Πέμπτη, 29 Μαΐου 2014

"Στο παραλίγο" κεφάλαιο δέκατο τρίτο

Εκεί που περίμενα στο λιμάνι του Πειραιά κουκουλωμένη μέσα στο παλτό μου να επιβιβαστώ στο πλοίο ένα παράπονο με έπιασε....Πόσο δειλή ένοιωθα. Με την πρώτη δυσκολία το έβαζα στα πόδια. Εντάξει χαζή δεν ήμουν, το ήξερα πως οι πιθανότητες για μια ήρεμη και συμβατική σχέση με τον Παύλο ήταν απειροελάχιστες...αλλά στην τελική αυτός δεν ήταν και ο λόγος που αυτός ο άντρας με τραβούσε σαν μαγνήτης? Ώρες ώρες δεν ήξερα τι ήθελα και αυτό με πλήγωνε όποτε το συνειδητοποιούσα...Το να μην ξέρεις τι θες στα 25 σου ίσως και να είναι αναμενόμενο αλλά το μην το ξέρεις στα 35 σου ίσως να είναι και τραγικό. Και όσο ένα ένα τα αυτοκίνητα έμπαιναν στο πλοίο τόσο πιο σίγουρη ήμουν πως ναι θα έφευγα, αλλά πρώτα θα μάθαινα! Δεν θα μπορούσα να συνεχίσω τη ζωή μου χωρίς να ξέρω... ότι και αν κόστιζε αυτή η γνώση. 

Αντί λοιπόν να μπω στο πλοίο έσκισα το εισιτήριο..έστειλα ένα μήνυμα στους δικούς μου να μην με περιμένουν το πρωί αλλά αργά το μεσημέρι και μπήκα σε ένα ταξί για δεύτερή φορά μέσα σε λίγες ώρες. Η Αθήνα άδεια εντελώς έφτασα σε ελάχιστη ώρα και όταν χτύπησα και δεν μου άνοιξε κανείς μια πρώτη απογοήτευση ήρθε να μη πλημμυρίσει. Για καλή μου τύχη δέκα λεπτά αργότερα ένας νεαρός έβγαινε από την πολυκατοικία και έτσι μπόρεσα τουλάχιστον να μπω μέσα... Όταν ανέβηκα και δεν πήρα απάντηση ούτε και στο πάνω κουδούνι διάφορες σκέψεις πέρασαν από το μυαλό μου....Για κάνα τέταρτο περίμενα αλλά στο τέλος η αγωνία με νίκησε και είπα να τον πάρω ένα τηλέφωνο. Το κινητό του ακουγόταν πίσω από την κλειστή πόρτα να χτυπάει....Καταβεβλημένη από την κούραση σωριάστηκα μπροστά στην πόρτα του κλείνοντας το κεφάλι μου ανάμεσα στα χέρια μου.

Αν είχε πάθει κάτι δεν θα το συγχωρούσα στον εαυτό μου σκέφτηκα στην αρχή...Όσο τα λεπτά όμως περνούσαν βασανιστικά άρχισα να μαλώνω τον εαυτό μου.."Ηλίθια Άννα σιγά μην πάθαινε το οτιδήποτε για σένα!" έλεγα ξανά και ξανά μέσα μου. Και ο χρόνος περνούσε και όσο περνούσε μαζί με το σώμα μου άρχισε σιγά σιγά να παγώνει και το μυαλό μου. Δεν με ένοιαζε πια ούτε που ήταν...ούτε τι έκανε. Το μόνο που ήθελα ήταν να γυρίσει, να πάρω τις απαντήσεις μου και να φύγω. 

Όταν η πόρτα του ανσασέρ άνοιξε και τον είδα να με κοιτάζει έκπληκτος είχα ήδη βγάλει στην άκρη όλες τις αναστολές και ανασφάλειες μου και περισσότερο αποφασισμένη από ποτέ το μόνο που επιθυμούσα ήταν να παίξουμε το ηλίθιο παιχνίδι του! 

"Η απόψε ή ποτέ Παύλο" του είπα και μάλλον το πόσο σίγουρη ήμουν γιαυτό φαινόταν στο πρόσωπο μου γιατί μόλις άκουσε το τελεσίγραφο δεν είπε τίποτα, απλά κάθισε σε μια καρέκλα και με κοίταξε σχεδόν με πόνο. 

"Βγάλε τα παπούτσια σου και τις κάλτσες σου μόλις τελειώσεις το τσιγάρο" είπε και χάθηκε μέσα στο κλειδωμένο δωμάτιο. Όσο έβγαζα τα παπούτσια και τις κάλτσες μου έκανα υπεράνθρωπες προσπάθειες να καταλάβω που το πήγαινε... Αρκετή ώρα αργότερα βγήκε από εκεί μέσα με ένα τεράστιο μπλοκ στα χέρια του και ένα μεταλλικό κουτί. Έκανε το γύρω του δωματίου και άνοιξε όλα τα φώτα. Ποτέ πιο πριν δεν είχα προσέξει πόσα φώτα είχε αυτό το δωμάτιο. Μέσα σε δευτερόλεπτα το δωμάτιο ήταν τόσο φωτεινό που τα μάτια μου έτσουζαν από το φως. Τράβηξε μια καρέκλα, έκατσε απέναντι μου, άνοιξε το μεταλλικό κουτί που ήταν γεμάτο κάρβουνα, βολεύτηκε στην καρέκλα με το μπλοκ ανοιχτό πάνω στα πόδια του και έβαλε το cd player να παίζει.

"Μήπως θέλεις άλλο ένα ποτό πριν σου πω τους όρους του παιχνιδιού??? Γιατί να ξέρεις το πολύ άλλο ένα ποτό θα πιεις...σε θέλω 1000% νηφάλια γιαυτό που θα κάνουμε..." είπε και με κοίταξε μέσα στα μάτια.
"Όχι!' απάντησα με βεβαιότητα.
"Ωραία... Για να πάρεις Άννα τις απαντήσεις σου πρέπει να πληρώσεις όπως σου είπα και χτες... Αν είναι να βγω εγώ στο φως θα βγεις και εσύ! Κάθε απάντηση στοιχίζει και ένα ρούχο από αυτά που φοράς! Έχω να ζωγραφίσω γυμνό από την σχολή και η αλήθεια είναι πως δεν είναι και από τα δυνατά μου χαρτιά ως ζωγράφος. Εσένα όμως θέλω να σε ζωγραφίσω γυμνή... Τώρα ανάβω εγώ το τσιγάρο και περιμένω μέχρι να το τελειώσω την οριστική σου απάντηση!" είπε και άναψε ένα τσιγάρο ενώ συνέχιζε να με κοιτάζει στα μάτια.....


.............................................................................................................................................

Ο Παύλος μέχρι τελευταία στιγμή ήλπιζε η Άννα να κάνει πίσω...αν δεν έκανε τότε θα έπρεπε να μιλήσει για πράγματα που καθόλου δεν του άρεσε να συζητάει, γιαυτό και είχε σκεφτεί αυτό το περίεργο παιχνίδι. Τη στιγμή που άναψε το τσιγάρο του την κοίταξε με τόση ένταση  που και σίδερο ίσως να μπορούσε να λυγίσει αυτή του η ματιά. Εκείνη όμως αντί να βάλει τα παπούτσια της και να ανοίξει την πόρτα και να φύγει κινήθηκε προς το μπουκάλι με το ουίσκι, έβαλε ένα ποτό, το ήπιε μονορούφι και πήγε και στάθηκε ξανά στην θέση της λέγοντας του

"'Οποτε είσαι έτοιμος ξεκινάμε!"

Αυτή την εξέλιξη δεν την περίμενε...κάπνισε αργά όλο το τσιγάρο..πέταξε στο τασάκι την γόπα έπιασε ένα κάρβουνο και ξεκίνησε να μιλάει....

"Αγοράζω το παντελόνι σου για το ποια είναι η Λένα" είπε και όσο η Άννα ξεκούμπωνε το τζιν της εκείνος μια κοιτώντας την και μια κοιτώντας το χαρτί άρχισε να μιλάει...

"Την Λένα την ξέρω τα τελευταία 5 χρόνια... Είμαστε μαζί περιστασιακά και είναι όντως παντρεμένη όπως ήδη ξέρεις... Είναι πολιτικός μηχανικός και γνωριστήκαμε με αφορμή την αγάπη της για τη ζωγραφική" ολοκλήρωσε και άρχισε να σχεδιάζει σκυφτός πάνω από το χαρτί του...

"Για την μπλούζα τώρα....τι σημαίνει η Λένα για μένα..." είπε και σήκωσε το κεφάλι του καρφώνοντας με το βλέμμα του την Άννα που ήδη φαινόταν να νοιώθει αρκετά άβολα...

"Με την Λένα έχουμε μια ιδιαίτερη σχέση... την νοιάζομαι γιατί όντως μοιάζουμε... μαζί της όλα είναι πολύ εύκολα. Δεν ζητάει τίποτα παραπάνω απ ότι μπορεί να δώσει και αυτά που μπορεί να δώσει είναι όλα όσα χρειάζομαι... Δεν είμαι Άννα ο βάτραχος που εσύ θα καταφέρεις να μεταμορφώσεις σε πρίγκιπα. Είμαι αυτό που φαίνομαι και δεν πρόκειται να αλλάξω! Η Λένα το ξέρει και το σέβεται  γιαυτό και μπορούμε και συνυπάρχουμε σε αυτή τη ιδιαίτερη σχέση" είπε και η Άννα πέταξε την μπλούζα της στο πάτωμα τυλίγοντας τα χέρια της γύρω από το σώμα της....

"Άννα κατέβασε τα χέρια σου....! δεν σκοπεύω να σε ζωγραφίσω έτσι σαν απροστάτευτο πλάσμα...είσαι εδώ με τη θέληση σου, μην το ξεχνάς και όποτε θες λες να σταματήσουμε!"
"Ορίστε τα κατέβασα ...πάμε παρακάτω" είπε σχεδόν θυμωμένη
"Ωραία...για το σουτιέν τώρα γιατί δεν σε αφήνω να μπεις στο εργαστήριο...Κανένας δεν έχει μπει ποτέ πόσο μάλλον εσύ που διαβάζεις του πίνακες μου σαν ανοιχτό βιβλίο...Πέρασε ποτέ από το μυαλό σου πως μπορεί να μην είμαι αυτό που φαίνομαι??? Ίσως έχω και μια άλλη πλευρά...πιο σκοτεινή που θα προτιμούσα να μην βλέπουν τα ξένα μάτια...Ο πίνακας Νο7 είναι ένα μικρό κομμάτι αυτής της πλευράς μου....Άννα αυτό να το θυμάσαι, όλοι έχουμε την σκοτεινή πλευρά μας και σε κάποιους από εμάς είναι πιο έντονη από ότι σε κάποιους άλλους....Κράτα λοιπόν ότι δεν είμαι και ο καλύτερος άνθρωπος στον κόσμο! Συνεχίζεις να θες να πάρεις την απάντηση και στην τελευταία σου ερώτηση???" είπε και συνέχισε να τραβάει γραμμές σαν μανιασμένος πάνω στο χαρτί με το κάρβουνο χωρίς να την κοιτάζει αυτή τη φορά. Με μια κίνηση η Άννα έλυσε το σουτιέν της και πέταξε δίπλα στην μπλούζα της κοιτώντας τον με συμπόνια....
"Μην με κοιτάς έτσι! Ακούω θα το τερματίσουμε το παιχνίδι?"
"Ναι...."
"Καλώς...για το εσώρουχο σου τι κρύβεται πίσω από τον πίνακα της έκθεσης.... Ας πούμε πως δύο γυναίκες αγάπησα στη ζωή μου... Τη μία την "σκότωσα" εγώ με τις πράξεις μου ...η άλλη προτίμησε να σκοτώσει η ίδια τον εαυτό της... Το βράδυ που γύρισα από τη κηδεία της μητέρας μου έφτιαξα αυτόν τον πίνακα...ήταν ίσως ο μοναδικός άνθρωπος που πίστεψε σε μένα και που είχε ένα τραγικό ελάττωμα...αγαπούσε παραπάνω απ όσο άντεχε....γιαυτό και αυτοκτόνησε....επειδή αγαπούσε...μην κουνιέσαι κάτσε ακίνητη! Άννα μην με πλησιάζεις, μείνε εκεί που είσαι!" είπε σχεδόν ουρλιάζοντας αλλά ήταν ήδη πολύ αργά...Η γυμνή Άννα είχε ήδη φτάσει δίπλα του και όσο εκείνος θυμωμένος πάλευε να ελευθερωθεί  από τα χέρια της τόσο εκείνη προσπαθούσε να τον κλείσει μέσα στην αγκαλιά της και ανάμεσα σε σπασμένα κάρβουνα και κομμένα χαρτιά κατάφερε να πάρει αυτό το αγριεμένο και πληγωμένο πλάσμα αγκαλιά και σιγά σιγά όσο εκείνος τη  φιλούσε λες και ήθελε να πάρει από μέσα της όλο το οξυγόνο, εκείνη με χάδια κατάφερε να τον ηρεμήσει. Και εκεί μέσα στο λουσμένο από φως δωμάτιο απαλλαγμένοι και οι δύο από φόβους και ενοχές έγιναν ένα....

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλιαστε: