Παρασκευή, 5 Αυγούστου 2016

Με μια σοκοφρέτα:Κεφάλαιο 14

-Πόσα χρόνια έχω να σε δω..
-Περίπου τέσσερα πέντε ...
-Καλά είσαι? Ακόμα στο μαγαζί δουλεύεις?
-Όχι σε αυτό, σε κάποιο άλλο... Εσύ?
-Εγώ έφυγα από το γκρουπ και παίζω τα καλοκαίρια σε συναυλίες και το χειμώνα σε διάφορα μαγαζιά..
-Ο Αντώνης καλά είναι?
-Φαντάζομαι πως είναι καλά...
-Του έδωσες πόδι του δόλιου?
-Ποιος μιλάει....
-Κάνει ψοφόκρυο ρε Βασούλα και στο όρθιο θα τα λέμε? Πάμε να πιούμε έναν καφέ εδώ κοντά?
-Και δεν πάμε! είπε και του χαμογέλασε. Ολόιδιος όπως τον θυμόταν ήταν. Και ακόμα κατάφερνε να της φέρνει την ίδια ταραχή και ας μην ήταν πλέον η άβγαλτη κοπελίτσα που τον είχε ερωτευτεί. Και όσο προχωρούσαν προς την καφετέρια και μιλούσαν για την εποχή που είχαν πρωτογνωριστεί μέσα της φούντωνε ξανά εκείνη η ανάγκη του τότε...εκείνη η ανάγκη να τον αγγίξει...απλά να τον αγγίξει...
-Άλλαξες, της είπε και της άναψε το τσιγάρο
-Εσύ πάλι καθόλου
-Δεν εννοώ εμφανισιακά ...κάτι διαφορετικό έχεις όμως ...
-Δεν είμαι 17 χρονών πλέον Μάνο...
-Ναι δεν είσαι..
-Ξέρεις τότε είχα φάει κόλλημα μαζί σου
-Το είχα καταλάβει...
-Μάλιστα... άρα απλά δεν με γούσταρες..
-Δεν ήταν ακριβώς έτσι...Βασικά τότε γούσταρα οτιδήποτε έτρεφε την ματαιοδοξία μου και εσύ αν και πληρούσες τις προϋποθέσεις φώναζες από μακρυά περίπτωση που δεν θα σου αρκούσε αυτό που είχα να δώσω..επέλεξα έτσι να μην μπλέξω...
-Και τώρα τι φωνάζω Μάνο από μακρυά?
-Τώρα με μπερδεύεις να είμαι ειλικρινής... είπε και της χαμογέλασε αινιγματικά. Και ήταν το χαμόγελο αυτό  ίδιο με εκείνο το χαμόγελο που σκορπούσε χρόνια πριν στα κορίτσια στα μπροστινά τραπέζια, μόνο που τώρα το χάριζε σε εκείνη. Και έσκυψε η Βασούλα προς το μέρος του και του ψιθύρισε στο αυτί
-Άσε τι φωνάζω από μακρυά και άκου τι σου λέω από κοντά...από πολύ κοντά...
-Και τι μου λες από κοντά λοιπόν ? ρώτησε με μια ταραχή στη φωνή του που έκανε τη Βασούλα να νιώσει παντοδύναμη
-Σου λέω πως αυτή τη στιγμή έχω εντελώς χεσμένο τι μπορείς να δώσεις γενικότερα. Και πως θα είσαι χαζός αν δεν πάρεις αυτό που έχω να δώσω εγώ... συνέχισε να του λέει στο αυτί ακουμπώντας ανεπαίσθητα την άκρη από την μύτη της στο λοβό του.
-Προσφέρεις επομένως κάτι και μάλιστα πολλά υποσχόμενο....μένει να δούμε αν θα είναι όντως τόσο καλό ... είπε και γύρισε και την κοίταξε κατάματα
-Μην με υποτιμάς Μάνο.... και άλλοι έκαναν το ίδιο λάθος...αλλά θέλω ένα αντάλλαγμα... διαπραγματεύτηκε η Βασούλα
-Σε ακούω....
-Θέλω να παίξεις κάτι μόνο για μένα μπορείς?
-Κάτι συγκεκριμένο?
-Όχι , δική σου επιλογή το κομμάτι..τι λες?
-Λέω πως μένω τρία στενά παρακάτω και πως η κιθάρα είναι εκεί και περιμένει... και έβαλε η Βασούλα το παλτό της χωρίς δεύτερη σκέψη.

Το διαμέρισμα του Μάνου ήταν ένα κλασσικό διαμέρισμα ενός άντρα. Ακαταστασία, ελάχιστα πράγματα και μέσα στο γενικότερο χαμό καλώδια , ενισχυτές, πετάλια και ένα σωρό πράγματα που η Βασούλα δεν ήξερε καν πως λέγονταν.
-Δεν περίμενα απόψε επισκέψεις... απολογήθηκε προσπαθώντας να συμμαζέψει
-Δεν πειράζει, είπε εκείνη και έβγαλε το παλτό της
-Μάλιστα και παίζω είπαμε ότι γουστάρω , σωστά? ρώτησε και άρχισε να κουρδίζει την κιθάρα αφού την έβαλε στο ρεύμα
-Ότι γουστάρεις..επιβεβαίωσε εκείνη και έκατσε στην άκρη του κρεβατιού κοιτώντας τον λάγνα.. Και τράβηξε ένα μικρό σκαμπό και έκατσε απέναντι της και άρχισε να παίζει... Και από την εισαγωγή του κομματιού η Βασούλα κατάλαβε ποιο κομμάτι θα έπαιζε. Και σηκώθηκε όρθια και στάθηκε πίσω του. Και όσο εκείνος έπαιζε εκείνη ντοπαρισμένη από τον ήχο άρχισε να χαϊδεύει τα χέρια του από τον αγκώνα και προς τα κάτω χαρτογραφώντας τις φλέβες που πετούσαν... Και εκείνος να παλεύει να μην χάσει κάποια νότα..."What a wicked game you play ...to make me feel this way" του ψιθύρισε στο αφτί κλέβοντας έναν από τους στίχους του τραγουδιού και η κιθάρα ήταν πλέον στο πάτωμα.

Και από όσα φιλιά  είχε δώσει και είχε πάρει η Βασούλα αυτό δεν έμοιαζε με κανένα. Της έκοβε την ανάσα, εμπόδιζε το οξυγόνο να φτάσει στους πνεύμονες της και όμως ενώ έμοιαζε τόσο με θάνατο να μην θέλει να το σταματήσει.  Δράση αντίδραση έλεγε η Ελπίδα και πλέον καταλάβαινε 100% τι εννοούσε. Με μάχη έμοιαζε όλο αυτό. Και εκείνα τα χέρια του.....αδηφάγα σαν ηλεκτρικά καλώδια να στέλνουν ηλεκτρικές εκκενώσεις όπου ακουμπούσαν. Και να θέλει απεγνωσμένη να του δώσει περισσότερη σάρκα να ακουμπήσει και ας ήταν το άγγιγμα τόσο έντονο που θύμιζε πόνο... Και να εμποδίζουν τα ρούχα και να προσπαθεί να τα βγάλει και να μπλέκεται μέσα τους . Και να τα τραβάει μανιασμένη και να μην καταλαβαίνει πλέον αν το ύφασμα που τραβάει ανήκει σε εκείνη ή εκείνον... Και ύστερα πάνω που νόμιζε πως δεν θα το άντεχε το σώμα της όλο αυτό να έρχεται εκείνο το "κούμπωμα"... εκείνο το "κούμπωμα" που κάνει τα δύο σώματα ένα και χιλιάδες κομμάτια ταυτόχρονα.... εκείνο το κούμπωμα που οξύνει στο έπακρο και τις πέντε αισθήσεις με έναν τρόπο μαγικό που όμοιος του δεν υπάρχει...εκείνο το κούμπωμα που όταν είναι σωστό, γιατί τα κομμάτια είναι φτιαγμένα το ένα για το άλλο, σε στέλνει στην κόλαση και στο παράδεισο την ίδια στιγμή...εκείνο το ρημάδι το κούμπωμα που θα το πλήρωνε πολύ ακριβά...

Λαχανιασμένη και ιδρωμένη ξεκόλλησε από πάνω του και ξάπλωσε στο παγωμένο πάτωμα. Προσπάθησε να βρει τον ρυθμό της αναπνοής της ζαλισμένη κοιτώντας το ταβάνι. Και όσο οι παλμοί της καρδιάς της επανερχόντουσαν αργά αργά στο φυσιολογικό το σώμα της να αναζητά και πάλι αυτή τη δίνη σαν πρεζάκι..
-Ναι σε υποτίμησα το παραδέχομαι...είπε εκείνος λαχανιασμένος
-Μην νομίζεις και για μένα κάποια πράγματα σήμερα έκπληξη ήταν... αποκρίθηκε εκείνη σκουπίζοντας το μέτωπο της.
-Συγνώμη για την μελανιά στον ώμο σου....δεν έγινε εκ προμελέτης... συνέχισε εκείνος και σηκώθηκε αναζητώντας το πακέτο με τα τσιγάρα
-Ποια μελανιά?   απόρησε η Βασούλα και άρχισε να ψηλαφεί τους ώμους της. Και εκεί στο δεξί της ώμο την είδε. Μα πότε είχε γίνει αυτή η μελανιά...? καθόλου δεν θυμόταν...  Και ύστερα τον κοίταξε έτοιμη να του πει πως δεν πειράζει και είδε πως και εκείνη είχε αφήσει  κάποια σημάδια στο στέρνο του.
- Δώσε μου και εμένα ένα τσιγάρο και μην ανησυχείς είμαστε πάτσι. Σου άφησα και εγώ κάποια σημαδάκια... είπε και χάιδεψε τα σημεία που είχε χαράξει. Και της άναψε ένα τσιγάρο και της το έδωσε. Και όσο κάπνιζαν γυμνοί στο πάτωμα χάζευαν ο ένας τα σημάδια του άλλου χαμογελώντας. Και τελείωσε το τσιγάρο και δεν της έκανε καρδιά να σηκωθεί να φύγει. Το ήξερε πως είχε υποσχεθεί πως δεν θα ζητούσε κάτι παραπάνω από αυτό αλλά της ήταν τόσο δύσκολο να το τηρήσει...Διστακτικά άρχισε να αναζητά τα πεταμένα ρούχα της όταν τον άκουσε να της λέει
-Και αν σου έπαιζα ακόμα ένα τραγούδι? και ήταν αυτό αρκετό για να αφήσει το παντελόνι της να πέσει και πάλι στο πάτωμα και να αρχίσει πιο ήρεμη και πιο χαλαρή πλέον να ζωγραφίζει μικρά φιλιά από το γδαρμένο στέρνο του και προς τα κάτω...  

Κάποιος κάποτε της είχε πει πως ο άνθρωπος δεν αντέχει να είναι ερωτευμένος πάνω απο έξι μήνες. Γι'αυτό και ο έρωτας σταδιακά σβήνει μετά το πρώτο εξάμηνο , γιατί το ανθρώπινο σώμα δεν αντέχει περισσότερο όλες τις χημικές αλλαγές που συμβαίνουν κατά τη διάρκεια του. Και τότε η Βασούλα τον είχε αγνοήσει... "Εύκολες θεωρίες για εύκολο σεξ" είχε σκεφτεί αγνοώντας την μικρή αλήθεια που μπορει να κρυβόταν μέσα σε αυτή τη γενίκευση. Τόσα χρόνια μετά θα ήθελε να τον βρεί εκείνον τον τύπο και να του πει πως εν μέρη είχε δίκιο και εν μέρη άδικο. Ναι το ανθρώπινο σώμα, το δικό της σώμα, λίγο πριν την κατάρευση ήταν από αυτόν τον έρωτα που είχε ξεπεράσει κατά πολύ το προδιαγεγραμμένο εξάμηνο. Όχι όμως μόνο λόγω των χημικών μεταβολών....Και όσο και αν σιχαινόταν την κατάσταση που είχε βρεθεί δεν μπορούσε να μην παραδεχτεί με μια μικρή ενοχή πως όλο το πακέτο ήταν εκείνο που συντηρούσε αυτή την μη υγιή σχέση ζωντανή επι τόσα χρόνια.

Από τη στιγμή που η βία είχε επεκταθεί σαν γάγγραινα και σε σκηνές που δεν παιζόντουσαν στο κρεββάτι δεν πρωτοτύπησε σε τίποτα απολύτως. Στην αρχή μετά από εκείνο το χαστούκι θεώρησε πως θα ήταν τρελή αν τον έδιωχνε επείδη μια και μόνο φορά είχε ξεπεράσει τα όρια. Και έδειχνε τόσο μετανιωμένος... Για μέρες ζητούσε συγνώμη ξανά και ξανά και με όπλο του την ερωτική δυναμη που ασκούσε επάνω της την έκανε σχεδόν να το ξεχάσει. Αυτός ο άντρας έκανε το σύμπαν της να γυρνάει ακανόνιστα και η Βασούλα τρελαινόταν γι αυτή την αίσθηση.

Απο νωρίς κατάλαβαν πως δεν θα ξεμπέρδευαν εύκολα ο ένας από τον άλλο. Στα δυο πρώτα χρόνια που βλεπόντουσαν, εκ περιτροπής προσπάθησαν κατά καιρούς να απομακρυνθούν ο ένας από τον άλλο χωρίς επιτυχία όμως. Πάντα ένας από τους δύο λύγιζε και αναζητούσε τον άλλο. Και ήταν οι ζωές τους τόσο έντονες και γεμάτες που θύμωναν λίγο με αυτή την περίεργη εξάρτηση που είχε αναπτυχθεί εκατέρωθεν. Και ύστερα ήρθε ο διορισμός της και ανέτρεψε λίγο τα δεδομένα. Δεν ήταν πως ζούσαν μαζί, απεναντίας μέχρι εκείνη τη στιγμή ελάχιστα είχαν συνυπάρξει. Εκείνον όμως δεν τον ενοχλούσε αυτό. Συνηθισμένος να μην έχει σταθερή βάση διασκέδαζε το κυνηγητό που έριχναν μέσω στεριάς και θάλασσας για να βρεθούν στερημένοι και διψασμένοι από την έλλειψη.

Γιατί αυτό έλεγε ο Μάνος στον εαυτό του. Πως η μικρή γι'αυτό τον ειχε δέσει χειροπόδαρα να μην μπορεί να λειτουργήσει πλέον με καμία άλλη γυναίκα. Τώρα όμως εκείνη αποκτούσε έστω και προσωρινά σταθερή βάση και αυτό για κάποιο λόγο τον ενοχλούσε. Και αν εκείνη μένοντας ακίνητη γεωγραφικά αποφάσιζε πως θα ήθελε να μείνει ακίνητη σε όλα? Πιεσμένος από αυτό το άγχος ξέσπασε μπροστά στην σκηνή μέτα το τηλέφωνο του Αντώνη γιατί η απειλή ξαφνικά είχε πρόσωπο. Και τρόμαξε με την ευκολία που το χέρι του είχε κινηθεί προς εκείνη. Ναι πάντα ήταν κυκλοθυμικός και αντιδραστικός αλλά ποτέ απέναντι σε γυναίκα. Μα καμία γυναίκα δεν ήταν σαν εκείνη. Εκείνη όσο και αν προσπαθούσε δεν μπορούσε να την υποτάξει με τίποτα. Οι άλλες ξάπλωναν δίπλα του μαγεμένες και παραδομένες παραδίδοντας του τα πάντα. Με αυτήν όμως ήταν αλλιώς. Με αυτή μοιάζανε... Αυτή ακόμα και στην παράδοση της είχε μια περίεργη περηφάνια που τον έκανε να γίνεται μέρα τη μέρα και πιο κτητικός.

Και ύστερα ήρθε ο θάνατος του πατέρα της και εκείνη τραβήχτηκε μακρυά του με κάθε δυνατό τρόπο. Και προσπάθησε να φανεί ανεχτικός αλλά η ιδέα να την χάσει του ήταν ανυπόφορη. "καλύτερα να χωρίζαμε για λίγο τουλάχιστον μέχρι να βρω ξανά τον εαυτό μου" του είχε πει επιστρέφοντας από το μνημόσυνο και πλέον δεν έβλεπε τίποτα άλλο μπροστά του. Και άπλωσε και τα δύο του χέρια και την τράνταξε ουρλιάζοντας πράγματα που δεν θυμόταν μετά. Και τα χέρια του να πιέζουν τους αγκώνες της και εκείνη να προσπαθεί να ξεφύγει. Και κατάφερε να ελευθερώσει το ένα της χέρι και την κρατούσε πλέον μόνο από το ένα. Αν του ξέφευγε και αυτό το χέρι θα την έχανε, σκέφτηκε και το έσφιξε περισσότερο και εκείνη να συνεχίζει να παλεύει... Και πάνω σε αυτήν την πάλη πίεσε λίγο περισσότερο, γύρισε και εκείνη απότομα αλλάζοντας γωνία και ακούστηκε ένα κρακ και το χέρι πλέον στεκόταν παράλυτο... Τρομαγμένος την κοίταξε στο πρόσωπο και εκείνη μορφάζοντας από τον πόνο , με δάκρυα να τρέχουν από τα μάτια της του έριξε ένα βλέμμα που ποτέ του δεν θα ξεχνούσε και ύστερα λιποθύμησε. Δεν έβγαλε όμως την παραμικρή κραυγή....Σηκωτή την είχε πάει στο νοσοκομείο για να επιβεβαιώσουν το κάταγμα. Για μέρες την είχαν με παυσίπονα για να μετριάσουν τον πόνο και εκείνος θυμωμένος με τον εαυτό του να μην μπορεί να σταματήσει να αναρωτιέται πως εκείνη την ώρα τον είχε αντέξει χωρίς να ουρλιάξει. Αυτή ήταν η Βασούλα του, η δική του η Βασούλα που δεν θα του την έπαιρνε κανένας....    

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλιαστε: