Τετάρτη, 10 Αυγούστου 2016

Με μια σοκοφρέτα:Κεφάλαιο 19

Ένας μονότονος επαναλαμβανόμενος ήχος, μια μεταλλική γεύση στο στόμα και σκοτάδι. Και ύστερα ένας ύπνος. Ένας ύπνος βαθύς και ήρεμος. Ένας ύπνος επιτέλους χωρίς εφιάλτες... Και ύστερα κάποιες φωνές να προσπαθούν να την βγάλουν από τον ύπνο και εκείνη να αρνείται..Να θέλει να φωνάξει "αφήστε με να κοιμηθώ" αλλά να μην μπορεί... Και εκείνη η μεταλλική γεύση σταθερά μέσα στο στόμα της. Και ο πόνος επιτέλους να έχει σβήσει...
"Ναι αφήστε με να κοιμηθώ...."

Τρεις ώρες άντεξε την αναμονή... Και ύστερα που το σκεφτόταν μάλωνε τον εαυτό του που δεν είχε ακούσει νωρίτερα τον ένστικτο του.. Αν το είχε κάνει ίσως και να είχε προλάβει. Τρεις ώρες καθόταν μπροστά στο κινητό του και περίμενε. Και κάθε λεπτό που περνούσε χωρίς το κινητό να χτυπάει, σαν κόκκος άμμου στην κλεψύδρα μέσα του καθόταν η ανησυχία. Και κόκκο τον κόκκο ξεχείλισε και ετοιμαζόταν να τον καταπιεί. Βούτηξε τα κλειδιά και  βγήκε στο δρόμο σαν τρελός..Γιατί την είχε ακούσει? Γιατί την είχε αφήσει να γυρίσει πίσω? Μικρές επιλογές που κάνουν οι άνθρωποι σε διάφορα σταυροδρόμια χωρίς να ξέρουν τις συνέπειες...

Μα γιατί δεν είχε στείλει ένα μήνυμα? Το φως στο διαμέρισμα της πρόδιδε πως κάποιος ήταν πάνω...Γιατί τον άφηνε σε αυτή την αγωνία... ? Δέκα λεπτά καθόταν στο αυτοκίνητο προβληματισμένος να μην ξέρει τι να κάνει...και άλλες ανώφελες καθυστερήσεις... Και νίκησε επιτέλους η αγωνία και έτρεξε στην είσοδο της πολυκατοικίας την ώρα που κάποιος έβγαινε... Και ανέβηκε τις σκάλες λαχανιάζοντας για να κοντοσταθεί μαρμαρωμένος μπροστά στην μισάνοιχτη πόρτα του διαμερίσματος που ένα αεράκι την έκανε να κινείται ρυθμικά και να χτυπάει επαναλαμβανόμενα μαλακά. Και το χέρι του έτρεμε όσο έσπρωχνε την πόρτα τρομαγμένος. Δεν μπορεί...Δεν μπορεί να συνέβαινε αυτό σκέφτηκε μπαίνοντας μέσα στο φωτισμένο δωμάτιο. Και αναζήτησε με την ματιά του εκείνη αλλά δεν την έβλεπε πουθενά. Και ένιωσε μια προσωρινή ανακούφιση όταν πρόσεξε στο πάτωμα ένα πόδι πίσω από τον καναπέ να εξέχει. Και έτρεξε πανικόβλητος για να αντικρίσει ένα ανθρώπινο κουβάρι μέσα στο αίμα.

Όχι!!!! ούρλιαξε και προσπάθησε να σκεφτεί τι έπρεπε να κάνει. Όχι άλλες καθυστερήσεις, απαίτησε από τον εαυτό του και προσπάθησε να σκεφτεί καθαρά τι έπρεπε να κάνει. Και τα χέρια του να τρέμουν και να μην βοηθάνε να σχηματίσει τον αριθμό... Και η φωνή του μπερδεμένη να προσπαθεί να δώσει οδηγίες. Και ύστερα η αναμονή... ποτέ του δεν θα ξεχνούσε εκείνη την αναμονή... Να θέλει να την πάρει αγκαλιά και να φοβάται μην της κάνει έτσι περισσότερο κακό... Να της μιλάει χωρίς να ξέρει αν τον ακούει. Και να σκύβει συνεχώς από πάνω της μετρώντας κάθε αδύναμη ανάσα που εκείνη έβγαζε...

Μια ανάσα. Θα τον σκότωνε...
Δυο ανάσες. Πως μπόρεσε να της το κάνει αυτό...?
Τρεις ανάσες..Πως μπόρεσε και ο ίδιος να μην ακούσει το ένστικτο του νωρίτερα..?
Τέσσερις ανάσες... Κάνε υπομονή έρχονται...
Πέντε ανάσες....  Μακάρι να μην πονάει....κάνε τουλάχιστον να μην πονάει..
Έξι ανάσες...  Βασούλα μου....γλυκιά μου Βασούλα...
Μα γιατί δεν ανέπνεε? Όχι!! ούρλιαξε και έσκυψε στο στόμα της.. Και ενώ δεν το είχε ξανά κάνει ποτέ άρχισε να φυσάει ρυθμικά μέσα σε εκείνο. Και η μεταλλική γεύση από το αίμα να τον πνίγει, αλλά εκεί να επιμένει. "Δεν θα πεθάνεις σου λέω!!!" να ουρλιάζει και να συνεχίζει. Πνοή από την πνοή μου να λέει σε επανάληψη από μέσα του και ο χρόνος να χάνει κάθε διάσταση. Δευτερόλεπτα?Λεπτά? 'Ωρες? Χρόνια? Αιώνες? Ιδέα δεν είχε μετά για πόση ώρα σκυμμένος πάνω από εκείνη προσπαθούσε. Δύο χέρια όμως τον απομάκρυναν μαλακά... Επιτέλους κάποιος θα την βοηθούσε ,κάποιος που ήξερε τι να κάνει. Και σωριάστηκε σε μια καρέκλα προσπαθώντας να καταλάβει τι γινόταν. Αλλά τα δάκρυα που έτρεχαν από τα μάτια του δεν τον άφηναν να δει καθαρά...

-Την μεταφέρουμε στο νοσοκομείο, με ακούτε κύριε? είπε ένας αστυνομικός
-Πρέπει να ειδοποιήσω τους δικούς της..μουρμούρισε σαστισμένος
-Ναι αυτό να κάνετε και άμεσα γιατί τα πράγματα δεν είναι πολύ καλά..Εσείς ειδοποιήσατε το ΕΚΑΒ? Εσείς την βρήκατε?
-Ναι...
-Ξέρετε ποιος μπορεί να το έχει κάνει?
-Πρέπει να ειδοποιήσω τους δικούς της...Πρέπει να ειδοποιήσω την Ελπίδα...
-Κύριε είσαστε σε κατάσταση σοκ... Θέλετε να μου δώσετε  τα νούμερα να πάρω εγώ? πρότεινε ο αστυνομικός και ο Νίκος του έδειξε δύο αριθμούς στο κινητό του με τα χέρια του που ακόμα έτρεμαν και που ήταν πασαλειμμένα πλέον με αίμα...Με το δικό της αίμα...

..........................................................................................................

-Μάνα ξύπνα! Μάνα η Βασούλα
-Μαρία? Τι έγινε παιδί μου?
-Μάνα ντύσου γρήγορα..απέξω είναι ο Γιώργος με το αυτοκίνητο θα σου εξηγήσω στο δρόμο
-Που πάμε?
-Στην Αθήνα μάνα...Γρήγορα μόνο, γρήγορα!! είπε η Μαρία και έφερε στην κυρά Θοδώρα ένα φόρεμα από την ντουλάπα
-Πες μου τι έγινε Μαρία τώρα! απαίτησε εκείνη στρώνοντας τα ανακατωμένα μαλλιά της
-Στο νοσοκομείο μάνα...Έχουν την Βασούλα στο νοσοκομείο. Λεπτομέρειες δεν ξέρω... Η θεία με πήρε τηλέφωνο που την πήρε ένας αστυνομικός από την Αθήνα. Πήρε εμένα γιατί ήξερε πως έχουμε αμάξι για να μην καθυστερήσουμε. Έχω ενημερώσει ήδη την Γωγώ και τον Στέλιο. Από το δρόμο θα πάρω και τον Λευτέρη. Έλα μάνα μην τρέμεις σε παρακαλώ... παρακάλεσε η Μαρία και βοήθησε την κυρά Θοδώρα να φορέσει τα παπούτσια της.
-Το ήξερα...το ήξερα... ψέλλιζε επαναλαμβανόμενα η κυρά Θοδώρα σαστισμένη αλλά η Μαρία δεν την άκουγε. Την έσπρωχνε μαλακά έξω από το σπίτι και την έβαζε μέσα στο αυτοκίνητο.

Και ένα αεράκι παγωμένο να φυσάει ρυθμικά και να σηκώνει σκόνη...

.....................................................................................................................

Πρώτη στο νοσοκομείο έφτασε η Ελπίδα αλλά κανένας δεν της έλεγε τίποτα. Την είχαν λέει μέσα στο χειρουργείο , μόνο αυτό της είχαν πει. Και ο αστυνομικός που την είχε πάρει τηλέφωνο δεν είχε πει λεπτομέρειες. Πηγαινοερχόταν έτσι ανήσυχη στον άδειο διάδρομο μην ξέροντας τι να κάνει..πως να βοηθήσει, με έναν πανικό να την κυκλώνει όλο και πιο απειλητικά. Προσπάθησε να πάρει τον Μάνο αλλά εκείνος δεν το σήκωνε. Η μάνα της την είχε ενημερώσει ήδη ότι όλοι ήταν καθ οδόν από το χωριό αλλά και εκείνους η αστυνομία τους είχε ενημερώσει.. Ιδέα δεν είχαν τι μπορεί να είχε συμβεί.

Και ο χρόνος να κυλάει αργά και καμία ενημέρωση... Και εκεί στην είσοδο για τα χειρουργεία ένας αστυνομικός να στέκεται κάνοντας την Ελπίδα να αναρωτιέται για ποιο λόγο. Και άρχισαν να καταφτάνουν ένας ένας όλοι τους, ανήσυχοι και σαστισμένοι... Η μάνα της με μάτια κόκκινα να κρατάει αγκαλιά την κυρά Θοδώρα που κόντευε να καταρρεύσει. Η Γωγώ με τον Στέλιο να σταματάνε όποιον έβγαινε παρακαλώντας για μια ενημέρωση. Και η Μαρία να μιλάει στο τηλέφωνο.
'Ώσπου επιτέλους ένας γιατρός βγήκε από εκεί μέσα και όλοι έτρεξαν γύρω του.

-Έχει χάσει πολύ αίμα.... Η αιμοδοσία είναι στον πρώτο όροφο. Όσο περισσότερες φιάλες μπορέσετε να μαζέψετε καλό θα ήταν .Η επίθεση που υπέστει ήταν τόσο σφοδρή που υπάρχει εκτεταμένη βλάβη σε όλη την κοιλιακή περιοχή.  Χρειάστηκε να αφαιρέσουμε το ένα νεφρό. Είχε υποστεί πλήρη ρήξη. Δεν γινόταν τίποτα για να το σώσουμε. Αυτή τη στιγμή παλεύουμε να σώσουμε το δεύτερο αλλά τα πράγματα είναι δύσκολα. Την βάλαμε ήδη στην λίστα για μεταμόσχευση αλλά καλό θα ήταν αν υπάρχουν αδέλφια να σκεφτούν την πιθανότητα δωρεάς.. Θα χρειαστεί να γίνουν εξετάσεις συμβατότητας αλλά επειδή ο χρόνος μας κυνηγάει καλό θα ήταν να είμαστε προετοιμασμένοι στο ενδεχόμενο αυτό από τώρα. Τα κατάγματα και οι εκδορές είναι δευτερευούσης σημασίας, αυτή τη στιγμή προτεραιότητα έχει να σταματήσουμε την αιμορραγία στην κοιλιακή περιοχή και να διασώσουμε το νεφρό της. Θα πάρει χρόνο η επέμβαση. Μόλις έχω νεώτερα θα σας ενημερώσω" είπε ψυχρά ο χειρούργος και εξαφανίστηκε και πάλι πίσω από την κλειστή πόρτα.

Μουδιασμένοι όλοι τους προσπάθησαν να καταλάβουν τι τους είχε μόλις πει. Πρώτοι ο Γιώργος και ο Στέλιος έφυγαν προς την αιμοδοσία ενώ η Μαρία και η Γωγώ έφυγαν για να βρουν πληροφορίες σχετικά με τη δωρεά νεφρού. Η Ελπίδα θέλησε να πάει και εκείνη μαζί τους αλλά η Μαρία την παρακάλεσε να καθίσει με την μάνα και τη θεία της.
-Ελπίδα θα σου μεταφέρουμε ότι μάθουμε..Ας είναι κάποιος εδώ μαζί τους..της είπε ήρεμα και εκείνη δέχτηκε.
-Έλα Θοδώρα μην χάνεις το κουράγιο σου...παρακάλεσε η κυρά Χαρά
-Ποιος.... ποιος έκανε τέτοιο κακό στο παιδί μου???  Ελπίδα εσύ ξέρεις κάτι??? Πες μου σε ικετεύω...
-Θεία δεν έχω ιδέα... Και προσπαθώ ειλικρινά να επικοινωνήσω με τον μόνο άνθρωπο που ίσως ξέρει αλλά δεν μου το σηκώνει...
-Ελπίδα ρώτα παιδί μου τον αστυνομικό στην  πόρτα...Αυτός μπορεί να ξέρει Τουλάχιστον να μάθουμε ποιος την βρήκε...
-Εντάξει μαμά θα πάω... είπε η Ελπίδα και σηκώθηκε από την καρέκλα που καθόταν. Πλησίασε με αργά βήματα τον αστυνομικό και μαζεύοντας το κουράγιο της παρακάλεσε να μάθει ποιος είχε βρει την Βασούλα. Και όσο ο αστυνομικός προσπαθούσε να της εξηγήσει πως δεν γνώριζε το όνομα του κυρίου που την είχε βρει, άνοιξε η πόρτα του ανελκυστήρα και από μέσα βγήκε ο Νίκος συνοδεία δύο άλλων αστυνομικών. Και έκπληκτη η Ελπίδα προσπαθούσε να καταλάβει πως ο Νίκος είχε βρεθεί εκεί για να μείνει στήλη άλατος όταν ο αστυνομικός μπροστά της της τον έδειχνε λέγοντας της πως αυτός ο κύριος είχε ειδοποιήσει. Σαστισμένη έτρεξε κοντά του και χώθηκε στην αγκαλιά του. Και μόνο τότε πρόσεξε τα αίματα στα ρούχα του και τραβήχτηκε απότομα.
-Τι συμβαίνει? Γιατί είσαι εδώ? Γιατί είσαι ματωμένος? Τι έπαθε η Βασούλα? Μίλα! ούρλιαξε και όλοι γύρισαν προς το μέρος τους
-Ελπίδα σύνελθε! Ξέρεις που μπορεί να είναι ο Μάνος?
-Δεν μπορώ να τον βρώ!!! Τι τρέχει? Πες μου!!! είπε και άρχισε να τον χτυπάει μανιασμένη και απορροφημένοι όλοι με το σκηνικό που παιζόταν ανάμεσα στην Ελπίδα και τον Νίκο δεν πρόσεξαν τον Μάνο που προχωρούσε με αργά βήματα στο διάδρομο προς το μέρος τους. Πρώτος ο Νίκος τον είδε και σπρώχνοντας την Ελπίδα από μπροστά του έτρεξε με φόρα κατά πάνω του ουρλιάζοντας "Θα σε σκοτώσω!!!!"  Και πριν προλάβουν οι αστυνομικοί να τους χωρίσουν αίμα έτρεχε από το δεξί μάγουλο του Μάνου που δεν έκανε τίποτα να υπερασπιστεί τον εαυτό του παρά κοιτούσε βλοσυρός τον Νίκο.
-Είσαι δειλός παλιομαλάκα! Θα σε σκοτώσω στο λέω!!! ούρλιαζε όσο ο αστυνομικός τον τραβούσε μακρυά από τον Μάνο
-Αν δεν την έχω εγώ ...δεν θα την έχεις και εσύ...κανένας δεν θα την έχει...  είπε ο Μάνος όσο ο άλλος αστυνομικός του περνούσε τις χειροπέδες και πλέον δύο αστυνομικοί κρατούσαν τον Νίκο που πάλευε να τους ξεφύγει.
-Θα σου περάσω και εσένα χειροπέδες αν δεν ηρεμήσεις..απείλησε ο ένας τους και ο Νίκος σωριάστηκε σε μια καρέκλα...
-Ο Μάνος....ο Μάνος της το έκανε? Και εσύ? Εσύ το ήξερες??? Πόσο καιρό την χτυπούσε?? Μίλα Νίκο... απαίτησε η Ελπίδα που δάκρυα έτρεχα ανεξέλεγκτα από τα μάτια της
-Ελπίδα...εκείνη θα σου τα έλεγε όλα...Αύριο θα στα έλεγε όλα...
-Δεν καταλαβαίνω τίποτα....Γιατί μίλησε σε σένα και όχι σε μένα? Εσύ και η Βασούλα μήπως? Όχι δεν μπορεί...δεν μπορεί να συμβαίνει κάτι τέτοιο...Πες μου ότι κάνω λάθος!!!
-Ελπίδα...εκείνη ποτέ...ποτέ δεν έκανε κάτι που θα σε πλήγωνε...ποτέ.... Εγώ όμως την αγαπάω...και τώρα θα την χάσω....θα την χάσω Ελπίδα... είπε και ξέσπασε σε λυγμούς και η Ελπίδα πισωπάτησε σοκαρισμένη σε αυτό που είχε ακούσει! Δεν μπορεί να είχε ακούσει καλά...Δεν μπορεί ο Νίκος να αγαπούσε την Βασούλα... Σαν δαιμονισμένη άρχισε να τρέχει στους διαδρόμους αναζητώντας την έξοδο. Λίγο αέρα, έπρεπε να πάρει λίγο αέρα...

Πως? Πως δεν είχε καταλάβει τίποτα τόσο καιρό? Γιατί δεν της είχε πει τίποτα η Βασούλα? Γιατί? Και με το παράπονο να μεγαλώνει μέσα της κάθισε κατάχαμα δίπλα σε ένα κάδο στο προαύλιο του νοσοκομείου και κουλουριάστηκε προσπαθώντας να καταλάβει. Ο Νίκος αγαπούσε την Βασούλα...Ο δικός της Νίκος...η δική της Βασούλα... και εκείνη τώρα χαροπάλευε.. και εκείνος θρηνούσε... Πως θα το διαχειριζόταν όλο αυτό, σκέφτηκε και δεν κατάλαβε τις δύο γυναίκες που στεκόντουσαν λίγα μέτρα παραδίπλα αγνοώντας την.  Μόνο άκουσε τις φωνές τους που ο αέρας παρέσερνε προς εκείνη. Σκόρπια λόγια...κομματάκια ενός παζλ .... ενός παράλογου και αδιανόητου παζλ που σιγά σιγά έπαιρνε σχήμα μέσα στο θολωμένο της μυαλό

-Χαρά πρέπει να μάθει!
-Όχι Θοδώρα... όχι τώρα...
-Δεν στο ζητάω, το απαιτώ! Πρέπει να μάθει απόψε!
-Το παιδί μου Θοδώρα... θα χάσω το παιδί μου...Λυπήσου με.. Την είδες πως έφυγε... Ο άντρας της Θοδώρα...Ο άντρας που αγάπησε όσο κανέναν άλλο με τη Βασούλα...Καταλαβαίνεις τι έχει συμβεί...?Αν μάθει και αυτό δεν θα το αντέξει...
-Χαρά έχασα ένα παιδί πριν από χρόνια και δεν σκοπεύω να χάσω και δεύτερο! Η Ελπίδα πρέπει να μάθει πως η Βασούλα είναι αδελφή της. Πρέπει να την βοηθήσει αν προκύψει ανάγκη! Πρέπει να την συγχωρέσει! Η Βασούλα το ξέρεις πως το ξέρει ήδη...και ξέρεις πόση αυτοθυσία χρειάστηκε από μέρους της για να μην της το πει...Δεν σου το ζητάω λοιπόν. Το απαιτώ! Καλύτερα να το μάθει από σένα παρά από μένα...Διάλεξε Χαρά θα την πάρεις εσύ τηλέφωνο ή εγώ? Πρέπει να επιστρέψει, η Βασούλα την έχει ανάγκη περισσότερο από κάθε φορά!
-Εντάξει Θοδώρα...θα την πάρω εγώ...αλλά το κρίμα στο λαιμό σου αν πάθει κάτι το παιδί μου....
-Χαρά μην ξεχνάς πως είναι και δικό μου παιδί...είπε η Θοδώρα πικραμένη όσο η Χαρά σχημάτιζε το νούμερο... Και ακούστηκε μέσα στην ησυχία της νύχτα μια μελωδία πίσω από τον κάδο... Και σηκώθηκε η Ελπίδα τρέμοντας κοιτώντας και τις δύο τους με αηδία και απογοήτευση... Και άρχισε να τρέχει και πάλι μακρυά...Όσο πιο μακρυά μπορούσε από όλους εκείνους που με τα ψέματα τους χρόνια τώρα την κρατούσαν στην άγνοια... Λες και μπορείς να τρέξεις μακρυά από την μοίρα σου ...λες και μπορείς να τρέξεις μακρυά από την ιστορία σου...λες και μπορείς να τρέξεις μακρυά από την αλήθεια...


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλιαστε: