Τετάρτη, 18 Ιουλίου 2018

Η Αλίκη στη Χώρα του Ποτέ Ποτέ



Η Αλίκη ήταν μπερδεμένη. Τόσο μπερδεμένη, που ακόμα και οι αναθεματισμένοι θάμνοι όλο κόμπους, που είχε στο κεφάλι της για μαλλιά, μπροστά στο εξωφρενικό μπέρδεμα του μυαλού της, έμοιαζαν λιγότερο γόρδιοι δεσμοί. Αυτοί τουλάχιστον με λίγη μαλακτική κρέμα μαλλιών ξεμπλέκονταν. Εκτός από μπερδεμένη όμως ένιωθε και απελπιστικά μόνη. Μια μοναξιά τόσο δυσβάσταχτη, που ήταν λες και της πρόσθετε πενήντα κιλά, κάνοντας την συναισθηματικά παχύσαρκη, ανήμπορη να κινηθεί. Ναι αυτό, μια μοναξιά που την καθήλωνε αυξάνοντας το ειδικό βάρος της σκέψης της.

Κάποτε πίστευε πως σαν την συνονόματη της θα εξερευνούσε τη Χώρα των Θαυμάτων. Πως με μαγικά φίλτρα θα μίκραινε και θα μεγάλωνε, πέφτοντας σε τρύπες και περνώντας μέσα από λιλιπούτειες πόρτες. Η ζωή της όμως είχε αποδειχθεί εντελώς διαφορετική... Ένα ταξίδι χωρίς προορισμό, ένα ταξίδι σε κύκλους. Ένα ατελείωτο ταξίδι χωρίς να πηγαίνει ουσιαστικά πουθενά. Το μόνο κοινό στοιχείο με το παραμύθι που περίμενε κάποτε να ζήσει, ήταν το ρολόι. Ένα ενοχλητικό ρολόι τσέπης, που σε μια παρόρμηση είχε αγοράσει από ένα παλαιοπωλείο στο Μοναστηράκι, και που είκοσι χρόνια τώρα, αρνιόταν να σταματήσει να δουλεύει, και ας μην του είχε αλλάξει ποτέ μπαταρία. Τικ-τακ, ακουγόταν μέσα στη νύχτα και την εκνεύριζε που ο χρόνος προχωρούσε μπροστά, όταν όλα τα υπόλοιπα έμεναν καρφωμένα.

Όλα θα ήταν διαφορετικά αν άνηκε σε εκείνους που το τικ τακ του χρόνου τους παρηγορούσε. Σε εκείνους που κάθε νέα Σελήνη στον ουρανό και κάθε περιστροφή γύρω από τον Ήλιο ήταν αρκετά για να είναι ευγνώμονες. Της δικής μας Αλίκης όμως αυτό ουδέποτε είχε υπάρξει αρκετό... Από πολύ νωρίς της ήταν ξεκάθαρο πως μέσα της εγκυμονούσε κάτι απροσδιόριστο, αλλά σπουδαίο, που με τα χρόνια θα έπαιρνε σιγά σιγά μορφή και θα την ταξίδευε σε τόπους μαγικούς. Τα χρόνια όμως περνούσαν, τα τικ-τακ το επιβεβαίωναν, αλλά το απροσδιόριστο πράγμα δεν έλεγε να γεννηθεί!

Αντί λοιπόν να κόβει βόλτες με τραπουλόχαρτα , να χορεύει βαλς με τρελαμένους γάτους και να αποκοιμιέται κάτω από βελανιδιές, στεκόταν με μπερδεμένα μαλλιά και μπερδεμένα μυαλά να προσπαθεί να κουμπώσει σε μια πραγματικότητα σταθερή, ματαιωμένη από εκπλήξεις, μια χώρα ακίνητη λες και τα χρόνια μόνο ημερολογιακά περνούσαν, χωρίς να προσφέρουν κάτι. Μια χώρα που θύμιζε εκείνη του Πήτερ Πάν και που σίγουρα δεν ήταν ο δικός της τόπος. Μια χώρα που ΠΟΤΕ δεν γινόταν τίΠΟΤΕ!

Απελπισία την έπιανε κάθε φορά που σκεφτόταν, πως όποιος έγραφε την ιστορία της την έμπαιζε και την ταλαιπωρούσε. Πως επίτηδες δεν έδινε σχήμα στο ακόμα αγέννητο πράγμα, που τόσα χρόνια κουβαλούσε. Άρχισαν έτσι τα ψυχοσωματικά. Ευερέσθιτο έντερο της είχε πει πριν από κάτι μήνες, ένας γυαλαμπούκας γαστρεντερολόγος σε κρατικό νοσοκομείο, που μετά χαράς θα του έκανε και εκείνη μια κολονοσκόπηση χωρίς μέθη, έτσι για το γαμώτο. “Έγκυος είμαι ρε φίλε σε κάτι σπουδαίο, ανάθεμα τα πτυχία σου! Ξεστραβώσου και πες μου αν στον υπέρηχο τουλάχιστον έχει μορφή μπας και σωθώ!” του είχε πετάξει μες τα νεύρα, για να αποκτήσει ένα ωραιότατο κακογραμμένο παραπεμπτικό και για τον ψυχίατρο του νοσοκομείου.

Μοναξιά. Θλιβερή μοναξιά που την πετούσε στο περιθώριο και τη στιγμάτιζε. Μια μοναξιά που όταν την πλάκωνε, την ανάγκαζε να μασκαρεύεται. Την ανάγκαζε να βγάζει τις ριγέ μακριές κάλτσες της, που τόσο αγαπούσε, και να φοράει εκείνες τις δαντελένιες που της χάριζαν την εφήμερη ψευδαίσθηση πως επιτέλους κάπου θα κούμπωνε. Για την ακρίβεια οι άλλοι πάσχιζαν να κουμπώσουν σε εκείνη όποτε τις φορούσε, αλλά λεπτομέρεια. Εφήμερη πληρότητα από όποια οπτική γωνία και να το δεις. Ακόμα όμως και εκείνα τα καταδικασμένα κουμπώματα, στείρα ήταν. Κατειλημμένος ο χώρος εντός της από εκείνο το υποτιθέμενα σπουδαίο. Η καλύτερη αντισύλληψη όλων των εποχών!

Και όσο η ζέστη έξω σκαρφάλωνε τον υδράργυρο σε νούμερα απόκοσμα, κάνοντας τα μαλλιά της να φριζάρουν ακόμα περισσότερο από τον ιδρώτα, το έντερο της να έχει κατέβει σε σπαστική διαμαρτυρία για το μισό καρπούζι που είχε καταβροχθίσει νωρίτερα και το μυαλό της να ξεκουρδίζεται και να χάνει χτύπους όλο και συχνότερα, μια γάτα σκαρφάλωσε στο παράθυρο της και με θράσος βούτηξε τα μουστάκια της στον φραπέ που έβραζε πάνω στο γραφείο της.

-Ντεκαφεινέ είναι φίλος. Βλαμμένο έντερο εδώ. Αν θες σου φτιάχνω ένα φρέσκο τούρμπο, να μην κοιμηθείς για μέρες, είπε στη γάτα με τόση φυσικότητα που λίγο την τρόμαξε αρχικά.
-Και δεν τον φτιάχνεις. Βάλε όμως ζάχαρη, γιατί αδελφούλα μου σκέτη πίκρα είναι τούτος, της απάντησε ο γάτος που πλέον άραζε φαρδύς πλατύς απέναντι από τον ανεμιστήρα και έγλυφε τα αχαμνά του.
-Γάλα να βάλω;
-Μπα. Μπλακ τον πίνω.

Και σαν να ήταν το πιο λογικό πράγμα στο κόσμο, πήγε στην κουζίνα και έφτιαξε μια περιποιημένη φραπεδιά στον κεραμιδόγατο, που μόλις ήπιε την πρώτη γουλιά, γουργούρισε από ευχαρίστηση.

-Χριστέ μου, αποτρελάθηκα. Κερνάω καφέ μια γάτα και μιλάω μάλιστα μαζί της. Αυτό ήταν μου έστριψε! διαπίστωσε έντρομη μόλις συνειδητοποίησε τι συνέβαινε.
-Άσε μας κουκλίτσα μου. Όλοι για δέσιμο είμαστε. Κάνα τσιγαράκι έχεις; συνέχισε ο γάτος απτόητος
-Βλαμμένο έντερο σου λέω. Κομμένη και η νικοτίνη. Αν και μεταξύ μας δεν νιώθω πλέον πόνο. Περίεργο...
-Να σου ζήσει μανίτσα μου!
-Ποιος;
-Αυτό που λύσσαξες να πάρει μορφή! Τι είμαι ο πούστης! Πελαργοί και αηδίες.
-Δεν καταλαβαίνω τίποτα, αλλά ξέρεις κάτι, δεν με νοιάζει κιόλας. Απίστευτο;
-Και όμως αληθινό! Και χιουμοράκι ο κερατάς! Διότι αληθινό δεν είναι, αλλά ποιος νοιάζεται;
-Τρέλα εγκυμονούσα δηλαδή τόσα χρόνια;
-Έλα συγκεντρώσου! Μας νοιάζει πως το λένε; Δεν μας νοιάζει! Καρφάκι δεν μας καίγεται φιλενάδα. Αυτό ήταν το λάθος σου μωρή ηλίθια τόσα χρόνια. Σχήμα, νόημα, λογική, κατανόηση έψαχνες και όλα αυτά μέσα από παραμύθια. Δεν πάνε αυτά μαζί...  Άστο το ρημάδι ελεύθερο χωρίς να το φοβάσαι και χωρίς να προσπαθείς να το χωρέσεις μέσα σε ταξίδια ήδη καμωμένα. Άκου Χώρες του Ποτέ Ποτέ και Χώρες των Θαυμάτων. Περίμενα κάτι παραπάνω από σένα! Απόλαυσε Αλικάκι το δικό σου γαμημένο ταξίδι, πριν να είναι αργά, και μην απαιτείς από τους άλλους να γίνουν συνταξιδιώτες. Γκε-γκε;
-Πόσο σοφός είσαι...
-Μια καρικατούρα της φαντασίας σου είμαι και μάλιστα μια καθόλου πρωτότυπη εκδοχή, δεδομένων των συνθηκών. Μα γάτα;;; Πόσο προβλέψιμο! Τι να σε κάνω όμως που είσαι αναλφάβητο ντουβάρι και τα θες λιανά. Τράβα τώρα πλύσου που ζέχνει ο θάμνος πάνω στο κεφάλι σου και όσο πλένεσαι, καθάρισε και το μπάχαλο που βρίσκεται μέσα σε αυτό, να χαρείς. Τη βρώμα ξέπλυνε και άσε την αταξία.
-Να ξέρες πόσο ανάλαφρη νιώθω ξαφνικά...
-Καλά έχεις βάλει κιλά τελευταία μεταξύ μας, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας. Σήκωσε τον κώλο σου τώρα και φτιάξε βαλίτσες. Α και που είσαι, ένα τελευταίο για το δρόμο κερασμένο από μένα: τώρα που έφτιαξε το στριμμένο άντερο σου, τράβα για κάνα κοκορέτσι με κανέναν άνθρωπο! είπε ο γάτος με μπλαζέ ύφος και πήδηξε από το ανοιχτό παράθυρο από όπου είχε μπει για να μην χαλάσει το προξενιό.

Λίγη ώρα αργότερα η Αλίκη έκλεινε τη βαλίτσα της. Ούτε δαντελωτές , ούτε ριγέ κάλτσες είχε βάλει μέσα. Άλλωστε ακόμα δεν ήξερε καν τι καιρό θα έβρισκε στον άγνωστο προορισμό της._

 
                     

Τρίτη, 1 Μαΐου 2018

ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ : κεφάλαιο δέκατο έβδομο



Τρεις μέρες νοσηλεύτηκε προληπτικά. Οι Ισπανοί γιατροί, όσο και αν επέμενε εκείνη πως ένιωθε καλά, δεν της έδιναν εξιτήριο νωρίτερα. Όταν βεβαιώθηκαν πως δεν διέτρεχε πλέον κίνδυνο, την άφησαν να φύγει. Κατά την έξοδο της, της έδωσαν έναν φάκελο. Ένα εισιτήριο επιστροφής είχε μέσα. Ούτε στον κόπο να της γράψει δύο λέξεις δεν είχε μπει. Σκέφτηκε να τον αναζητήσει, αλλά με τα νέα δεδομένα δεν το έκανε. Δεν θα εκβίαζε μια ευτυχία και πάλι. Αυτό το παιδί θα το μεγάλωνε μόνη της.

Σε όλο το ταξίδι της επιστροφής χάιδευε την κοιλιά της και σκεφτόταν τι θα έκανε από εδώ και στο εξής στη ζωή της. Έπρεπε να βρει έναν γυναικολόγο. Έπρεπε να κάνει εξετάσεις. Έπρεπε να διώξει τον φόβο πως όλα θα πήγαιναν στραβά και πάλι. Αυτό το παιδί έπρεπε να γεννηθεί και έπρεπε να είναι υγιές. Δεύτερη απώλεια δεν θα την άντεχε. Θα ζητούσε βοήθεια από τους γονείς της. Θα στεκόταν δίπλα στην Ερασμία και τον Μενέλαο μέχρι το τέλος και ας ήξερε πως δεν θα τους ήταν αρκετή. Και εκείνος... Μακάρι εκείνος να έβρισκε κάποτε το φως, έστω και μακρυά της.

Φτάνοντας στην Αθήνα, ένιωσε ανακούφιση που επιτέλους ήταν και πάλι πίσω. Αυτό το ταξίδι μπορεί να μην είχε βγει όπως θα ήθελε, αλλά δεν είχε υπάρξει και εντελώς μάταιο. Κουρασμένη πήρε ένα ταξί και έδωσε τη διεύθυνση του σπιτιού της. Ένα ζεστό μπάνιο χρειαζόταν πριν πάει στο νοσοκομείο να δει τον Μενέλαο. Μόλις όμως άνοιξε το κινητό της, αυτό άρχισε να χτυπάει σαν τρελό. Το ένα μήνυμα ερχόταν πίσω από το άλλο, και όλα από την Άννα. Βιαστικά άνοιξε το τελευταίο και το διάβασε.

"Σε ψάχνω και δεν σε βρίσκω. Σήμερα στις τέσσερις το απόγευμα στο νεκροταφείο του Ηρακλείου θα γίνει η κηδεία."

Ταραγμένη έβαλε το κινητό στην τσάντα και κοίταξε το ρολόι που ήταν πάνω από το ταξίμετρο.Ίσως και να προλάβαινε, σκέφτηκε και ζήτησε από τον οδηγό του ταξί να αλλάξουν προορισμό, ενώ δάκρυα άρχισαν να τρέχουν από τα μάτια της. Άραγε ποιος το είχε πει στην Ερασμία; Άραγε εκείνη είχε καταλάβει; Θυμήθηκε την τελευταία φορά που την είχε δει. Θυμήθηκε τον τρόπο που της είχε εξομολογηθεί όλα όσα είχαν συμβεί. Τόσα χρόνια μετά και εκείνη θυμόταν και την παραμικρή λεπτομέρεια. Το μυαλό της που σιγά σιγά κατέβαζε ρολά, εκείνες τις μέρες στην Αλεξάνδρεια, αδυνατούσε να τις σβήσει. Ακόμα και στο σκοτάδι του, δεν την άφηνε να ηρεμήσει...

"Ένα παιδί... Ένα δικό του παιδί θα ήθελα να του χαρίσω, αλλά ο Θεός μας τιμώρησε κόρη μου. Όταν γέννησα τον Γιώργη, μου αφαίρεσαν και τη μήτρα. Αν δεν μου την έβγαζαν μπορεί και να πέθαινα. Ο Μάρκος προκειμένου να μην με χάσει, είπε στον γιατρό να τη βγάλει. Στιγμή δεν σκέφτηκε πως δεν θα μπορούσα να κάνω μετά άλλα παιδιά. Στιγμή δεν διαμαρτυρήθηκε που το μόνο παιδί που θα γνώριζε, θα ήταν ο αδελφός του. Ξέρουμε πως έχουμε κάνει πολλά και θα λογοδοτήσουμε για όλα, όταν έρθει η ώρα. Εμάς μας αρκεί να είμαστε μαζί, ακόμα και στην κόλαση. Ο Γιώργης μου όμως, δεν έφταιξε πουθενά...Μακάρι να μπορούσα να γυρίσω τον χρόνο πίσω. Να μην φορούσα ποτέ εκείνο το αναθεματισμένο φόρεμα. Να μην τον είχα παντρευτεί ποτέ. Αν όμως δεν το είχα φορέσει, δεν θα είχα γνωρίσει ποτέ τον Μάρκο. Δεν θα είχα φέρει ποτέ στον κόσμο το γιο μου. Και τώρα γεράσαμε και το παιδί μου δεν θέλει ούτε να μας δει. Γιαυτό έπαθε την κρίση ο Μάρκος. Μας πήρε τηλέφωνο. Μας είπε πως μας σιχαίνεται για όλα όσα κάναμε. Μας είπε να τον ξεχάσουμε. Μας είπε πως εμείς είμαστε χειρότεροι από εκείνον που σκοτώσαμε. Το περιμέναμε. Η αδελφή της Ερασμίας χρόνια προσπαθούσε να μας εντοπίσει. Πριν δύο χρόνια μας βρήκε. Γι αυτό έστειλα τον Γιώργη στη Μαδρίτη. Από φόβο... Όλους τους κοροϊδέψαμε, αλλά την αδελφή της όχι. Όταν δακρυσμένη μου ζήτησε να μάθει τι είχε απογίνει, δεν μπόρεσα να της κρύψω την αλήθεια. Το μόνο που δεν ήξερα να της πω, ήταν που είναι θαμμένο το σώμα. Ο Μενέλαος δεν μας είπε ποτέ. Εκείνη όμως γριά γυναίκα νόμιζε πως δεν το λέγαμε για να μην ενοχοποιηθούμε. Μας απειλούσε πως θα τα έλεγε όλα στον Γιώργο, αν δεν της λέγαμε την τοποθεσία. Ήξερε πως μόνο έτσι μπορούσε να μας απειλήσει. Το έγκλημα τόσα χρόνια μετά έχει παραγραφεί. Δεν είμαι θυμωμένη μαζί της που έψαξε τον Γιώργη. Δεν της θυμώνω που του τα είπε όλα. Μακάρι να είχα βρει τη δύναμη να του τα πω εγώ η ίδια. Δεν μπορούσα όμως. Έρη μου, στάσου κοντά στο παιδί μου. Έχεις χάσει ένα παιδί και ξέρεις πόσο πονάω αυτή τη στιγμή. Μαλάκωσε τον θυμό του. Μόνο αν ερωτευτεί, όπως ερωτευτήκαμε εμείς ο ένας τον άλλο, μόνο τότε θα μπορέσει να καταλάβει, γιατί κάναμε ό,τι κάναμε. Στην αληθινή ζωή τα παραμύθια δεν είναι πάντα τόσο εύκολα. Στην αληθινή ζωή καμιά φορά τον έρωτα, τον πληρώνεις με τη ψυχή σου."  

Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια που της είχε πει και ύστερα είχε βυθιστεί και πάλι στη σιωπή της και στην αγωνία της για τον έρωτα της, που αργόσβηνε σ' ένα δωμάτιο νοσοκομείου μόνος του. Άραγε ήταν εκεί να του κρατάει το χέρι; Άραγε το μυαλό της την είχε αφήσει να τρέξει κοντά του; αναρωτιόταν η Έρη τη στιγμή που το ταξί την άφηνε έξω από το κοιμητήριο. Η ώρα είχε πάει ήδη πέντε. Τρέχοντας μπήκε μέσα και κοίταξε μήπως κάπου ήταν μαζεμένος κόσμος. Ησυχία όμως επικρατούσε. Μάλλον δεν είχε προλάβει, σκέφτηκε και στηρίχθηκε σ' ένα δέντρο απογοητευμένη. Και τότε είδε δυο φιγούρες αγκαλιασμένες πάνω από ένα φρέσκο τάφο. Δυο γνώριμες φιγούρες.

...................................................................................  


έξι χρόνια μετά 

- Μαμά, πες μου ξανά το παραμύθι!
-Πάλι βρε αγάπη μου;
-Πάλι!!!!
- Φόρεσε η γιαγιά σου το άσπρο φόρεμα της. Την έπιασε ο μπαμπάς σου από το χέρι και πήγανε μαζί στον παππού. Ροζ τριαντάφυλλα είχε η ανθοδέσμη της. Ροζ ανθάκια φορούσε και στα άσπρα μαλλιά της. Ο παππούς όταν την είδε έβαλε τα κλάματα, τόσο όμορφη που ήταν. Ο μπαμπάς σου τους πάντρεψε μέσα στην εντατική. 
-Χωρίς παπά;
-Χωρίς παπά. Και αφού τους πάντρεψε, εκείνη έσκυψε και τον φίλησε γλυκά. Μάρκο μου, του είπε, σ' αγαπάω. Εγώ σ' αγαπάω περισσότερο Λουκία μου, της ψιθύρισε αδύναμα εκείνος. Και ύστερα ξάπλωσε δίπλα του και εκείνος αποκοιμήθηκε ήρεμος για πρώτη φορά. Η αγαπημένη του είχε ντυθεί επιτέλους στα λευκά για εκείνον. Και έτσι ήρεμος πέταξε μακριά ελεύθερος. Λίγο πριν γεννηθείς εσύ, πήγε και εκείνη να τον βρει. Αφού βεβαιώθηκε πως ο μπαμπάς θα ήταν σε καλά χέρια, πήγε να τον βρει. Και τώρα είναι δύο πανέμορφοι άγγελοι ψηλά στον ουρανό, που έρχονται και ρίχνουν χρυσόσκονη στα όνειρα μας. 
-Πάλι ιστορίες λέτε εσείς εδώ;
-Μπαμπά, γύρισες!!!! Πες μου και εσύ τώρα την ιστορία με τη μαμά να κοιμηθώ.
-Λουκία είναι αργά... 
-Έλα μπαμπούλη μου, σε παρακαλώ....
-Η μαμά σου είναι το πιο ξεροκέφαλο πλάσμα στον κόσμο. Αλήθεια έχει πολύ δυνατό κεφάλι, είπε και η Έρη του πέταξε ένα μαξιλάρι.
-Καλά. Η μαμά σου μπήκε σαν ηλιαχτίδα στη ζωή μου. Στην αρχή το φως με ενοχλούσε και τραβούσα τις κουρτίνες. Μια μέρα όμως μπήκε ένα σύννεφο μπροστά της. Τότε κατάλαβα πως πλέον δεν μπορούσα να ξαναζήσω στο σκοτάδι. Φοβήθηκα πολύ τότε. Αυτές τις λίγες ώρες που πίστεψα πως δεν θα ξαναλάμψει, κατάλαβα πόσο ανάγκη την είχα. Πήρα έτσι ένα αεροπλάνο. Ανέβηκα στον ουρανό. Και με ένα σφουγγάρι άρχισα να σβήνω ένα, ένα όλα τα σύννεφα. Μου πήρε λίγο χρόνο να τα καταφέρω. Βλέπεις τα σύννεφα αυτά, ήταν κομματάκι βρώμικα. Όταν όμως τα κατάφερα, τότε είδα πως πίσω από τα σύννεφα κρυβόταν πλέον ένας λαμπερός ήλιος! Γιατί η μικρή, επίμονη ηλιαχτίδα είχε γίνει ένας ολοστρόγγυλος ήλιος. Κυριολεκτικά στρογγυλός. Τεράστια ήταν η κοιλιά της!Και μέσα από τον ήλιο βγήκε ένα κοριτσάκι, που θα έπρεπε να κοιμάται ήδη!!!! είπε και γαργάλισε την κόρη του στην κοιλιά.
-Καληνύχτα μπαμπά μου. Καληνύχτα μανούλα, είπε το παιδί και εκείνοι το φίλησαν και βγήκαν από το δωμάτιο.

- Έφτιαξα λαχανοντολμάδες. Τα γενέθλια του Μάρκου σήμερα. Να σου βάλω να φας; ρώτησε η Έρη κοιτώντας τον με αγάπη.
-Ανάλατους;
-Φυσικά. Σε προσέχω για να σε έχω.
-Κορίτσι μου όσο και να με προσέχεις είμαι είκοσι χρόνια μεγαλύτερος σου. Τώρα δεν το καταλαβαίνεις, αλλά σύντομα θα το νιώσεις. Μην τα ξαναλέμε. Δούλεψε το αυτό σιγά σιγά μέσα σου, ναι;
-Δεν με νοιάζει! Εμείς θα φύγουμε μαζί όπως εκείνοι. Δεν ακούω κουβέντα! 
-Επίμονη ηλιαχτίδα! Ξεροκέφαλο πλάσμα! Και όσο σκέφτομαι πως όλα ξεκίνησαν από ένα γάμο με διαφορά ηλικίας, έναν αταίριαστο γάμο...
-Παράλληλα και διαφορετικά όμως. 
-Σου έχω μια έκπληξη. Μπορεί η μαμά σου να κρατήσει το παιδί για δέκα μέρες;
-Πάλι θα ξεπορτίσουμε; Τώρα γυρίσαμε από τη Μαδρίτη που είδε η μικρή τα αδέλφια της. Πάλι θα φύγουμε;
-Τα κατάφερα Εριφύλη. Επιτέλους τα κατάφερα. Μου έδωσαν την άδεια. Μπορούμε να τους πάμε σπίτι τους.
-Ποιους;
-Τους γονείς μου. Συνεννοήθηκα ήδη με την πρεσβεία μας και το πατριαρχείο στην Αλεξάνδρεια. Ο Μάρκος πριν πεθάνει μου είπε που είναι θαμμένη η Ερασμία. Δεν το είπε ποτέ στη Λουκία γιατί είχε υποσχεθεί στον Μενέλαο πως δεν θα το έλεγε. Το ξέρω πως απάτη θα κάνουμε πάλι, αλλά εσύ ξέρεις πως είναι για καλό. Άδεια θα βάλουμε στο οστεοφυλάκιο που αγόρασα στο νεκροταφείο της Αλεξάνδρειας, τα κουτιά με τα οστά των γονιών μου. Έχω ήδη βρει άκρες μέσα στο νεκροταφείο για να κάνουν τα στραβά μάτια, με το κατάλληλο αντίτιμο φυσικά. Και αφού τελειώσουμε με αυτό, θα πάμε να ξεθάψουμε τα οστά της Ερασμίας. Πριν ξεψυχήσει, με έβαλε να του υποσχεθώ πως κάποια στιγμή θα φρόντιζα να είναι όλοι μαζί. Και οι τέσσερις. Το βράδυ εκείνο, όταν σταμάτησε το πλοίο, ζήτησε να μάθει τις συντεταγμένες του σημείου που έπεσε ο Μενέλαος. Τις είχε γραμμένες πίσω από το γράμμα του, που ποτέ δεν πέταξε. Μου είπε που το είχε κρυμμένο και το βρήκα. Πλέον μπορώ να κάνω την υπόσχεση μου πραγματικότητα. Τα έχω μελετήσει όλα. Έχω ήδη βρει άνθρωπο να μας πάει με καραβάκι στο σημείο. Πες μου πως θα έρθεις μαζί μου. Πες μου πως θα με βοηθήσεις να κλείσω πλέον οριστικά αυτή την ιστορία. 
-Γιατί δεν μου 'χες πει νωρίτερα κάτι;
-Γιατί δεν ήταν εύκολο να μου δώσουν άδεια να μεταφέρω τα οστά. Παλεύω σχεδόν δύο χρόνια τώρα...  
-Φυσικά και θα έρθω μαζί σου. Με ένα ψέμα άρχισε, ας τελειώσει μ' ένα ακόμα ψέμα. Σαν να κλείνει ο κύκλος εκεί που ξεκίνησε μοιάζει...
-Έτσι το βλέπω και εγώ γι αυτό το έχω τόση ανάγκη, παραδέχτηκε και αγκάλιασε σφιχτά την Έρη
-Πότε σου είπα τελευταία φορά πόσο σε αγαπάω; τον ρώτησε τρίβοντας την μούρη της στο στέρνο του.
-Μην γίνεσαι μελό, διαμαρτυρήθηκε εκείνος χαζογελώντας.
-Και μελό θα γίνομαι και ευτυχισμένα φινάλε θα επιδιώκω! Γιατί όλα όσα έγιναν, έγιναν για να είμαστε εμείς οι δύο μαζί ανόητε άντρα, πότε θα το καταλάβεις; είπε τρυφερά και τον τράβηξε μαλακά προς το υπνοδωμάτιο τους. Οι λαχανοντολμάδες μπορούσαν να περιμένουν λίγο ακόμα._
   
Αφιερωμένη σε σένα. Σε σένα που όσο και να με παιδεύεις, είσαι πάντα το σημείο αναφοράς μου. Εσένα που όσο και να εκνευρίζομαι μαζί σου, σ αγαπάω με μια αγάπη αδιαπραγμάτευτη. Σε σένα λοιπόν μάνα και ας ξέρω πως δεν θα διαβάσεις ποτέ αυτή την αφιέρωση. Γιατί αν κάτι με δίδαξε αυτή η ιστορία όσο την έχτιζα είναι αυτό. Να λες ότι νιώθεις πριν να είναι αργά. 

Σας ευχαριστώ όλους, που για ακόμα μια φορά, μαζί μου, κάνατε και αυτό το ταξίδι.
Σας ευχαριστώ για τα κατά καιρούς σχόλια σας...
Σας ευχαριστώ που ερχόσαστε ξανά και ξανά και με διαβάζετε. 
Καλή συνέχεια σε όλους.

Δαμαλίτη Ιωάννα (ή αλλιώς, η δική σας Πουκαρίνα )  

     
  
       



   

ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ : κεφάλαιο δέκατο έκτο



Ο ζεστός αέρας που τη χτύπησε, βγαίνοντας από το αποστειρωμένο περιβάλλον του αεροδρομίου, της έφερε ζάλη. Σαστισμένη κοίταξε δεξιά και αριστερά αναζητώντας ένα ταξί να την μεταφέρει στη διεύθυνση που κρατούσε στο δεξί της χέρι. Ένας βιαστικός κύριος με μια τεράστια βαλίτσα την έσπρωξε και παραπάτησε. "Τι σκατά έκανε εκεί πέρα;" αναρωτήθηκε και πίεσε τον εαυτό της να συγκρατήσει τα δάκρυα της που ετοιμαζόντουσαν να δραπετεύσουν. Δεν ήταν ώρα για μεμψιμοιρίες και πισωγυρίσματα, ο χρόνος πίεζε και μάλιστα ασφυκτικά. Πριν λίγες ώρες της φαινόταν το πιο λογικό πράγμα στο κόσμο. Δεν θα έκανε πίσω τώρα που είχε φτάσει μέχρι εκεί. Αποφασιστικά πλησίασε έναν υπάλληλο του αεροδρομίου που μάζευε τα καροτσάκια και τον ρώτησε από που θα μπορούσε να πάρει ένα ταξί.

Λίγη ώρα αργότερα βρισκόταν έξω από την εταιρεία που δούλευε ο Γιώργος. Σε αυτή τουλάχιστον τη διεύθυνση είχε ταχυδρομήσει τότε τα χαρτιά της. Η ευγενική κοπέλα στην ρεσεψιόν, μόλις τη ρώτησε που θα μπορούσε να βρει τον κύριο Αποστόλου, πρόθυμα, αφού έλεγξε τον υπολογιστή που είχε μπροστά της, της ζήτησε να μάθει ποια κυρία τον ζητάει. Για λίγα δευτερόλεπτα η Έρη δίστασε. Αν του έλεγαν πως ήταν εκείνη, το πιθανότερο να μην δεχόταν να τη δει. Αυθόρμητα έδωσε το όνομα της Λουκίας. Η κοπέλα αμέσως σήκωσε το ακουστικό και μετά από μια σύντομη συνομιλία στα ισπανικά, την ενημέρωσε πως σε λίγα λεπτά ο κύριος Αποστόλου θα κατέβαινε.

Μουδιασμένη την ευχαρίστησε και απομακρύνθηκε κοιτώντας με εκνευρισμό και αγωνία προς τους ανελκυστήρες. Όταν όμως οι πόρτες άνοιξαν και βγήκε εκείνος, η καρδιά της μάτωσε. Η εικόνα του μαρτυρούσε πως πρέπει να ήταν μέρες άυπνος. Θέλησε να τρέξει και να τον πάρει αγκαλιά, κάτι στο βλέμμα του όμως την κράτησε καρφωμένη.

-Νόμιζα πως ήμουν ξεκάθαρος πως δεν επιθυμώ να σε ξαναδώ, είπε θυμωμένα μόλις έφτασε κοντά της και δύο τρεις περαστικοί γύρισαν και τους κοίταξαν με περιέργεια.
-Πρέπει να μιλήσουμε, απάντησε εκείνη σε πιο ήρεμο τόνο ελπίζοντας να τον κάνει να ηρεμήσει.
-Και τι μαλακίες ήταν αυτές; Γιατί έδωσες το όνομα που έδωσες; απαίτησε να μάθει ενώ την τραβούσε με δύναμη προς τις εσωτερικές σκάλες.
-Ξέρω Γιώργο! εξήγησε εκείνη και ελευθέρωσε το χέρι της που ήδη την πονούσε.
-Προχώρα. Ακολούθησε με, διέταξε και άρχισε να κατεβαίνει προς το υπόγειο που λίγα λεπτά αργότερα η Έρη κατάλαβε πως μάλλον ήταν το γκαράζ του κτηρίου. Με ένα κλειδί που έβγαλε από το σακάκι που φορούσε έκανε ένα μαύρο αυτοκίνητο να ξεκλειδώσει. Και μην γυρνώντας καν να κοιτάξει αν ερχόταν από πίσω, μπήκε μέσα βιαστικά. Μόλις η Έρη έκατσε στη θέση του συνοδηγού, έβαλε μπροστά και γκαζώνοντας το αμάξι βγήκαν στον δρόμο.

Για την επόμενη μισή ώρα εκείνος οδηγούσε νευρικά και εκείνη απλά τον κοιτούσε. Του έδινε χρόνο. Λίγο χρόνο να αποδεχτεί πως είτε του άρεσε, είτε όχι θα έπρεπε να κάνει μαζί της διάλογο. Δεν ήταν παράλογη η Έρη. Κατανοούσε το σοκ που προφανώς είχε πάθει, καθώς και όλες τις μετέπειτα αντιδράσεις του. Ο κόσμος που ήξερε είχε καταρρεύσει σαν να ήταν φτιαγμένος από τραπουλόχαρτα. Ο χρόνος όμως με ένα διαστροφικό τρόπο, δεν έδινε περιθώρια για να δουλέψει μέσα του όσα είχε μάθει. Γι αυτό είχε πάει να τον βρει. Για να του εξηγήσει αυτό ακριβώς. Πως όσο και αν είχε πληγωθεί, δυστυχώς δεν είχε την πολυτέλεια να κάνει πείσματα. Ένα ποτάμι φάνηκε στον ορίζοντα. Δεν ήξερε η Έρη πως η Μαδρίτη είχε ποτάμι. Σκέφτηκε να τον ρωτήσει πως λέγεται, αλλά το μετάνιωσε. Δεν είχε φτάσει μέχρι εκεί για τουρισμό.

Όταν επιτέλους το αμάξι σταμάτησε βγήκε από αυτό και άναψε ένα τσιγάρο. Χωρίς νικοτίνη αυτή η συζήτηση δεν θα παλευόταν. Σε κάποιο πάρκο είχαν πάει. Ησυχία επικρατούσε τριγύρω. Το μόνο που ακουγόταν ήταν το θρόισμα κάποιων φύλλων καθώς ο καυτός αέρας τα κουνούσε. Σε λίγο θα έμπαινε το καλοκαίρι, σκέφτηκε και τον αναζήτησε με τη ματιά της. Εκείνος καθόταν ακόμα μέσα στο αμάξι και έσφιγγε με δύναμη το τιμόνι κάνοντας τους κόμπους των δαχτύλων του να ασπρίζουν.

-Βγες σε παρακαλώ να μιλήσουμε και θα φύγω. Δύο πράγματα θέλω να σου πω. Σε τέσσερις ώρες φεύγει το αεροπλάνο μου, είπε σχεδόν παρακαλετά βλέποντας το ρολόι στον καρπό της.
-Δεν έπρεπε να έρθεις το κέρατο μου! ούρλιαξε και κοπάνησε την πόρτα πίσω του.
-Γιώργο κόψε τις μαλακίες. Δεν ήρθα καν για σένα. Για εκείνους ήρθα.
-Για εκείνους ήρθες; Τότε ακόμα χειρότερα! Τι θέλεις Εριφύλη; Γιατί μπλέκεσαι σε κάτι που δεν σε αφορά; Τόσο άδεια είναι ζωή σου, που μέσα από τις δικές μας μαλακίες βρήκε ενδιαφέρον; ρώτησε ειρωνικά την κοίταξε κατάματα περιμένοντας τις αντιδράσεις της.
-Κάποτε αυτά ίσως να δούλευαν. Αυτή τη στιγμή όμως όχι! Δεν είμαι εγώ το θέμα, δεν είσαι καν εσύ ηλίθιε! Ο Μενέλαος δεν θα ζήσει! Μετράει μέρες αν όχι ώρες. Στο έχω πει και στο παρελθόν, στο λέω λοιπόν ξανά, και αυτή τη φορά άκουσε με καλά! Δεύτερη ευκαιρία δεν θα έχεις! Δεν θα μπορείς να γυρίσεις τον χρόνο πίσω μετά. Ό,τι έχει γίνει, έχει γίνει. Ξέρω πως σου είναι δύσκολο να το αντιμετωπίσεις. Ξέρω πως μέσα σου παλεύεις. Δεν έχεις χρόνο όμως δυστυχώς. Κάθε λεπτό που περνάει, είναι σημαντικό. Δώσε τους μια ευκαιρία να σου εξηγήσουν. Άκου τη δική τους εκδοχή. Έκαναν λάθη. Όλοι μας κάνουμε. Μην τους απορρίπτεις επειδή θέλησαν να σε προστατεύσουν.
-Πως ακριβώς με προστάτευσαν; Φλομώνοντας με στο ψέμα; Σήκω φύγε ρε Εριφύλη. Ο πατέρας μου ήταν ένας βασανιστής, η μάνα μου μια δολοφόνος και ο αδελφός μου ένας ψεύτης. Τι σε κάνει να πιστεύεις πως εγώ είμαι κάτι καλύτερο;
-Αν δεν έρθεις μαζί μου στην Ελλάδα, ναι. Θα είσαι και εσύ ακόμα ένα κομμάτι σε αυτή την παρανοϊκή αλυσίδα. Εγώ ξέρω όμως πως δεν είσαι. Δώσε εσύ ένα τέλος. Χάρισε τους λίγη γαλήνη. Τους την χρωστάς! Πατέρας είσαι. Μέχρι που θα έφτανες για τα παιδιά σου;
-Τα παιδιά μου άστα έξω από την κουβέντα. Εγώ τα παιδιά μου δεν τα κορόιδεψα ποτέ! Εγώ για τα παιδιά μου, έμεινα σ' έναν γάμο που δεν έβγαζε πουθενά. Εγώ έκανα τις επιλογές μου και τις τίμησα μέχρι τελευταία στιγμή. Η Μαρίνα ζήτησε να χωρίσουμε λίγο πριν έρθω για Πάσχα στην Ελλάδα. Αν εκείνη δεν το είχε ζητήσει, εγώ δεν θα το είχα κάνει ποτέ. Η μάνα μου όμως φέρθηκε σαν την χειρότερη τσούλα. Τον σκότωσε και μετά άρχισε να πηδιέται με το γιο του λες και δεν έτρεχε τίποτα!
-Δεν είναι έτσι και το ξέρεις. Κοίτα μέσα σου. Ανάσυρε τις εικόνες της ζωής σου και θα δεις πως δεν είναι έτσι τα πράγματα. Ίσως να μην ξέρεις την ιστορία, όπως την ξέρω εγώ... Τον ερωτεύτηκε; Ναι τον ερωτεύτηκε με όλη της την καρδιά. Ποτέ της όμως δεν το χάρηκε. Ούτε ένα λεπτό! Χρόνια πήρε και στους δυο να μπορέσουν να λειτουργήσουν σαν ζευγάρι και ας λαχταρούσαν ο ένας τον άλλο. Ξέρεις πως είναι να λαχταράς κάτι και να μην σε αφήνει η ενοχή και η ντροπή να το χαρείς; Αν δεν ήσουν εσύ στη μέση θα είχαν τραβήξει χωριστούς δρόμους μετά από όσα έγιναν. Υπήρχες όμως εσύ και είχαν υποσχεθεί σ' έναν άνθρωπο που θυσίασε τη ζωή του, πως θα σε μεγάλωναν με αγάπη. Δεν έμειναν μαζί επειδή ήταν εγωιστές. Δεν έμειναν μαζί επειδή επιτέλους ήταν ελεύθεροι να απολαύσουν τον έρωτα τους. Έμειναν μαζί παρά το γεγονός πως κάθε φορά που αγγίζονταν, τα φαντάσματα των πράξεων τους ζωντάνευαν και πάλι! Έγιναν όμως γροθιά. Γροθιά για να μην σε αγγίξουν και εσένα όλα αυτά.
-Από την άνεση της ζωούλας σου τα βλέπεις όλα ρομαντικά, λες και είναι ταινία. Και έρχεσαι μέχρι εδώ να μου απαιτήσεις ένα γλυκανάλατο φινάλε που δεν μπορώ να δώσω. Νομίζεις πως μετά από όλα αυτά, εγώ θα συγχωρήσω εκείνους και θα ζήσουμε όλοι μαζί σαν μια ευτυχισμένη οικογένεια; Δεν υπάρχει τίποτα στο μέλλον. Εκείνοι θα πεθάνουν μέσα στις τύψεις τους και εγώ μέσα στις δικές μου. Τράβα τον δρόμο σου. Η παράσταση έλαβε τέλος, είπε και της γύρισε την πλάτη.

Θολωμένη δεν μπορούσε να καταλάβει τι είχε πυροδοτήσει τον ανεξέλεγκτο θυμό της. Τα λόγια του; Το πείσμα του; Οι υπαινιγμοί του; Με φόρα έτρεξε πίσω του και άρχισε να τον χτυπάει δυνατά στην πλάτη βρίζοντας τον με λέξεις που ποτέ της δεν είχε ξεστομίσει. Με δύναμη έμπηγε τα νύχια της στον λαιμό του.

Να την σπρώξει ήθελε. Να ελευθερωθεί. Κουρασμένος όμως, δεν υπολόγισε τη δύναμη του. Και έτσι όπως την απομάκρυνε εκείνη παραπάτησε και το κεφάλι της βρέθηκε πάνω σε μια μεγάλη πέτρα κάνοντας έναν "κρακ" που τον έκανε να παγώσει. Ξαφνικά δεν ήταν εκείνος. Ξαφνικά βρισκόταν στο δωμάτιο στην Αλεξάνδρεια. Ξαφνικά η κοπέλα που αιμορραγούσε δεν ήταν η Έρη. Πέντε δευτερόλεπτα. Πέντε δευτερόλεπτα μπορούσαν να αλλάξουν ανθρώπινες ζωές. Πέντε δευτερόλεπτα, μια ατυχής κίνηση και τίποτα δεν θα ξαναήταν ίδιο. Τρέμοντας έσκυψε δίπλα της. "Μόνο να μην πεθάνει...Μόνο να μην πεθάνει!" επαναλάμβανε κλαίγοντας, όταν άκουσε την αδύναμη ανάσα της να χτυπάει στο μάγουλο του και την έσφιξε στην αγκαλιά του ανακουφισμένος.

Μέχρι να φτάσουν στο νοσοκομείο η Έρη είχε αρχίσει ήδη να συνέρχεται. Τέσσερα ράμματα και αρκετές εξετάσεις μετά καθόταν οκλαδόν πάνω στο κρεββάτι του νοσοκομείου μόνη της και κοιτούσε το χαρτί που ο γιατρός της είχε δώσει νωρίτερα αποχαυνωμένη. Το αεροπλάνο της εκείνη την ώρα θα απογειωνόταν. Ο Γιώργος ήταν άφαντος. Η Ερασμία και ο Μενέλαος αβοήθητοι και χωριστά και εκείνη μόλις είχε μάθει πως μέσα της χτυπούσε και πάλι μια καρδιά. Και ενώ νωρίτερα μάλωνε τον εαυτό της που είχε γίνει κομμάτι αυτής της ιστορίας που δεν θα έπρεπε να την αφορά, πλέον ήξερε πως υπήρχε λόγος. Ένας μικρός λόγος που σύντομα θα μεγάλωνε.                        
        
για τη συνέχεια πατήστε εδώ