Δευτέρα, 23 Ιουνίου 2014

Το παιχνίδι κεφάλαιο 1




Τέλος Ιουνίου 2014

Από το μισάνοιχτο παράθυρο του αυτοκινήτου πέταξε με μια  επιδεικτική κίνηση την γόπα έξω στο πεζοδρόμιο. Κοίταξε το ρολόι του, η ώρα δύο και είκοσι τα ξημερώματα. Άνοιξε εντελώς το παράθυρο για να μπει το καλοκαιρινό αεράκι μέσα στο αμάξι και σήκωσε τα μάτια και κοίταξε τον νυχτερινό ουρανό. Ξαστεριά απόψε και καθόλου φεγγάρι...Την αγαπούσε την νύχτα για την ακρίβεια μόνο την νύχτα μπορούσε να λειτουργήσει. Άνοιξε την πόρτα και βγήκε να ξεπιαστεί. Πόση ώρα καθόταν μέσα στο παρκαρισμένο αυτοκίνητο? Είχε χάσει το μέτρημα. Το μόνο που μαρτυρούσε πως ήταν αρκετή, ήταν τα πονεμένα του γόνατα. Με δυο βαθιά καθίσματα, εκεί στην άκρη του πεζοδρομίου, η κυκλοφορία του αίματος είχε επανέλθει πλήρως. Θα έβγαινε, ήταν σίγουρος πως θα έβγαινε, γιαυτό και περίμενε, απλώς της έδινε χρόνο. Άπλωσε το χέρι του και έπιασε το πακέτο με τα τσιγάρα από τη θέση του συνοδηγού. Άναψε ένα και δυνάμωσε το ραδιόφωνο  Crawlin' back to you... ακούστηκαν οι Artic monkeys "ω ναι θα έρθει και θα σέρνεται...εγώ θα την κάνω να σέρνεται" σκέφτηκε με κακία και τράβηξε μια βαθιά ρουφηξιά από το τσιγάρο του.

"Είσαι τρελός" είπε σχεδόν ουρλιάζοντας τη στιγμή που βρέθηκε μπροστά του.
"Είμαι!" απάντησε εκείνος και χαμογέλασε ικανοποιημένος που ακόμα μια φορά είχε πέσει μέσα
"Και εκτός από τρελός είσαι και πρόστυχος" 
"Και από αυτό είμαι. Τίποτα άλλο???"
"Δεν πας καλά παιδάκι μου. Σήκω φύγε που έχεις κατασκηνώσει εδώ απέξω!" 
"Δεν κατάλαβα? Δημόσιος είναι ο δρόμος"
"Φύγε σου λέω! Γιαυτό βγήκα, για να σου πω να φύγεις!"
"Καλά δεν βγήκες γιαυτό. Αλλά ας πούμε αν θες, ότι γιαυτό βγήκες, αφού σε κάνει να νιώθεις καλύτερα"
"Θεέ μου πόσο αλαζόνας είσαι! Δεν σου πε ποτέ κανένας ΌΧΙ???"
"Ποτέ και κανένας.." 
"Ε τότε άκου το για πρώτη φορά! Όχι και πάλι Όχι το έπιασες μήπως τώρα????"
"Θα το πιάσω μόνο όταν τα λόγια σου συμφωνούν με αυτά που λέει το σώμα σου."
"Ρε με τον τρελό που έμπλεξα! Μου σηκώνεις το αίμα στο κεφάλι, με βγάζεις από τα ρούχα μου, με κάνεις να θέλω να σε χτυπήσω!"
"Μόλις δημιούργησες καινούριες εικόνες στο μυαλό μου με αυτά που είπες....αν στις πω θα με ξαναπείς φοβάμαι πρόστυχο..."
"Τι θες πουλάκι μου? Tα είπαμε προχτές. Νόμιζα πως ξεκαθαρίσαμε κάποια πράγματα έτσι τουλάχιστον έδειξες. Τι θες λοιπόν νυχτιάτικα έξω από το σπίτι μου και γιατί μου στέλνεις τα μηνύματα που μου στέλνεις? Άσε με στην ησυχία μου!"
"Το ξανασκέφτηκα και άλλαξα γνώμη. Για την ακρίβεια έχω κάτι καινούριο να σου προτείνω, μπες στο αμάξι να σου πω.."
"Δεν με νοιάζει τι καινούριο σκέφτηκες. Πως αλλιώς να σου το πω το κέρατο μου?!!!"
"Όταν βρίζεις γίνεσαι ακόμα πιο θελκτική να ξέρεις..."
"Έτσι ε???? Άντε στο διάολο τότε παλιό μαλάκα νυχτιάτικα" του πέταξε θυμωμένα και τρέμοντας από τα νεύρα χώθηκε στο σπίτι χτυπώντας την πόρτα πίσω της.

Χαμογελώντας μπήκε στο αμάξι. Έπιασε το κινητό του έγραψε ένα μήνυμα γεμάτος ικανοποίηση και έβαλε μπροστά. Η ώρα κόντευε να πάει τρεις και η νύχτα ήταν όμορφη, τόσο όμορφη και νέα, ακόμα πολύ νέα για να πάει χαμένη....

......................................................................................................................................


"Μαμά γιατί δεν κοιμάσαι?"
"Τώρα σε λιγάκι θα ξαπλώσω. Πήγαινε να κοιμηθείς"
"Ζεσταίνομαι ρε μαμά"
"Κάτσε να σου φέρω τον ανεμιστήρα από την αποθήκη. Πήγαινε ξάπλωσε και σε πέντε λεπτά θα στον έχω φέρει"
"Καλά πάω, αλλά και εσύ κοιμήσου. Αύριο πρέπει να ξυπνήσουμε νωρίς να με πας στην πισίνα το υποσχέθηκες!"
"Θα σε πάω, πήγαινε ξάπλωσε" είπε στο επτάχρονο αγόρι και το έσπρωξε τρυφερά πίσω στο δωμάτιο του.

Στην αποθήκη επικρατούσε χαμός. Τρία χρόνια είχαν περάσει από την μετακόμιση και ακόμα άπειρα πράγματα βρισκόντουσαν μέσα στις κούτες. Μια ολόκληρη ζωή αναμνήσεις στοιβαγμένες σε κουτιά να πιάνουν σκόνη. Σε μια γωνία σκυφτός ο παλιός μεταλλικός ανεμιστήρας. Ακόμα θυμόταν το πρωινό που τον είχαν δει στο Μοναστηράκι...Από κοινού είχαν αποφασίσει πως πρόκειται για συλλεκτικό κομμάτι και χωρίς δεύτερη σκέψη τον είχαν αγοράσει. Τα διπλά λεφτά τους είχε στοιχίσει να τον επιδιορθώσουν από ότι τους είχε στοιχίσει να τον αγοράσουν ,αλλά όταν το καλοκαίρι εκείνο τον είχαν βάλει να δουλέψει και αγκαλιασμένοι τον κοιτούσαν για κάνα μισάωρο να περιστρέφεται, είχαν καταλήξει πως άξιζε το όποιο κόστος. Αυτή η κοινή τους αγάπη για παλιά αντικείμενα δεν ήταν που τους είχε φέρει εξαρχής κοντά άλλωστε? Τι ήταν όμως εκείνο που τους έκανε να απομακρυνθούν??? "Όχι τώρα αυτές οι σκέψεις Μαρία! Ένα ένα πρόβλημα την φορά!" μάλωσε τον εαυτό της και τράβηξε με περισσότερη δύναμη από όση χρειαζόταν τον ανεμιστήρα για να τον ανεβάσει στο υπνοδωμάτιο.

Λίγη ώρα αργότερα το μόνο που ακουγόταν μέσα στο σπίτι ήταν ο μονότονος ήχος του ανεμιστήρα και το τικ τακ ενός παλιού ρολογιού. "Το παρελθόν μου κάνει πολλή θόρυβο" σκέφτηκε και κουλουριάστηκε κατάκοπη στο καναπέ χαζεύοντας τον δείκτη των δευτερολέπτων να μετακινείται. "Ο μεγάλος δείκτης στο έξι ο μικρός στο τρία Μαρία" άκουσε μέσα στο μυαλό της την φωνή του πατέρα της να της λέει, όπως τότε που της μάθαινε την ώρα, και ζάρωσε ακόμα περισσότερο στην εικόνα του και στον ήχο της φωνή του που ξαφνικά την πλημμύριζαν από παντού..."Άντρες όλοι σας ίδιοι, όλοι σας αρπακτικά!" σκέφτηκε και έκλεισε σφιχτά τα μάτια της προσπαθώντας να διώξει μακρυά όλους τους άντρες που με κάθε ευκαιρία της έκλεβαν και από ένα κομμάτι. "Όλους μανούλα ???? ακόμα και μένα????" της φάνηκε να ακούει τη φωνή του γιου της και πετάχτηκε για να δει πως η αϋπνία απλά της έπαιζε παιχνίδια. Δεν άντεχε άλλο, πνιγόταν έπρεπε να πάρει αέρα. Πλησίασε διστακτικά το ανοιχτό παράθυρο και κοίταξε προσεκτικά πίσω από την κουρτίνα. Ένας αναστεναγμός ανακούφισης βγήκε από μέσα της όταν είδε πως είχε επιτέλους φύγει. Τράβηξε την κουρτίνα και πήρε μια βαθιά ανάσα. Όσο πιο σιγά μπορούσε άνοιξε το συρτάρι του γραφείου και έβγαλε το πακέτο με τα τσιγάρα που έκρυβε. Στον μικρό είχε υποσχεθεί ότι το είχε κόψει...Το άναψε και κοίταξε την κόκκινη καύτρα...Ω της έλλειπε το κάπνισμα... της έλλειπε ίσως περισσότερο από όλα όσα είχε αφήσει πίσω της. Σήκωσε το κεφάλι ψηλά και κοίταξε τον ουρανό . Ξαστεριά χωρίς φεγγάρι απόψε...κάποτε αγαπούσε τις νύχτες τις αγαπούσε πολύ... για την ακρίβεια μόνο τις νύχτες μπορούσε να λειτουργήσει, πλέον τις φοβόταν...πλέον οι νύχτες την παρέλυαν...Ήθελε φως πολύ φως... είχε ανάγκη από φως στη ζωή της, από σκοτάδι είχε χορτάσει! Ένα διακριτικό μπίπ ακούστηκε από το κινητό της που ήταν πάνω στο γραφείο. Με τα χέρια της να τρέμουν το έπιασε και μόλις είδε το όνομα του αποστολέα στο εισερχόμενο μήνυμα χωρίς να το σκεφτεί πολύ, πέταξε με δύναμη το κινητό στο δρόμο κάνοντας το χίλια κομμάτια. Ω αύριο θα μετάνιωνε...θα μετάνιωνε για την ακριβή συσκευή που μόλις είχε καταστρέψει....για τα τηλέφωνα φίλων που μόλις είχε χάσει....για τον αριθμό της που την συνόδευε τα τελευταία δέκα χρόνια και που θα τον άλλαζε για να γλιτώσει οριστικά από αυτά τα μηνύματα...αλλά αύριο όλα αυτά, απόψε ένιωθε πιο ανάλαφρη, πιο ήρεμη. Τράβηξε την κουρτίνα και σύρθηκε στο κρεββάτι της.

για τη συνέχεια πατήστε εδώ

υγ: καινούρια ιστορία που και εγώ η ίδια δεν έχω ιδέα πως θα τελειώσει....ούτε καν πως θα προχωρήσει γιαυτό και είναι άτιτλη ακόμα... και ενώ δούλευα ήδη μια άλλη ιστορία απόψε γεννήθηκε αυτή και επειδή και "το παραλίγο" γράφτηκε μέσα σε ενάμιση μήνα πριν από ένα χρόνο έτσι καλοκαιράκι είπα να δουλέψω αυτή με τον ίδιο τρόπο. Κεφάλαιο και δημοσίευση κάθε κεφάλαιο που θα γράφεται θα δημοσιεύεται απλά δεν μπορώ να ξέρω κάθε πότε θα ανεβαίνει το νέο κεφάλαιο μιας και όπως είπα ήδη αυτή η ιστορία είναι φρέσκια και γεννιέται τώρα. Όσοι πιστοί προσέλθετε και καλό μας ταξίδι μιας και αυτό το συγκεκριμένο θα το κάνουμε παρέα ;)

3 σχόλια:

  1. ωχ ωχ μας ανάβεις καινούργιες φωτιές. Αντε να παραφυλάμε πάλι!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. θα ειμαι stand by.....
    popi

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. θα περιμενω... καθε καινουριο κεφαλαιο

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Σχόλιαστε: