Σάββατο, 30 Ιουλίου 2016

Κεφάλαιο 9

Επί μια εβδομάδα η Βασούλα τραβούσε τη δόλια την Ελπίδα στο μαγαζί που έπαιζε το λουκουμάκι και το μόνο που είχαν καταφέρει ήταν να μάθουν το όνομα του. Τσάμπα έμενε πίσω η ύλη που έπρεπε η Ελπίδα να καλύψει μέχρι τις Χριστουγεννιάτικες διακοπές. Στα τραπέζια μπροστά στην σκηνή αναστέναζαν σίγουρα άλλες πέντε κοπέλες στη θέα του κιθαρίστα και μάλιστα κοπέλες πιο όμορφες και πιο έμπειρες από τη Βασούλα. Που να τολμήσει όμως να της πει πως μάλλον τσάμπα χάνανε τον χρόνο τους. Έκανε υπομονή και ήλπιζε πως οι δεκαπέντε μέρες στο χωριό θα την έκαναν να το βγάλει από το μυαλό της αυτό που σκεφτόταν.

"Μάζεψες τα πράγματα σου?"
"Ε??"
"Βασούλα αύριο φεύγουμε, μάζεψες λέω τα πράγματα σου?"
"Ναι..ναι "
"Καλά τι κάνεις τόση ώρα καθισμένη στο γραφείο? Πες μου πως διαβάζεις να ανάψω λαμπάδα!"
"Σιγά μην διαβάζω ρε Ελπίδα... "
"Να δω πως θα περάσεις το έτος..."
"Ιδέα δεν έχω... Μα εγώ μαθηματικό? Εγώ μαθηματικό?? Που πετάω φλύκταινες με τα νούμερα? Θα δω τι θα κάνω όταν έρθει η ώρα..."
"Και αν δεν διαβάζεις, τι γράφεις τόση ώρα?"
"Σίγουρα δεν προσπαθώ να λύσω το θεώρημα του Φερμά... Στίχους προσπαθώ να γράψω... γιαυτό κάνε ησυχία"
"Ποίημα γράφεις??? Να το δω!!!"
" Σιγά μην γράφω και το Άξιον Εστί! Και για να συντομεύουμε επειδή δεν έχω χρόνο. Καλή φωνή δεν έχω, μουσική να παίζω δεν ξέρω , αν κάτι μου έδωσε ο Θεός είναι μεγάλη γλώσσα! Αυτή έχω επιστρατεύσει μπας και δω φως. Με πιάνεις?"
"Με δυσκολία...."
"Τραγούδι προσπαθώ να γράψω ρε Ελπίδα...Στίχους τραγουδιού!"
"Καλά πως θα το κάνεις αυτό? Το έχεις ξανακάνει?"
"Σιγά το δύσκολο! Τα μισά και βάλε τραγούδια για τον έρωτα μιλάνε..."
"Δηλαδή θα κάνεις ερωτική εξομολόγηση μέσω τραγουδιού? Δεν φοβάσαι μην γελάσει?"
"Είναι και αυτό μια πιθανότητα και μάλιστα μεγάλη....αλλά αν δεν κάνω κάτι θα μου στρίψει στο λέω!"
"Βρε Βασούλα δεν σου έχω πει τίποτα γιατί ξέρω τι αγύριστο κεφάλι είσαι...Αλλά αυτός μάτια μου που έβαλες στο μάτι δεν μου γεμίζει και πολύ το δικό μου. Πρώτον είναι πολύ μεγαλύτερος σου. Δεύτερον μια εβδομάδα τώρα δεν τον βλέπεις πως φλερτάρει με τα όλα τα θηλυκά στο μαγαζί. Αυτή είναι θα μου πεις η δουλειά του. Και τρίτον και βασικότερο είσαι σίγουρη πως αυτό θες? Έχω κακό προαίσθημα...."
"Αμαν ρε Ελπίδα! Πρώτον δεν με νοιάζει που είναι μεγαλύτερος , δεν σκοπεύω να τον παντρευτώ κιόλας! Δεύτερον ναι τις έχω δει τις άλλες που τον περιτριγυρίζουν, ερωτευμένη είμαι όχι στραβή. Και τρίτον αφού με ξέρεις γιατί με σταυρώνεις? Λες να έστυβα τόση ώρα το κεφάλι μου αν  δεν ήμουν σίγουρη?" είπε απελπισμένη η Βασούλα και γύρισε στο χαρτί με τις μουτζούρες που είχε μπροστά της. Απογοητευμένη μια ώρα μετά καθαρόγραψε ότι είχε καταφέρει να γράψει και ξεκίνησε για το μαγαζί που έπαιζε εκείνος παρά τις διαμαρτυρίες της Ελπίδας. Αυτή τη φορά θα πήγαινε μόνη της. Ή ταν ή επι τας! ,σκέφτηκε και έσπρωξε την πόρτα του μαγαζιού.

Πάνω στην σκηνή τα πέντε άτομα που αποτελούσαν το συγκρότημα είχαν πάρει ήδη τις θέσεις τους και δοκίμαζαν ενισχυτές και μικρόφωνα.

-Καλώς την. Και έλεγα θα έρθει, δεν θα έρθει?  είπε ο Αντώνης ο μπάρμαν όταν πήγε και έκατσε σε μια γωνία του μπαρ
-Γεια σου ρε Αντώνη...είπε η Βασούλα που πάσχιζε να διατηρήσει την ψυχραιμία της
-Τι να σου βάλω?
-Μια μπύρα φέρε μου.
-Η Ελπίδα δεν ήρθε απόψε μαζί σου?
-Αντωνάκη στο είπα και την περασμένη φορά...Η Ελπίδα είναι αλλού...
-Η δική μου ελπίδα ρε Βασούλα όμως πεθαίνει τελευταία... είπε ο Αντώνης και πήγε να της φέρει την μπύρα της. Και όσο η Βασούλα έπινε την πρώτη γουλιά από το μπουκάλι τα φώτα χαμήλωσαν και με ένα ζεστό χειροκρότημα η μουσική πλημμύρισε τον χώρο. Και όσο η Βασούλα άκουγε το τραγουδιστή του συγκροτήματος να προσπαθεί να μιμηθεί τον τραγουδιστή των Λέντ Ζέπελινγκ τραγουδώντας το "Whole lotta love" έριξε μια απεγνωσμένη ματιά στον Μάνο που με την ηλεκτρική του κιθάρα στα χέρια σκόρπιζε χαμόγελα δεξιά και αριστερά.Μα πόσο ανόητη και πεισματάρα ήταν , σκέφτηκε και έσκισε το χαρτί που κρατούσε στα χέρια της.
-Και η δική σου ελπίδα όμως Βασούλα εκεί απτόητη, σχολίασε ο Αντώνης βλέποντας την να πίνει μονορούφι το περιεχόμενο του μπουκαλιού. Τι ήταν εκείνο τώρα που πυροδότησε την αντίδραση της Βασούλας και η ίδια αναρωτιόταν μετά. Ήταν η ειρωνεία που έκρυβε το σχόλιο του Αντώνη, το αλκοόλ και η μουσική  ή μήπως ότι ο Μάνος έκλεισε επιδεικτικά το μάτι του στην κοκκινομάλλα στο τρίτο τραπέζι? Ένα ήταν το μόνο σίγουρο πως η Βασούλα μέσα στο μισοσκόταδο ελαφρώς ζαλισμένη και χωρίς να το σκεφτεί ιδιαίτερα, σηκώθηκε απότομα όρθια και με μια κίνηση κόλλησε το στόμα της στο στόμα του Αντώνη που εμβρόντητος στεκόταν σαν αγγούρι. Μόλις εκείνος συνειδητοποίησε τι συνέβαινε την έσπρωξε μαλακά και την κοίταξε στα μάτια.
-Τι κάνεις Βασούλα?
-Γιατί δεν σου άρεσε?
-Δεν είπα αυτό, απλά θέλω να ξέρω αν καταλαβαίνεις τι κάνεις...
-Σκάσε ρε Αντώνη και φίλα με! του είπε με έναν τόνο που δεν άφηνε περιθώρια αμφισβήτησης και ο Αντώνης το έκανε.
Και έτσι σαν υποκατάστατο ξεκίνησε εκείνο το φιλί. Σαν αντίδραση στη δράση κάποιου άλλου. Γιατί για την Βασούλα σε αντίθεση με την Ελπίδα άλλος προκαλούσε την δράση και σε άλλον εκτόνωνε εκείνη την αντίδραση. Αυτά η Ελπίδα δεν της τα είχε πει... Και όσο και αν το φιλί αυτό δεν προερχόταν από τον σωστό άνθρωπο, ήταν ζεστό και έμοιαζε καλό. Περισσότερο καλό απ ότι θα φανταζόταν δεδομένου ότι δεν της το έδινε το αντικείμενο του πόθου της. Και εκείνη μέσα στην απειρία της ένοιωθε παραδόξως χαλαρή. Απαλλαγμένη από το φόβο και το άγχος της απόρριψης το απολάμβανε! Χαμογελώντας, ξεκόλλησε από τον Αντώνη που μουδιασμένος προσπαθούσε να συνέλθει από την αψυχολόγητη κίνηση της μικρής . Έβγαλε ένα χαρτονόμισμα για την μπύρα, πέταξε στο τασάκι πάνω στο μπαρ τον χαρτοπόλεμο του έρωτα της και πριν τελειώσει το τραγούδι βγήκε από το μαγαζί. Γιατί αυτή ήταν η Βασούλα κάποτε... μέσα στα πέντε λεπτά που διαρκούσε ένα τραγούδι ήταν ικανή να γυρίσει την ιστορία της ζωής της ανάποδα... Κάποτε όμως...κάποτε...

.......................................................................................................................................................

-Αχ Παναγία μου τι αμαρτίες πληρώνω. Γιάννη μάζεψε την γιατί μα το Θεό θα της τις βρέξω όπως έκανα όταν ήταν παιδί, είπε ξέπνοη η κυρα Θοδώρα.
-Γιατί Βασούλα μου? Γιατί κόρη μου? Δεν σου φτάνουν τα λεφτά που σου στέλνω? είπε ο κυρ Γιάννης πικραμένος
-Μπαμπά δεν είναι αυτό και το ξέρεις. Αφού μπορώ να βγάλω όμως και δικά μου λεφτά γιατί να μην το κάνω! Να σας ανακουφίσω και λίγο που με το γάμο της Γωγώς σας έφυγαν τόσα λεφτά....
-Άσε τις δικαιολογίες Βασούλα! Στο πατέρα σου μπορεί να πιάνουν αυτά, σε εμένα όμως δεν πιάνουν. Το ξέρεις πολύ καλά πως με τη Μαρία και τη Γωγώ παντρεμένες και με τον Στέλιο να δουλεύει, μόνο οικονομική ανάγκη δεν έχουμε αυτή την εποχή. Παραδέξου πως το κάνεις για σένα και μόνο για σένα!
-Και έτσι να είναι ρε μάνα, που το κακό?
-Πως το λες αυτό κόρη μου. Θα πάνε πίσω οι σπουδές σου.... Τρία μαθήματα πέρασες όλα και όλα στο πρώτο έτος που να αρχίσεις να δουλεύεις κιόλας...Και είναι δουλειά βρε Βασούλα αυτή για κορίτσι?
-Μπαμπά ποτά θα σερβίρω...ειλικρινά δεν καταλαβαίνω τι σας έπιασε και τους δύο.
-Τι μας έπιασε ρωτάει! Η κόρη η δική μου σερβιτόρα σε μπαρ!!!! Αλλά καλά να πάθεις Γιάννη! Στα έλεγα εγώ! Αυτή ειδικά δεν έπρεπε να πάει στην πόλη. Ορίστε τώρα!
-Σώπα βρε Θοδώρα μπας και βγάλουμε άκρη! Βασούλα μου για μένα.... Για τον πατέρα σου που ξέρεις πόσο σε αγαπάει πες μου ότι θα ξεχάσεις αυτό που έβαλες με το μυαλό σου...
-Μπαμπά μου να κάνουμε μια συμφωνία???
-Που θέλει η μούρη σου και συμφωνία αλαφροίσκιωτη!!
-Θοδώρα σιωπή είπα! Πες μου παιδί μου..
-Θα με αφήσετε να δουλέψω και εγώ θα περάσω όλα τα μαθήματα την επόμενη χρονιά συν τα μαθήματα που έχασα στο περασμένο έτος. Τι λες?
-Και πως θα γίνει αυτό βρε Βασούλα?
-Θα γίνει και θα παραγίνει. Γιατί ξέρεις πως είναι να μην βάλω κάτι πείσμα μπαμπά.
-Αμ δε το ξέρω... είπε ο κυρ Γιάννης και δέχτηκε αναστενάζοντας γιατί ήξερε πως και άλλο κόντρα να της πήγαινε το μόνο που θα πετύχαινε θα ήταν να την χάσουν για πάντα. Και εκείνος δεν θα το άντεχε αν έχανε τη Βασούλα του. Παρά τις διαμαρτυρίες έτσι της κυρά Θοδώρας, που από τα νεύρα της δεν την χωρούσε το σπίτι, έδωσε την ευχή του στη Βασούλα και εκείνη έτρεξε να ενημερώσει το μαγαζί πως σε λίγες μέρες θα ξεκινούσε.

Καπρίτσιο φάνταζε στα μάτια της μάνας της αυτή η νέα της τρέλα και ίσως και να είχε δίκιο σε ένα βαθμό. Αυτό που δεν ήξερε όμως η κυρα Θοδώρα ήταν πόσα πράγματα είχαν αλλάξει μέσα στη Βασούλα τον ένα χρόνο που ζούσε στην Αθήνα. Γιατί εκείνο το πρώτο φιλί με τον Αντώνη πριν τα Χριστούγεννα δεν ήταν και το τελευταίο και ας κόντεψε να πάθει ανακοπή η Ελπίδα λίγες μέρες πριν όταν την πληροφόρησε για τις νέες εξελίξεις.

-Και ο Μάνος?
-Ο Μάνος σταμάτησε από το μαγαζί και όπως πολύ σοφά παρατήρησες δεν είναι για τα δόντια μου....Είπα λοιπόν να κάνω αρχή με κάτι πιο προσιτό
-Βασούλα τι λες??? Πως μπορείς να λες κάτι τέτοιο??? Είσαι ερωτευμένη με τον Αντώνη?
-Δεν νομίζω...και εκείνος μην φανταστείς με εσένα ήταν τσιμπημένος νομίζω
-Και πως? Πως???? Πως μπορείς με κάποιον που δεν είσαι ερωτευμένη??
-Κοίτα Ελπίδα με τον Αντώνη περνάμε καλά. Εγώ δεν το ψάχνω το πράγμα όσο εσύ. Αφου με ξέρεις....
-Μου λες πως θα φύγω σε δυο μήνες όταν ανησυχώ για σένα?
-Για τον εαυτό σου να ανησυχείς και για το πως θα πείσεις τη θεία και τον θείο ότι τώρα που πήρες πτυχίο θα φύγεις για τα ξένα. Ελπίδα άσε τα χαζά και τον Αντώνη και ετοιμάσου να δώσουμε και οι δύο μάχη τώρα που θα πάμε στο χωρίο. Και εμένα με ξέρεις στο τέλος το δικό μου θα περάσει ότι και να λέει η κυρά Θοδώρα. Εγώ δουλειά θα πιάσω απο Σεπτέμβρη είτε τους αρέσει είτε όχι. Εσύ να δω πως θα αντέξεις τα δάκρυα της θείας Χαράς... είπε τότε η Βασούλα και φόρτωσε την βαλίτσα της στο λεωφορείο.

Γιατί μπορεί να τραβιόταν μήνες με τον Αντώνη αλλά στην Ελπίδα δεν το είχε πει. Φοβόταν πως δεν θα την καταλάβαινε. Μετά το βράδυ εκείνο και καθοδόν προς το χωριό το μόνο που της είπε ήταν πως τελικά δεν του είχε δώσει το τραγούδι και λίγες μέρες μετά της είχε ανακοινώσει πως τον είχε ξεπεράσει. Και αν και η Ελπίδα ήταν σίγουρη πως δεν ίσχυε κάτι τέτοιο, σε ένα βαθμό χάρηκε που θα σταματούσε να τον κυνηγάει. Ο χρόνος θα έκανε τη δουλειά του και αργά ή γρήγορα θα τον ξεπερνούσε όντως. Αυτό που δεν ήξερε τότε η Ελπίδα ήταν πως η Βασούλα είχε βρεί κάτι άλλο να πνίξει τον άδοξο έρωτα της. Και θα αργούσε πολύ να το μάθει. Η Βασούλα από πολύ νωρίς είχε καταλάβει πως όσο και αν αγαπούσε την Ελπίδα κάποια πράγματα τα έβλεπαν τελειώς διαφορετικά. Και η Βασούλα από το φιλί του Αντώνη και μετά έμοιαζε με ηφαίστειο ορμονών λίγο πριν την έκρηξη. Επιδιώξε έτσι να τον ξαναδεί και προς έκπληξη της διαπίστωσε πως και εκείνος ανυπομονούσε να την ξαναδεί. Η μικρούλα από το χωριό που με τόσο παράδοξο τρόπο διεκδικούσε πράγματα του είχε κινήσει την περιέργεια. Ο Αντώνης άλλωστε δεν ήταν κανένας χτεσινός. Απο νωρίς είχε πάρει χαμπάρι τον λόγο που οι δύο ξαδέλφες ερχόντουσαν ξανα και ξανά στο μαγαζί. Το είχε δει άλλωστε άπειρες φορές το σενάριο. Οι μουσικοί πάντα γοήτευαν τις νεαρές φοιτητριούλες και οι περισσότεροι το εκμεταλευόντουσαν υπερ του δεόντως. Ο Μάνος δεν αποτελούσε φυσικά εξαίρεση. Και ενώ σαν γυναίκα η Ελπίδα του άρεσε σαφώς περισσότερο δεν μπορούσε να μην συμπαθήσει την πεισματάρα Βασούλα. Και ύστερα η Βασούλα έκανε το πλέον αψυχολόγητο και σαν γνήσιος άντρας σταμάτησε να ψάχνει το πως και το γιατί. Και εκείνος άλλωστε ένας 23χρονος νέος ήταν που το αίμα του έβραζε. Έβαλε έτσι στην άκρη τη λογική που του έλεγε πως η μικρή ίσως και να κολλούσε και άρχισε να την βλέπει συστηματικά. Μήνες έτσι μετά από εκείνο το πρώτο φιλί και ενώ η Βασούλα ντυνόταν και έτοιμαζόταν να φύγει για το χωριό για τις καλοκαιρινές διακοπές συνειδητοποιήσε πως θα του έλλειπε. Και όταν η πόρτα έκλεισε πίσω της και άναψε ένα τσιγάρο διαπίστωσε με έκπληξη πως αντί να κολλήσει η μικρή με εκείνον, μάλλον εκείνος είχε κολλήσει με την μικρή. Γιαυτό δεν την είχε πείσει άλλωστε να έρθει να δουλέψει στο μαγαζί? Αυτό το άπειρο πλάσμα στους μήνες που είχαν περάσει μαζί μέσα στην αφέλεια του έμοιαζε με καταιγίδα. Αχόρταγη, άπληστη και με μια έπαρση αταίριαστη τόσο στη ηλικία της, όσο και στην εικόνα της κατάφερνε να τον κάνει να μην μπορεί να σταθει μακρυά της. Πόσο λάθος την είχε εκτιμήσει... Μακάρι να κατάφερνε να πείσει τους δικούς της να την αφήσουν να δουλέψει μαζί του. Αν γινόταν αυτό σιγά σιγά θα την τιθάσσευε. Σιγά σιγά θα την έπειθε να κοιτάξει και εκέινον όπως κοίταξε τον Μάνο το προηγούμενο βράδυ που τους αποχαιρετούσε. Σιγά σιγά θα τρύπωνε και στην καρδία της εκτός από το σώμα της.      

   

Παρασκευή, 29 Ιουλίου 2016

Κεφάλαιο 8

"Έφυγε..." είπε η Ελπίδα και σωριάστηκε στο κρεββάτι την στιγμή που η Βασούλα ακόμα προσπαθούσε να αδειάσει τις βαλίτσες της.
"Ποιος έφυγε???" ρώτησε η Βασούλα και κάθισε δίπλα της
"Ο Νίκος χτες το απόγευμα...έφυγε Βασούλα και δεν ξέρω αν θα τον ξαναδώ ποτέ..."
"Που πήγε? Αχ Ελπίδα το ξέρω πως είσαι στεναχωρημένη, αλλά αν δεν μου πεις λεπτομέρειες δεν μπορώ να καταλάβω τι έχει συμβεί..."
"Δεν σου είπα τίποτα πριν έρθεις για να έχεις το μυαλό σου συγκεντρωμένο στις εξετάσεις. Το ήξερα από το Μάιο που απολύθηκε...Και όταν σε πήρα να σου πω ότι δεν θα έρθω διακοπές στο χωρίο και δεν με ρώτησες γιατί, κατάλαβα πως καλύτερα να στα έλεγα από κοντά...μάλλον και εσύ το ίδιο θα σκέφτηκες.  Τον δέχτηκαν σε ένα μεταπτυχιακό στην Αγγλία Βασούλα και δεν μπορούσε να χάσει τέτοια ευκαιρία.  Οι γονείς του θα στηρίξουν οικονομικά αυτή του την επιλογή. Με βαριά καρδία λοιπόν δέχτηκε και ας με άφηνε πίσω. Μου είπε πως θα περάσει γρήγορα ο καιρός. Πως όταν πάρω το πτυχίο μου θα μπορώ να πάω και εγώ εκεί να είμαστε μαζί....Αλλά εγώ το ξέρω Βασούλα πως τελείωσε οριστικά.... Και ενώ από την μία χαίρομαι που η ζωή του μπαίνει σε ένα δρόμο, από την άλλη δεν μπορώ να μην λυπάμαι που τον έχασα...Και πονάει...πονάει πολύ η απουσία του και δεν έχει περάσει ούτε ένα εικοσιτετράωρο...." είπε και έβαλε και πάλι τα κλάματα
"Ρε Ελπίδα το πόσο σου αρέσουν τα δράματα δεν λέγεται! Σιγά για μεταπτυχιακό πήγε ο άνθρωπος! Και δεν κατάλαβα γιατί τελείωσε οριστικά??? Αφού σου λέει ότι έχει όλη την καλή διάθεση να προσπαθήσετε έστω και εξ αποστάσεως! Σε λιγότερο από χρόνο θα πάρεις το πτυχίο σου και θα πας να τον βρεις. Ένας χρόνος δεν είναι τίποτα! Εδώ εγώ κατάφερα να επιβιώσω τρία χρόνια στο χωρίο χωρίς εσένα και δεν θα την βγάλεις εσύ καθαρή ένα χρόνο χωρίς τον Νίκο???"
" Μα δεν σκοπεύω να πάω Αγγλία ρε Βασούλα. Πως θα σε αφήσω πάλι ακόμα δεν ήρθες...όχι όχι δεν υπάρχει αυτή η περίπτωση. Περιμέναμε πως και πως να έρθεις και εσύ  Αθήνα και εγώ να φύγω πάλι να πάω χιλιόμετρα μακρυά σου??? Με τίποτα! Γιαυτό σου λέω τελείωσε οριστικά!"

Η Βασούλα κοίταξε την ξαδέλφη της και δεν μίλησε...Σηκώθηκε από το κρεββάτι και συνέχισε να τακτοποιεί τα ρούχα της στην μεγάλη ξύλινη ντουλάπα. Η αλήθεια είναι πως ναι, η ιδέα η Ελπίδα να φύγει πάλι από την καθημερινότητα της ήταν κάτι που δεν το περίμενε. Τουλάχιστον όχι τόσο άμεσα. Τα τελευταία τρία χρόνια ξυπνούσε και κοιμόταν με την σκέψη όλων αυτών που θα έκαναν όταν θα ξανά αντάμωναν. Και να που τώρα που το όνειρο της γινόταν πραγματικότητα η ημερομηνία λήξης αναβόσβηνε μπροστά απειλητικά σαν επιγραφή από νέον. Πως να θυμώσει όμως στην Ελπίδα. Ερωτευμένη ήταν, και αν και η ίδια ακόμα δεν είχε νιώσει το συναίσθημα αυτό, έβλεπε πως ο έρωτας έκανε τους ανθρώπους διαφορετικούς... τους μεταμόρφωνε. Άλλους τους έκανε δυνατότερους και άλλους πιο αδύναμους. Όλους μα όλους μα όλους όμως τους επηρέαζε. Γιατί μπορεί η Ελπίδα να έλεγε με λόγια πως δεν ήθελε να την αφήσει, τα δάκρυα της όμως έλεγαν κάτι άλλο. Σαν να μην της άρεσε της Βασούλας αυτό που ο έρωτας έκανε στους ανθρώπους... Πολλά δάκρυα και πολύ στεναχώρια για λίγες στιγμές χαράς...αξίζει άραγε τον κόπο? σκέφτηκε και έκλεισε την άδεια πλέον βαλίτσα.

"Ελπίδα σταμάτα να κλαις σε παρακαλώ... Λοιπόν έχουμε ένα χρόνο μπροστά μας και το μόνο που δεν θέλω είναι να χαραμίσουμε αυτόν τον ένα χρόνο με κλάματα! Το ξέρεις πως δεν πρόκειται να σε κρατήσω εδώ μόνο και μόνο για να μην στεναχωριέμαι. Ξέρεις ότι όσο εγωίστρια και αν είμαι γενικότερα, σε ότι αφορά εσένα δεν είμαι καθόλου! Σκούπισε λοιπόν τις μύξες σου και πάμε κάπου να πιούμε μέχρι σκασμού για να γιορτάσουμε που πέρασα στο πανεπιστήμιο. Στην Αγγλία θα πας και τέλος η κουβέντα. Αποδείξαμε μια χαρά πως η σχέση μας αντέχει στις αποστάσεις....Ελπίζω μόνο αυτός ο Νίκος να αξίζει τον κόπο γιατί μα το Θεό θα του σπάσω το κεφάλι αν δεν αξίζει! Πήγαινε πλύσου τώρα και πάμε να μεθύσουμε!"
"Βασ...."
"Κουβέντα είπα! Τράβα ετοιμάσου έναν χρόνο θα σε έχω και σου πα δεν σκοπεύω να τον χαραμίσω με γκρίνιες και κλαψουρίσματα! Αν μ αγαπάς θα κάνεις ότι σου λέω χωρίς πολλά λόγια!" και η Ελπίδα δεν είπε τίποτε άλλο, μόνο φίλησε την ξαδέλφη της και έτρεξε να ντυθεί.  

Σε ένα ταβερνάκι λοιπόν στην Πλάκα να χαχανίζουν σαν κοριτσάκια κάτω από ένα τεράστιο φεγγάρι ξεκίνησε και επίσημα ο ωραιότερος χρόνος της ως τώρα ζωής τους. Και όποτε τα μάτια της Ελπίδας πήγαιναν να βουρκώσουν η Βασούλα έκανε νόημα στο σερβιτόρο να φέρει ακόμα ένα μισόκιλο!  Τρεκλίζοντας γύρισαν ξημερώματα στο σπίτι και την ώρα που η Ελπίδα προσπαθούσε να βάλει το κλειδί στην πόρτα η Βασούλα σωριάστηκε στο πεζούλι και είπε τραγουδιστά.. "Και αν σου πω ρε Ελπίδα τώρα πως δεν έχω καμία όρεξη να σπουδάσω, τι θα μου πεις??" και ένα καινούριο κύμα από μεθυσμένα γέλια πλημμύρισε τον έρημο δρόμο. 

Και όντως ο χρόνος εκείνος ήταν ένας όμορφος ξέγνοιαστος χρόνος.  Η Βασούλα σε αντίθεση με την Ελπίδα ενσωματώθηκε αμέσως στο φοιτητικό περιβάλλον και ας πατούσε σπάνια στα μαθήματα. Για τη Βασούλα φοιτητική ζωή σήμαινε βόλτες, καφέδες, γνωριμίες και ελάχιστο διάβασμα. Και όταν η Βασούλα ερωτεύτηκε πρώτη φορά πλέον έμοιαζε με τυφώνα που σάρωνε τα πάντα στο πέρασμα του.

"Θα σκάσω σου λέω! Αν δεν το κάνω εγώ να τρέχει πίσω μου, Βασούλα να μην με λένε!"
"Ηρέμησε παιδάκι μου και πες μου που τον γνώρισες..."
"Αχ Ελπίδα είναι ένας κούκλος σου λέω! Τύφλα να έχει ο Μάρλο Μπράντο!"
"Βασούλα σύνελθε και μίλα..."
"Καλέ δεν σου είπα πως χτες θα πηγαίναμε με τα παιδιά σε μια μουσική σκηνή...ε ο κιθαρίστας Ελπίδα, σκέτο λουκουμάκι!"
"Για να καταλάβω, ερωτεύτηκες έναν άνθρωπο που δεν μίλησες καθόλου μαζί του? Το όνομα του το ξέρεις? Την ηλικία του?"
"Ελπίδα δεν θέλω να λύσω το Κυπριακό μαζί του! Χέστηκα για ηλικίες και ονόματα...Εγώ άλλα θέλω να κάνω και αν δεν σε σόκαρα θα σου έλεγα πως και πολύ το έχω καθυστερήσει..."
"Βασούλα που πήγαν τα "μπλιαχ" και τα "άουτς"???"
"Αχ Ελπίδα στο χωριό έμειναν... Από την ώρα που τον είδα πάνω στη σκηνή βράζει το αίμα μου!"
"Βρε Βασούλα μου μην βιάζεσαι.... Η πρώτη σου σχέση πρέπει να είναι τρυφερή, να τον γνωρίσεις καλά τον άλλο..."
"Άσε μας καλέ. Σιγά μην κάνω εγώ τα δικά σου καλά, που είχες τον Νίκο στο περίμενε τόσους μήνες! Ήταν να μην πάρω μπρος εγώ. Ουκ και πήρα Ελπίδα, βαστάτε Τούρκοι τα άρματα!"
"Τι μας βρήκε Χριστέ μου Χριστουγεννιάτικα...Και τι σκοπεύεις να κάνεις?"
"Επίθεση κατά μέτωπο φυσικά! Ντύσου και στολίσου, απόψε θα σε βγάλω έξω!"
"Που θα τρέχουμε ρε Βασούλα μεσοβδόμαδα...έχω και διάβασμα...."
"Ελπίδα μου το χρωστάς! Εγώ τότε σου είχα σταθεί! Θα έρθεις μαζί μου και θα πεις και ένα τραγούδι!"
"Καλά μην φωνάζεις...Πάω να ντυθώ..." είπε η Ελπίδα παραδομένη. Η αλήθεια είναι πως δεν περίμενε κάτι διαφορετικό από την Βασούλα. Παρορμητική ήταν από παιδί και σε ένα βαθμό ζήλευε την ευκολία με την οποία αγκάλιαζε τα συναισθήματα της. Φόρεσε έτσι ένα χαμόγελο και το παλτό της και ακολούθησε την πυρακτωμένη Βασούλα.

Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2016

Κεφάλαιο 7

Η Βασούλα εκείνο το καλοκαίρι έπεισε την Ελπίδα ακόμα μια φορά για όλα. Έτσι και διακοπές πήγε, και ψέμματα είπε, και τα όρια που έβαζε μόνη της στον εαυτό της ξεπέρασε ακούγοντας το σώμα της και αφήνοντας πίσω μια για πάντα την αθωότητα της. Και όταν στο γάμο της Μαρίας τον Σεπτέμβρη το είπε στην Βασούλα,  εκείνη ενώ χαιρόταν απίστευτα για τη ξαδέλφη της, συνέχιζε να μην μπορεί ακόμα να καταλάβει πως κάτι που φαινόταν τόσο "επιθετικό" μπορούσε ταυτόχρονα να είναι τόσο γλυκό. Γιατί η Βασούλα όταν τις πετούσαν πέτρες δεν καθόταν να τις τρώει στο κεφάλι, έριχνε και εκείνη πίσω πέτρες. Και το να εισέρχεται με ένα σχεδόν βίαιο στα μάτια της τρόπο ένας ξένος στο σώμα της,  της φαινόταν το ίδιο με το να κάθεται να τρώει πέτρες στο κεφάλι. Δε πα να της εξηγούσε η Ελπίδα πως δεν είχε καμία σχέση. Δεν θα περνούσε όμως πολύς καιρός μέχρι να ανακαλύψει και η ίδια πως έκανε λάθος και να παραδεχτεί πως πράγματι,όχι απλά ίδιο δεν ήταν, αλλά εντελώς άλλο πράγμα.


Τα επόμενα δύο χρόνια πέρασαν σχεδόν όπως και ο πρώτος  χρόνος που ήταν χώρια οι δύο ξαδέλφες. Η Ελπίδα άνθιζε δίπλα στον Νίκο και πλέον ερχόταν στο χωριό μόνο Χριστούγεννα, Πάσχα και καλοκαίρι. Τα γράμματα σιγά σιγά τα έκοψαν εντελώς. Η κυρα Θοδώρα επιτέλους δέχτηκε να βάλουν τηλέφωνο σπίτι τους και έτσι πλέον αντάλλασσαν ένα τηλεφώνημα κάθε εβδομάδα που διαρκούσε τόσο πολύ που η κυρά Θοδώρα άφριζε από το κακό της και ο κυρ Γιάννης σαν πυροσβεστήρας για ακόμα μια φορά έσβηνε τον θυμό της.

Μέσα σε αυτά τα δύο τόσο βαρετά χρόνια της ζωής της Βασούλας όλων οι ζωές προχωρούσαν με την ταχύτητα του φωτός. Μόνο η δικιά της έμενε σταθερή και ολόιδια και αυτό ώρες ώρες την εκνεύριζε απίστευτα. Η Μαρία δεν άργησε να κάνει ένα μωράκι. Ένα στρουμπουλό και χαμογελαστό αγοράκι που ο Γιωργάκης  δέχτηκε χωρίς πολύ πίεση να το βγάλουν Άγγελο. Γιατί η Μαρία είχε δίκιο, μπορεί να μην ήταν ο πιο έξυπνος, ο πιο όμορφος, ο πιο συμπαθητικός άντρας πάνω στον πλανήτη, ήταν όμως τόσο μα τόσο ερωτευμένος με την ήρεμη Μαρία που αν ήταν άλλη θα μπορούσε να τον είχε σήκω κάτσε, κάτσε σήκω.Ο Στέλιος συνέχιζε να δουλεύει στο συνεργείο αυτοκινήτων που είχε πάει όταν τελείωσε με τα χίλια ζόρια το σχολείο και στα χρόνια αυτά εξελίχθηκε σε ένα γοητευτικό νεαρό που δεν θύμιζε πλέον σε τίποτα τον δύστροπο Στέλιο που καθόταν αποχαυνωμένος μπροστά στην τηλεόραση. Κάθε βδομάδα και ένα καινούριο προξενιό ερχόταν στην κυρα Θοδώρα και εκείνη καμάρωνε που το "γατάκι" που όλοι θεωρούσαν ξεγραμμένο όταν γεννήθηκε είχε γίνει λεύκα που όλες οι κοπέλες του χωριού διψούσαν να ποτίσουν. Τι κι αν εκείνος τα απέρριπτε όλα και έβγαινε κάθε βδομάδα με άλλη. Μόνο η Γωγώ φαινόταν να μην ακολουθεί αυτόν τον φρενήρη ρυθμό των ορμονών. Στεκόταν άχαρη, με το υπερβολικό ύψος της να την κουράζει, σκυφτή στην ραπτομηχανή σχεδόν όλη μέρα και η κυρα Θοδώρα όλο και φλέρταρε με την ιδέα να κανονίσει ένα προξενιό για εκείνη όπως είχε κάνει και για την Μαρία. Έτσι όταν δύο μήνες πριν δώσει εξετάσεις η Βασούλα για το πανεπιστήμιο ένα βράδυ τους μάζεψε και τους ανακοίνωσε πως θέλει να αρραβωνιασθεί όλοι έμειναν να την κοιτάζουν με το στόμα ανοιχτό. Ακόμα και ο μικρούλης Λευτέρης που με τα σκισμένα του γόνατα και το μυαλό του στην μπάλα και το παιχνίδι αδυνατούσε να καταλάβει τι είχε πιάσει όλα τα αδέλφια του και έτρεχαν να ζευγαρώσουν. Ναι η Γωγώ χωρίς να την πάρει κανένας χαμπάρι είχε μπλεχτεί και εκείνη στα δίχτυα του έρωτα και μάλιστα με κάποιον πολύ μεγαλύτερο της που ζούσε στην μεγάλη πόλη που πήγαινε εκείνη για να πάρει υφάσματα. Και την κυρα Θοδώρα δεν την ενοχλούσε η διαφορά ηλικίας, αυτό ήταν κάτι συνηθισμένο. Εκείνο που δεν μπορούσε να χωνέψει με τίποτα, ήταν ότι εκείνος ήταν χήρος με δύο παιδιά ήδη και πως η κόρη της θα γινόταν "δούλα" κάποιου φεύγοντας από το σπίτι και πηγαίνοντας να μείνει 53 ολόκληρα χιλιόμετρα μακρυά.

Αυτό όμως που δεν ήξερε κανένας τους ήταν το πείσμα που έκρυβε αυτό το αδιάφορο ψηλό κορίτσι. Kαι αφού δεν κατάφεραν με κανένα τρόπο να της αλλάξουν γνώμη, με μισή καρδία δέχτηκαν και τον αρραβώνα και τον γαμπρό και ας μην τοn ενέκριναν. Η Βασούλα όταν μετέφερε στην Ελπίδα τα νέα δεν μπόρεσε να μην αποδοκιμάσει για ακόμα μια φορά τις επιλογές που έκαναν τα αδέλφια της, ούτε και να κρύψει το άδικο που θεωρούσε πως γινόταν όσον αφορά τη φυλετική διάκριση. Γιατί για εκείνη ήταν άδικο που ο Στέλιος μπορούσε να γυρνάει σαν την μέλισσα δεξιά και αριστερά χωρίς κανένας να του λέει τίποτα αλλά για τα κορίτσια της οικογένειας μόλις η καρδούλα τους σκιρτούσε αυτό αυτομάτως να σημαίνει και στεφάνι. Αν άφηναν τη Γωγώ ελεύθερη να ζήσει τον έρωτα της με τον χήρο, που ξέρεις μπορεί σε δύο τρία χρόνια να ξεφούσκωνε το μπαλόνι και να μην χαράμιζε άδικα την ζωή της. Αυτό όμως ήταν αδιανόητο κάτω από τα περίεργα βλέμματα των συγχωριανών της. "Ελπίδα εγώ δεν μένω στο χωρίο ακόμα και στο πανεπιστήμιο να μην περάσω" δήλωσε τότε η Βασούλα γιατί ήξερε πως δεν θα αργούσε η ώρα να σκιρτήσει και η δική της καρδία και τότε αν έμενε στο χωρίο θα έπρεπε να δώσει μάχη με θεούς και δαίμονες για να κάνει τα πράγματα όπως εκείνη ήθελε. Και η μάχη δεν την πείραζε τόσο, αυτό που δεν ήθελε ήταν να στενοχωρήσει τον πατέρα της που τόση αδυναμία του είχε.

Σε εκείνο το τηλεφώνημα όμως η Ελπίδα μόνο τα νέα της Γωγώς δεν είχε όρεξη να ακούσει. Ο λόγος που είχε πάρει την Βασούλα άλλος ήταν. Ο Νίκος θα έφευγε από Σεπτέμβρη για μεταπτυχιακό στο εξωτερικό και εκείνη κόντευε να πεθάνει από την στεναχώρια και την απελπισία. Πως όμως να ζαλίσει τη Βασούλα με τέτοια ζητήματα λίγο πριν δώσει εξετάσεις? Επέλεξε έτσι τελευταία στιγμή να μην της πει τίποτα και απλά κατάπιε την λύπη της.

Και έδωσε η Βασούλα εξετάσεις και ας μην υπήρχε κάτι που να το αγαπάει τόσο πολύ ώστε να θέλει να το σπουδάσει όπως η Ελπίδα και η Μαρία. Για εκείνη η αγάπη της για την Ελπίδα ήταν η κινητήριος δύναμη για να βάλει τα δυνατά της. Και τα κατάφερε, γιατί αν και δεν το ήξερε ακόμα είχε τόση φλόγα μέσα της που και παγόβουνο μπορούσε να λιώσει. Φυσικά η μάνα της δεν σκόπευε να αφήσει την χαρά της επιτυχίας της να περάσει έτσι. Η ίδια σκηνή με αυτή που είχε παιχτεί τότε και στην Μαρία επαναλήφθηκε μόνο που αυτή τη φορά ο κυρ Γιάννης δεν επιστράτευσε γλυκόλογα απέναντι στην γυναίκα του, αλλά φωνές. Η Βασούλα ήταν η αδυναμία του και δεν υπήρχε περίπτωση να μην ακολουθήσει τα όνειρα της όποια και αν ήταν αυτά.

Ο Σεπτέμβρης λοιπόν εκείνος βρήκε την Μαρία έγκυο στο δεύτερο παιδί της, τον Στέλιο μπλεγμένο με μια χήρα στο κεφαλοχώρι, τη Γωγω να ράβει πυρετωδώς το νυφικό της, τον Λευτέρη να μην εμφανίζεται καν στη στάση του ΚΤΕΛ να χαιρετίσει την αδελφή του και την Βασούλα να μπαίνει μέσα στο λεωφορείο για την Αθήνα τόσο χαρούμενη που θα έβλεπε και πάλι την Ελπίδα να την περιμένει στον Κηφισό αυτή τη φορά για να πιάσουν την κοινή τους ιστορία από εκεί που την είχαν αφήσει. Γιατί της είχε λείψει η Ελπίδα περισσότερο από ποτέ. Από το Πάσχα είχε να την δει και όταν λίγο μετά τις εξετάσεις την είχε ενημερώσει πως φέτος το καλοκαίρι δεν θα ερχόταν στο χωριό κατάλαβε πως για να μην ερχόταν κάτι σοβαρό είχε συμβεί. Δεν την ρώτησε όμως, και ας της έκαιγε η ερώτηση τη γλώσσα. Σε ένα μήνα θα ήταν μαζί και πλέον οι βιαστικές κουβέντες στο τηλέφωνο και οι βιαστικές συναντήσεις θα άνηκαν οριστικά στο παρελθόν.

Τη στιγμή που κατέβηκε από το ΚΤΕΛ και είδε την ξαδέλφη της με τα μάτια πρησμένα από το κλάμα ήξερε πολύ καλά πως η συγκίνηση δεν ήταν μονάχα επειδή αντάμωσαν... ήξερε πως κάτι πολύ σοβαρό είχε γίνει. Έτρεξε λοιπόν και την πήρε αγκαλιά και όσο η Ελπίδα έκλαιγε με λυγμούς στην αγκαλιά της η Βασούλα της χάιδευε το κεφάλι και της έλεγε στο αυτί
"Ήρθα Ελπίδα, μην φοβάσαι! Ήρθα και μαζί όλα μπορούμε να ξεπεράσουμε!"