή που μιλάμε θα φτάνει στο σπίτι σου. Φρόντισε να το τιμήσεις!  είπε και χωρίς να της ρίξει δεύτερη ματιά χάθηκε μέσα στη βιβλιοθήκη.

Μην ξέροντας τι να κάνει, μαρμαρωμένη σαν το μάρμαρο που πατούσε, κοίταξε την έξοδο. Άραγε έπρεπε να φύγει τώρα;
-Τρέξε κυρά μου να σωθείς, ακούστηκε η Ερασμία να ψελλίζει και η Λουκία αναρίγησε. 
-Ακόμα εδώ είσαι; ούρλιαξε εκείνος από τη βιβλιοθήκη πριν προλάβει η Λουκία να ρωτήσει το κορίτσι τι εννοούσε. Με βιαστικά βήματα άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω στο δρόμο. Κάτι δεν πήγαινε καλά εκεί μέσα της φώναζε το ένστικτό της, αλλά η λογική της το μάλωνε και το έβαζε στη θέση του.        


.................................................................................................................      


Πάλι στην εξορία θα την έβγαζε με το τσιγάρο τους επόμενους μήνες. Ευτυχώς που ο καιρός είχε αρχίσει ήδη να γλυκαίνει. Ο Βασίλης δεν άντεχε καθόλου το τσιγάρο της. Μέχρι και την ημέρα που υπέγραψαν την οριστική απόφαση του διαζυγίου, είχε φροντίσει να της τονίσει πως έπρεπε να το κόψει πάλι. Γιατί το είχε κόψει τους εννιά μήνες της εγκυμοσύνης της αβασάνιστα και χωρίς ιδιαίτερο κόπο. Τι ήθελε και τα σκεφτόταν αυτά απόψε. Λες και είχε περάσει και μια μέρα που να μη το σκεφτεί, έστω και φευγαλέα.

-Αύριο το πρωί φεύγω, δήλωσε βγαίνοντας έξω στον κήπο.
-Στο καλό και να μας γράφεις, είπε εκείνη και του γύρισε την πλάτη θέλοντας να τον διώξει
-Δεν με συμπαθείς, το έχω καταλάβει. Δεν χρειάζεται να φέρεσαι σαν μωρό.
-Εγώ φέρομαι σαν μωρό; Τρεις μέρες είναι που έχω έρθει στο σπίτι και φέρεσαι λες και δεν υπάρχω. Σε έπιασε πάλι καμία κρίση και είσαι φιλικός; Θες μήπως να ζητήσεις κάτι πάλι;
-Όχι Εριφύλη, δεν θέλω να ζητήσω κάτι. Να σε αποχαιρετίσω θέλω. Να σου πω ευχαριστώ θέλω, αλλά δεν μου το κάνεις και ιδιαίτερα εύκολο. Σε δύο εβδομάδες είναι το Πάσχα. Αν θες, τη μια εβδομάδα που θα είμαι εδώ με τη Μαρίνα και τα παιδιά, μπορείς να πας και εσύ στους δικούς σου, στη σχέση σου, όπου βασικά θες, πρότεινε φιλικά και η Έρη τον κοίταξε αινιγματικά.
-Αν ο κύριος Μενέλαος μου ζητήσει να φύγω, θα το κάνω. Από εκείνον παίρνω πλέον εντολές.
-Δεν σε διώχνω. Να γίνω λίγο συμπαθής προσπαθώ το φελέκι μου! Μείνε αν το θες, να σε γνωρίσουν και οι υπόλοιποι. Η Μαρίνα δεν είναι σαν εμάς. Θα μπορείς να συζητήσεις μαζί της. 
-Και πως έμπλεξε μαζί σου; 
-Συνεχίζεις να είσαι εριστική, αλλά θα σου απαντήσω. Δεν είναι όλοι οι άνθρωποι τόσο απόλυτοι όσο είσαι εσύ. Σοβαρά, αν μείνεις, θα είναι και σε εκείνη ευκολότερη η διαμονή εδώ. Αγαπάει τους γέρους μου, αλλά όπως θα έχεις παρατηρήσει, δεν είναι ιδιαίτερα ομιλητικοί. Τα παιδιά πάλι είναι σε τέτοιες ηλικίες, που δεν θα μένουν και πολύ σπίτι. Εφηβεία βλέπεις.
-Καλά πόσο χρονών είσαι και έχεις παιδιά στην εφηβεία;
-Σαράντα οχτώ. Μάλλον μου έκανες κομπλιμέντο μόλις. Ναι ξέρω πως δεν μου φαίνεται, αλλά τόσο είμαι. Ο Μενέλαος λέει πως μοιάζω του παππού μου. Και εκείνος όμως, αν δεν είχε τόσα θέματα υγείας, δεν θα φαινόταν η ηλικία του.
-Πράγματι. Εβδομήντα πέντε τα κεράκια στην τουρτα του νωρίτερα.
-Γενέθλια με χρονοκαθυστέρηση. Θα έσκαγε η Ερασμία αν δεν κάναμε γενέθλια. Σε έβαλε να φτιάξεις πάλι και λαχανοντολμάδες.
-Δεν πειράζει, αυτή τη φορά ήξερα και πως να το κάνω.
-Μεταξύ μας δεν τρωγόντουσαν... Έπρεπε να φας λαχανοντολμάδες από τη μάνα μου, να δεις τι πάει να πει μαγείρισσα παλιά κοπής.
-Μαγέιρεψε εσύ χωρίς αλάτι, χωρίς μπαχαρικά, χωρίς πολλά λάδια και τσιγαρίσματα και μετά έλα να μου πεις αν θα τρώγεται το φαί!
-Γιατί νομίζεις δεν μαγειρεύει η ίδια; Γιατί δεν μπορεί; Γιατί δεν θυμάται; Γιατί αρνείται να σερβίρει στον Μενέλαο άνοστο φαγητό που μαγείρεψε η ίδια. Ξέρει πως έτσι πρέπει να είναι το φαγητό τους, αλλά θέλει ο άντρας της να θυμάται τη γεύση της νιότης τους.
-Λες να παθαίνει πάλι κρίση; Την ώρα που σβήσαμε την τούρτα του είπε "σ'αγαπάω Μάρκο μου" και αυτός δάκρυσε.
-Πιθανόν. Μάρκο λένε το γιό μου. Ίσως να τον μπέρδεψε. Συχνά το κάνει πάντως αυτό τελευταία. Του έχει και αδυναμία του μικρού.
-Μάρκο; Πως και δεν απαίτησαν να τον βγάλεις Μενέλαο; Τον πεθερό σου λένε Μάρκο;
-Μεγάλη ιστορία... Μάρκο έλεγαν τον κολλητό του πατέρα μου που πέθανε νέος. Εκείνος ήταν η αιτία λένε που γνωρίστηκε η Ερασμία με τον Μενέλαο. Εκείνος τους πάντρεψε λίγο πριν πεθάνει. Γιαυτό η Ερασμία επέμενε να βγάλω το παιδί Μάρκο. Και αν η Ερασμία θέλει κάτι, εμείς τα αρσενικά της οικογένειας υπακούμε.
-Γι' αυτόν τη γουστάρω! Καλά σας κάνει!
-Γυναίκεια αλληλεγγύη; Μοιάζετε λιγάκι με την Ερασμία. Όχι στην εμφάνιση. Δεν μπορώ να το εξηγήσω, αλλά μοιάζετε. Σαν να κουβαλάτε κάτι κοινό. Τέλος πάντων πολλά είπαμε.
-Φυσικά, κάναμε διάλογο ανθρώπινο. Κάποιος φούρνος θα γκρεμίστηκε!
-Πάω να κοιμηθώ, γιατί πετάω αξημέρωτα. Τα λέμε Εριφύλη σε δύο εβδομάδες.
-Καλό ταξίδι και σταμάτα επιτέλους να με αποκαλείς με ολόκληρο το όνομα μου! Κανένας δεν με φωνάζει έτσι και μου φαίνεται περίεργο όταν το ακούω. Έρη!
-Έγκλημα που το έκοψες. Εγώ Εριφύλη θα σε λέω, κοίτα να το συνηθίσεις, είπε και έφυγε από το κήπο αφήνοντας την πάλι μόνη. Ανάποδος άντρας. Κυκλοθυμικός, αινιγματικός, υπερόπτης, κατέληξε η Έρη και άναψε ακόμα ένα τσιγάρο. Τα πιάτα στο νεροχύτη μπορούσαν να περίμενουν λίγο ακόμα.      
           

Τετάρτη, 18 Απριλίου 2018

ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ : κεφάλαιο έβδομο


-Μου έχετε δέσει και οι δύο τα χέρια. Δεν βρίσκω άλλη λύση...
-Αν τολμήσεις και το κάνεις, ξέχασε με! Τη μάνα σου; Τη μάνα σου ρε; Πως θα κοιμάσαι τα βράδια; Φύγε Γιώργο! Σήκω φύγε και άσε μας. Θα βρούμε οι δυο μας τον τρόπο, όπως κάνουμε πάντα. Αλλά μαζί! Αυτή είναι η δύναμη μας! Το μαζί!
-Σε παρακαλώ, σκέψου λογικά. Ούτε και εμένα με ευχαριστεί αυτό... Για λίγους μήνες θα είναι. Στο υπόσχομαι. Αρχές Ιουλίου το πολύ θα έχω επιστρέψει στην Ελλάδα. Λίγο χρόνο θέλω το κερατό μου!
-Ηλίθιε αν την χώσεις εκεί μέσα δεν θα ζήσει ούτε αυτή, ούτε εγώ μέχρι τον Ιούλιο! Άσε μας να πεθάνουμε τουλάχιστον παρέα!
-Συγνώμη που διακόπτω, είπε δειλά η Έρη κάνοντας την παρουσία της μέσα στο σπίτι αισθητή. Απορροφημένοι από τον καβγά τους δεν είχαν ακούσει την πόρτα να ανοίγει. Και εκείνη ένιωθε ήδη πολύ άβολα με όσα είχε ακούσει.
-Ήρθα να σας αφήσω τα κλειδιά του σπιτιού, συνέχισε απολογητικά και βιαστικά γύρισε την πλάτη της, έτοιμη να φύγει.
-Στάσου!, ακούστηκε η αυστηρή φωνή του κυρίου Μενέλαου και η Έρη ένιωσε τα πόδια της να καρφώνονται στο πάτωμα.
-Έρη θέλω να σου μιλήσω. Γιώργη μπορείς να μας αφήσεις λίγο μόνους; ρώτησε χωρίς να αφήνει περιθώρια στο γιο του να μην σεβαστεί την επιθυμία του.
-Πάω στο νοσοκομείο στη μαμά. Δεν θα αργήσω, είπε ο Γιώργος και αγνοώντας την Έρη βγήκε από το δωμάτιο.
-Πως είναι η κυρία Ερασμία; ρώτησε η Έρη μόλις έμειναν οι δυο τους.
-Συνέρχεται και ανυπομονεί να γυρίσει σπίτι. Αύριο θα της δώσουν εξιτήριο.
-Χαίρομαι. Κύριε Μενέλαε δεν θέλω να σας ενοχλήσω, απλά να πάρω κάποια πράγματά μου, να σας αφήσω τα κλειδιά και έφυγα, είπε τρομοκρατημένη.
-Έρη θέλω να σε προσλάβω. Εγώ, όχι ο γιος μου. Βασικά η Ερασμία θέλει να σε προσλάβει. Θέλουμε για τους επόμενους μήνες να έρθεις να μείνεις μαζί μας. Το ξέρω πως είμαι γέρος και στραβόξυλο. Το ξέρω πως σου κάνω τη ζωή σου δύσκολη. Δεν το κάνω από καπρίτσιο. Θα γεράσεις και θα καταλάβεις. Μακάρι να μπορούσα να βοηθήσω εγώ τη γυναίκα μου, είμαι άχρηστος όμως. Μην νομίζεις πως δεν καταλαβαίνω πως μόνοι μας δεν θα τα καταφέρουμε. Η Ερασμία, χθες που με πήγε ο Γιώργος να τη δω, μου το ζήτησε. Μου είπε πως πολλά έχουμε κάνει, αλλά μας αξίζει να πεθάνουμε μαζί. "Ζήτα από την Έρη βοήθεια. Ρίξε τον εγωισμό σου και τους φόβους σου και ζήτησε της βοήθεια. Θα στη δώσει." Δεν ξέρω γιατί, αλλά πιστεύει πως θα δεχτείς. Και η Ερασμία σπάνια κάνει λάθος. Λοιπόν;
-Θα το κάνω κύριε Μενέλαε. Ούτε και εγώ ξέρω γιατί θα το κάνω, αλλά θα το κάνω, είπε η Έρη χωρίς να το σκεφτεί καθόλου και το γέρικο πρόσωπο του έδειξε να ανακουφίζεται.
-Ο Γιώργος δεν φταίει. Εμείς τον σπρώξαμε να δεχτεί τη δουλειά στη Μαδρίτη. Η μάνα του επέμενε να πάει. Ξέρω πως δεν γνωρίζεις τίποτα για εμάς και αυτό δεν θα αλλάξει, αλλά αν ήξερες, θα καταλάβαινες. Δεν είμαστε όμως κακοί άνθρωποι Έρη, οι κακές πράξεις δεν κρύβουν πάντα πίσω τους κακούς ανθρώπους. Να το θυμάσαι αυτό, αποκρίθηκε διφορούμενα και άρχισε να σπρώχνει το καροτσάκι του προς την πόρτα δείχνοντας πως η κουβέντα τους είχε λάβει τέλος.
-Μέχρι το τέλος της εβδομάδας θα μείνει ο Γιώργος Ελλάδα. Σε αυτό το χρονικό διάστημα μπορείς να μετακομίσεις εδώ. Η Ερασμία ήταν τόσο σίγουρη πως θα έλεγες ναι, που ζήτησε από την Άννα να φρεσκάρει τον ξενώνα. Το οικονομικό δεν είναι θέμα. Στο ξαναλέω εγώ θα πληρώσω την αμοιβή σου και το ενοίκιο του σπιτιού σου για όσο χρονικό διάστημα μένεις εδώ. Εγώ είμαι ο εργοδότης σου πλέον, είπε λες και διάβαζε τη σκέψη της Έρης πως δεν θα ήθελε να έχει άλλα πάρε δώσε με το γιο τους.
-Μέσα στην εβδομάδα θα φέρω τα πράγματα μου, επιβεβαίωσε η Έρη και κρατώντας στο χέρι τα κλειδιά του σπιτιού βγήκε στον ανοιξιάτικο ήλιο.

.........................................................................................................


Λονδίνο 1966

Κρατώντας σφιχτά το τηλεγράφημα στο δεξί χέρι του, στάθηκε δίπλα στον Τάμεση κοιτώντας τα βρώμικα νερά θολωμένος.
-Τι έπαθες ρε Μάρκο και κοκάλωσες, ακούστηκε μια φωνή πίσω του και γύρισε σαστισμένος.
-Εγώ είμαι ρε φίλε. Έγινε κάτι; Είμαστε απέναντι με τα παιδιά και πίνουμε μπύρες. Σε είδα από το παράθυρο να περπατάς σαν χαμένος και ήρθα να ελέγξω αν είσαι καλά, συνέχισε ο Μενέλαος κοιτώντας με ανησυχία τον φίλο του.
-Παντρεύεται Μενέλαε. Να, διάβασε. Παντρεύεται το χούφταλο... Σε δυο εβδομάδες πρέπει να είμαι στην Αλεξάνδρεια να παρευρεθώ λέει στον γάμο.
-Καλά ρε, πόσο είναι που θέλει και γάμους;
-Πενήντα εφτά. Τι θα κάνω; Τώρα που πήραμε πτυχίο δεν έχω δικαιολογίες. Θα κόψει τα εμβάσματα που στέλνει αν δεν πάω...
-Ε, θα πας! Βασικά δεν θα πας. Θα πάμε μαζί. Θα πάμε να παντρέψουμε το ζώο τον πατέρα σου και μετά θα γυρίσουμε Ελλάδα όπως προγραμματίζαμε να ανοίξουμε το γραφείο μας.Τέτοιες στιγμές να ξέρεις χαίρομαι που είμαι ορφανός, είπε ο Μενέλαος και εγκάρδια έπιασε τον Μάρκο από τον ώμο.

Εφτά χρόνια τώρα ο Μάρκος και ο Μενέλαος είχαν γίνει αχώριστοι. Αρχικά τους είχε ενώσει η κοινή τους γλώσσα. Λίγοι οι Έλληνες φοιτητές στο Λονδίνο. Με τον καιρό διαπίστωσαν πως τα κοινά τους ξεπερνούσαν την ελληνική καταγωγή. Ο Μενέλαος ορφανός, μεγαλωμένος σε ορφανοτροφείο της εκκλησίας, είχε περάσει δεινά παιδικά χρόνια. Άριστος όμως μαθητής είχε καταφέρει να διαπρέψει. Στα δεκαοχτώ έτσι όταν ο αρχιεπίσκοπος είχε επιλέξει κάποια από τα ορφανά για σπουδές στο εξωτερικό, ο Μενέλαος ήταν ανάμεσα σε αυτά. Με την ευγενική έτσι χορηγία της εκκλησίας έφτασε στο βροχερό Λονδίνο. Ο Μάρκος πάλι μπορεί να είχε χάσει μόνο τη μητέρα του στην εφηβεία, αλλά και αυτός δεν είχε περάσει καλύτερα παιδικά χρόνια. Ο πατέρας του, ένας άνθρωπος με έντονα σαδιστικό χαρακτήρα, είχε φροντίσει να βασανίσει και τους δύο αρκετά. Σύμφωνα με τον Μάρκο, η μάνα του πεθαίνοντας είχε ηρεμήσει επιτέλους από όλα όσα είχε τραβήξει. Ο δε ίδιος μόλις ενηλικιώθηκε ψάχτηκε να φύγει όσο πιο μακρυά μπορούσε από την Αλεξάνδρεια που είχε μεγαλώσει. Με τη βοήθεια του νονού του, είχε καταφέρει να πείσει τον πατέρα του, να τον στείλει για σπουδές στο Λονδίνο. Έτσι διασταυρώθηκαν οι ζωές τους και δέθηκαν για πάντα. Με κοινή αγάπη τους το γραμμικό σχέδιο, έκαναν όνειρα να ανοίξουν ένα γραφείο στην Αθήνα. Παρέα θα άφηναν πίσω όλα όσα τους στοίχειωναν. Τουλάχιστον έτσι νόμιζαν...               

Τρίτη, 17 Απριλίου 2018

ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ : κεφάλαιο έκτο

Αν δεν σκεφτόταν τη δύσκολη θέση στην οποία βρισκόταν, στην καλύτερη θα του είχε χώσει μια μπουνιά μέσα στη μούρη. Παίρνοντας βαθιές ανάσες προσπάθησε να διώξει τον θυμό της και αναζήτησε στην τσάντα της το πακέτο με τα τσιγάρα. Μια αφίσα στον τοίχο απέναντι της, έδινε πληροφορίες για ένα συνέδριο πνευμονολογίας σε γνωστό ξενοδοχείο των Αθηνών. Ακόμα και οι αφίσες τη χλεύαζαν απόψε, σκέφτηκε και γυρνώντας την πλάτη της στον τοίχο επιδεικτικά, άναψε το τσιγάρο που κρατούσε χαζεύοντας τον νυχτερινό ουρανό.

Τρία απανωτά φτερνίσματα της θύμισαν απότομα το δράμα της εποχικής αλλεργίας που την ταλαιπωρούσε. Μια ανθισμένη πασχαλιά, λίγο παραδίπλα, μάλλον ήθελε και αυτή μερίδιο στη σημερινή τραγωδία. Κουρασμένη αποφάσισε πως δεν είχε νόημα πλέον να μένει εκεί. Η κυρία Άννα είχε φύγει από ώρα. Πιο εξοικειωμένη προφανώς στον υδραργυρικό χαρακτήρα του αφεντικού τους, μόλις εκείνος είχε εμφανιστεί και είχε απαιτήσει να φύγουν από το νοσοκομείο, χωρίς διαμαρτυρίες είχε καληνυχτίσει την Έρη και είχε φύγει. Μάλλον είχε έρθει η ώρα να κάνει και εκείνη το ίδιο. Άλλωστε καμία ενημέρωση δεν θα έφτανε στην ίδια. Εκείνη δεν ήταν συγγενής. Εκείνη ήταν απλά μια υπάλληλος.

-Ακόμα εδώ είσαι; τον άκουσε να λέει και της έπεσε από την τρομάρα το τσιγάρο.
-Τώρα φεύγω, απολογήθηκε εκείνη λες και είχε κάνει κάποιο έγκλημα.
-Καλά είναι και οι δύο. Όσο καλά μπορούν να είναι. Αύριο εκείνος θα μπορεί να επιστρέψει σπίτι. Τα αέρια στο αίμα του δείχνουν πως επανέρχεται. Απλά είναι πολύ ανήσυχος και έχει σπάσει τα νεύρα στις νοσοκόμες. Τώρα του κάνανε μια ηρεμιστική για να κοιμηθεί, την ενημέρωσε εκπλήσσοντας την.
-Και εκείνη; ρώτησε διστακτικά
-Εκείνη... Εκείνη έχει εφτά ράμματα στο σύνολο. Η νάρκωση που της έριξαν στο σπίτι θα πάρει ώρες να ξεθυμάνει. Ο γιατρός είναι κάθετος πως πρέπει να σκεφτώ σοβαρά να την βάλω σε ειδικό κέντρο. Αν άρχισε να γίνεται επικίνδυνη για τον εαυτό της, χρειάζεται εικοσιτετράωρη επίβλεψη, είπε και το πρόσωπο του συννέφιασε.
-Λυπάμαι... Ειλικρινά λυπάμαι... Οι γονείς σας είναι εξαιρετικοί άνθρωποι, αποκρίθηκε η Έρη με ειλικρίνεια και έκλεισε το μπουφάν της έτοιμη να φύγει.
-Νομίζω πως μόνο ο πληθυντικός μας έλειπε. Έχεις χρόνο να πιούμε έναν γρήγορο καφέ στο κυλικείο; Το ξέρω πως σήμερα έκανες υπερωρία. Θα στην πληρώσω. Θέλω να σε ρωτήσω κάποια πράγματα, μπας και βγάλω άκρη, πρότεινε φιλικά κάνοντας την να τον κοιτάξει με δυσπιστία.
-Δεν θέλω λεφτά, δήλωσε και άρχισε να προχωράει προς το κυλικείο του νοσοκομείου αφήνοντας τον να την ακολουθεί από πίσω.

Δύο άθλιοι καφέδες πάνω σε ένα λερωμένο με ψίχουλα ξεχαρβαλωμένο τραπεζάκι. Το τέλειο σκηνικό για δύο ανθρώπους που δεν ήταν σε καλύτερη κατάσταση. Εκείνος με ένα τσαλακωμένο πουκάμισο και εκείνη με μια πυτζάμα λερωμένη με αίμα και ένα ζευγάρι αθλητικά.

-Σε συμπαθεί, είπε εκείνος σπάζοντας τη σιωπή
-Ποιος;
-Η μάνα μου. Είσαι η μόνη που πέρασες από εκεί μέσα που συμπάθησε. Ναι το ξέρω πως δεν το δείχνει. Αλλά σε συμπαθεί. Αυτός πάλι και μόνο που σε ανέχεται να περνάς τόσες ώρες μέσα στα πόδια τους είναι καλό δείγμα. Σε λίγο καιρό και αυτός θα σε συμπαθήσει και ας γαβγίζει. Άλλωστε εκείνη χαράζει πορεία. Πάντα εκείνη χάραζε τον δρόμο και αυτός ακολουθούσε. Αφού έκανες την Ερασμία δικιά σου την κέρδισες την παρτίδα.
-Γιατί μου τα λες όλα αυτά; Νόμιζα πως δεν έχει σημασία να δεθώ με εκείνους. Νόμιζα πως όσο πιο αμέτοχη είμαι, τόσο καλύτερα. Αυτό προσπαθείτε με κάθε τρόπο πέντε μήνες τώρα να μου δείξετε και οι τρεις σας.
-Ναι, έχεις δίκιο. Εριφύλη μπορείς να μου περιγράψεις τι έγινε αφότου κλείσαμε το τηλέφωνο;
-Ότι μου είπες έκανα...
-Ναι, καταλαβαίνω πως δεν βγάζεις άκρη γιατί σε ρωτάω, αλλά έχω τους λόγους μου. Μπορείς λοιπόν να μου πεις;
-Ανέβηκα στη σοφίτα. Έψαξα το μπαούλο. Το βρήκα και το άνοιξα. Το λευκό φόρεμα ήταν πάνω, πάνω. Το πήρα και έτρεξα πίσω στο μπάνιο. Αθόρυβα το ακούμπησα μπροστά της. Πράγματι μόλις το είδε το μαχαίρι έπεσε από το δεξί της χέρι και το άρπαξα. Σαν να βγήκε από την νιρβάνα της, όχι όμως εντελώς. Μόλις το έπιασε άρχισε να ουρλιάζει και αφού σκούπισε με το φόρεμα τα αίματα από το πάτωμα κλαίγοντας άρχισε να το σκίζει με τα χέρια της. "Εσύ φταίς!" έλεγε ξανά και ξανά , αλλά δεν κατάλαβα αν το έλεγε σε εμένα ή στο φόρεμα. Ύστερα χτύπησε το κουδούνι και πήγα να ανοίξω. Από εκεί και μετά ανέλαβε το ΕΚΑΒ.
-Μάλιστα... Χρειάζομαι βοήθεια Εριφύλη. Αν τους χωρίσω θα πεθάνουν. Είμαι βέβαιος γι αυτό. Ο πατέρας μου αν του πω πως θα κλείσω τη μάνα μου σε κέντρο στην καλύτερη θα με σκοτώσει πριν πεθάνει και δεν υπερβάλλω. Αυτό που έγινε το περίμενα. Ήταν θέμα χρόνου να συμβεί. Προσπαθώ να κλείσω τις δουλειές μου στην Μαδρίτη μήνες τώρα. Δεν είναι όμως τόσο εύκολο. Χώρια που η γυναίκα μου και τα παιδιά μου δεν θέλουν με τίποτα να επιστρέψουμε στην Ελλάδα. Η ζωή μας είναι πλέον εκεί. Να τους πάρω μαζί μου, το πρότεινα. Η Ερασμία όμως δεν θέλει. Και όταν η Ερασμία δεν θέλει κάτι, ο Μενέλαος συμφωνεί. Είμαι σε αδιέξοδο. Δεν θα μασήσω τα λόγια μου. Σου προτείνω λοιπόν ευθέως και χωρίς περιστροφές να μείνεις μαζί τους μέχρι το καλοκαίρι που ελπίζω να έχω βγάλει άκρη. Όρισε μόνη σου το ποσό που θες και εγώ θα το πιστώσω αύριο το πρωί στον λογαριασμό σου. Έχει μεγάλη σημασία στη δύσκολη αυτή φάση τους να είναι με κάποιον που εμπιστεύονται. Λοιπόν τι λες;
-Λέω χωρίς περιστροφές και ευθέως πως είσαι γαϊδούρι. Δεν χρειάζονται εμένα. Εσένα χρειάζονται! Δεν θέλω τα λεφτά σου. Αν θα το κάνω, θα το κάνω για εκείνους και όχι για σένα. Δοκίμασε να χρησιμοποιείς συχνότερα το "παρακαλώ" και κάτσε λίγο και σκέψου πως αυτά είναι δανεικά. Δεν ξέρω πως σκατά ιεραρχείς τις προτεραιότητες σου και ούτε με αφορά να μάθω, εγώ ξέρω πως θα τους χάσεις. Κάποια στιγμή θα τους χάσεις και τότε θα είναι αργά να αλλάξεις όσα έχεις κάνει! Έχεις βιώσει ηλίθιε απώλεια;
-Ώπα! Δεν σε προσέλαβα για να με κρίνεις! Στα αρχίδια μου η γνώμη που έχεις για μένα. Μην δώσεις θάρρος σε άνθρωπο ότι τον χρειάζεσαι, αμέσως να το εκμεταλλευτεί! Δεν θα ανεχτώ από εσένα υποδείξεις για θέματα τόσο προσωπικά. Ένα ναι ή ένα όχι είναι αρκετό.
-Τι να σου πω... Ό,τι και να πω... Πάω σπίτι μου να κοιμηθώ γιατί όση ώρα εσύ πετούσες στην πρώτη σου θέση αναπαυτικά, εγώ μια άγνωστη, έπρεπε να βλέπω τη γυναίκα που σε έφερε στον κόσμο να κόβει μόνη της τις σάρκες της. Και δεν είχες καν την ευγένεια όταν εμφανίστηκες να πεις από κοντά ένα ευχαριστώ παρά μας έδιωξες και εμένα και την Άννα, λες και είχαμε έρθει εδώ για να διασκεδάσουμε με το δράμα σου! Καληνύχτα και καλή τύχη! Μακάρι να συνέλθει η Ερασμία και να σου δώσει όσες σφαλιάρες δεν έφαγες ως παιδί, μπας και ταρακουνηθείς! είπε η Έρη και νευριασμένη βγήκε από το κυλικείο τρέμοντας.              

Αυτή τη φορά, ίσως η κούραση, ίσως η αλλεργία, ίσως τα βαμμένα με αίμα κομμάτια λευκής δαντέλας στο πάτωμα του μπάνιου, την είχαν κάνει να ξεστομίσει όλες τις κατάλληλες ατάκες στη σωστή χρονική στιγμή. Και ήταν τόσο καθαρτικό το συναίσθημα που ένιωθε, που βάζοντας μπροστά το παλιό αμάξι της, υποσχέθηκε στον εαυτό της στο μέλλον να το κάνει πάντα.