Σάββατο, 6 Αυγούστου 2016

Με μια σοκοφρέτα:Κεφάλαιο 15

Έξω η ζέστη ήταν ανυπόφορη και εκείνη μισούσε τα κλιματιστικά. Ακόμα και την ώρα αυτή, που ο καυτός ήλιος είχε πάρει τον κατήφορο, η ατμόσφαιρα παρέμενε το ίδιο ανυπόφορη. Λες και το τσιμέντο εξέπεμπε όλη τη ζέστη που είχε εγκλωβίσει κατά τη διάρκεια της μέρας. Έφτιαξε έναν παγωμένο καφέ και κάθισε μπροστά στον ανεμιστήρα ανάβοντας ένα τσιγάρο. Εκείνος θα περνούσε αργότερα και η Βασούλα παρά τον ιδρώτα που έτρεχε στο σώμα της απολάμβανε αυτή την ησυχία.

Νωρίτερα είχε μιλήσει στο τηλέφωνο με την Ελπίδα. Καλά της είχε ακουστεί και αυτό την έκανε να νιώθει πως τελικά η επίσκεψη της στην Αγγλία ίσως και να είχε βοηθήσει την κατάσταση. Θα στεκόταν στα πόδια της ...λίγο στραπατσαρισμένη αλλά θα στεκόταν. Τουλάχιστον η μια από τις δύο τους θα ανάρρωνε από τον "έρωτα" ...κάτι ήταν και αυτό. Της είχε πει μάλιστα πως από Σεπτέμβρη θα της ανακοίνωνε και κάτι πολύ καλό, αλλά δεν την είχε πιέσει για λεπτομέρειες... Η Βασούλα των παιδικών τους χρόνων δεν θα την είχε αφήσει σε ησυχία αν δεν μάθαινε τι μαγείρευε..η Βασούλα του τώρα αρκούταν σε λίγα, σε ελάχιστα, σε ψίχουλα... Και εκείνη άλλωστε τον Σεπτέμβρη περίμενε ανυπόμονα, για άλλο λόγο όμως. Να αρχίσει πάλι να δουλεύει ήθελε, κόντρα σε όλους εκείνους που ζηλεύουν τους εκπαιδευτικούς για την καλοκαιρινή άδεια των δύο μηνών.  Το φετινό καλοκαίρι έμοιαζε δυσβάσταχτο και ατελείωτο...   Με μόνο διάλειμμα τις δύο εβδομάδες που πέρασε με την Ελπίδα όλο το υπόλοιπο ένιωθε να ακροβατεί μεταξύ τρέλας και διαύγειας . Και τώρα είχε δεσμευτεί στην Ελπίδα και έπρεπε να πάει και στο χωρίο.

-Θέλω να σου ζητήσω μια χάρη αλλά σκέφτομαι πως κάνω κατάχρηση της καλοσύνης σου...
-Ελπίδα άσε τα δικηγορίστικα και ρίχτο!
-Αν δεν μπορείς να το κάνεις μην διστάσεις να μου αρνηθείς, εντάξει?
-Μια φορά... μια φορά να πεις κατευθείαν τι θες βρε άνθρωπε χωρίς εισαγωγή, καημό το έχω!
-Δεν έχω πει στην μάνα μου ότι έφυγε ο Νίκος και ότι χωρίζουμε.. Βασικά ξέρει πως είχαμε προβλήματα.. Χωρίς λεπτομέρειες της έχω πει πως περνούσαμε κρίση...Αλλά ότι χωρίσαμε δεν βρήκα το θάρρος να της το πω.. Την ξέρεις δεν πρόκειται να αντιδράσει σαν τη δική σου μάνα με φωνές, αλλά θα στεναχωρηθεί και αυτό που δεν το δείχνει όταν την στεναχωρώ να ξέρεις με σκοτώνει από παιδί.. Με γεμίζει με περισσότερες ενοχές..
-Και θες να της το πω εγώ?
-Ναι... Εσύ έχεις χάρισμα να κάνεις ακόμα και τα πιο δύσκολα να φαίνονται απλά... Και θα της μιλήσω και εγώ μετά..
-Μάλιστα... Έχεις σκεφτεί ποτέ ρε Ελπίδα πως αυτό που αναφέρεις σαν χάρισμα ίσως να μην είναι και τόσο καλό?
-Δεν θέλω να σε πιέσω...Συγνώμη αν σε έφερα σε δύσκολη θέση..
-Θα το κάνω Ελπίδα, αν και κάποια στιγμή πρέπει να βρεις το θάρρος να δίνεις τις μάχες σου αυτοπροσώπως....
-Αυτό πιστεύεις για μένα? Πως είμαι δειλή?
-Δεν πιστεύω πως είσαι δειλή, πιστεύω πως σε βολεύει να το παίζεις δειλή..
-Ίσως και να έχεις δίκιο...δεν είμαστε όλοι σαν εσένα Βασούλα... στο έχω πει και στο παρελθόν μακάρι να σου έμοιαζα περισσότερο..
-Την πρώτη μέρα που ήρθα όμως είπες επίσης πως μοιάζουμε περισσότερο από όσο νομίζουμε.. Ας το αφήσουμε όμως αυτό προς το παρόν στην άκρη...Με την πρώτη ευκαιρία θα πάω στο χωριό και θα ενημερώσω τη θεία. Θα της πω πως ήρθα και πως είσαι καλά. Νομίζω το μόνο που την νοιάζει είναι να είσαι εσύ καλά..Τσάμπα φορτώνεσαι συνεχώς ενοχές για πράγματα που δεν ελέγχεις.. Να το θυμάσαι αυτό στο μέλλον Ελπίδα, μεγαλύτερη εξυπνάδα και αρετή από το να αποδέχεσαι με αξιοπρέπεια πως δεν έχεις τη δύναμη να αλλάξεις τα πάντα δεν υπάρχει... και αυτό απαιτεί γενναιότητα που καμιά μας δεν διαθέτει , είπε η Βασούλα και άλλαξε συζήτηση γιατί αν συνέχιζαν την κουβέντα προς εκείνη την κατεύθυνση φοβόταν που θα κατέληγαν.

Γιατί ναι έμοιαζαν οι δύο τους... Και οι δύο μια χαμένη μάχη έδιναν τόσα χρόνια. Με άλλα όπλα ίσως και άλλη προσέγγιση αλλά εξίσου χαμένες ήταν και οι δύο. Και εκείνην ο Νίκος την είχε ελευθερώσει από το μαρτύριο να παλεύει και η Βασούλα τη ζήλευε γι αυτό. Μπορεί να μυξόκλαιγε, να θυματοποιούσε τον εαυτό της , να επέμενε να πιστεύει πως τα είχε χάσει όλα, αλλά η ανόητη δεν έβλεπε πως επιτέλους ήταν ελεύθερη! Γιατί μπορεί πάντα η Βασούλα να έμοιαζε με τη δυνατή και τη γενναία της υπόθεσης αλλά στην ουσία αυτό ακριβώς πλήρωνε. Την εμμονή της να ελέγχει τα πάντα, την εμμονή της να τερματίζει , την εμμονή της να πιστεύει πως μπορεί να αλλάξει τα πάντα, την εμμονή της να μην μπορεί να δεχτεί πως είχε κάνει λάθος και να παραδεχτεί πως ο άντρας που υποτίθεται πως τη αγαπούσε περισσότερο από τη ζωή του ζητούσε σαν αντάλλαγμα τη δική της. Η περηφάνια της ήταν εκείνη που την εμπόδιζε να ζητήσει βοήθεια από κάπου, η περηφάνια και η ελπίδα πως εκείνη στο τέλος θα κέρδιζε...

-Τώρα ήρθες και ξαναφεύγεις??? είπε και θυμωμένος την κοίταξε
-Τι θες ρε Μάνο? Έχεις συναυλίες όλο το μήνα κανονισμένες. Να κάτσω εδώ να κάνω τι? του απάντησε και συνέχισε απτόητη να φτιάχνει την βαλίτσα της
-Και σηκώνεσαι και φεύγεις πάλι! Έχεις μπλέξει με άλλον έτσι δεν είναι? ούρλιαξε  έξαλλος και εκείνη που ήξερε την συνέχεια ανατρίχιασε προκαταβολικά.
-Δεν πρόκειται να κάνω αυτή τη συζήτηση πάλι, κουράστηκα... παραδέχτηκε γνωρίζοντας πως έτσι τον προκαλούσε.
-Απάντα μου! συνέχισε εκείνος και πλέον την είχε αρπάξει και την τράνταζε με δύναμη
-Τον αριστερό αγκώνα να σπάσει αυτή τη φορά, τον συμβούλεψε ειρωνικά και εκείνος την χαστούκισε με δύναμη σχίζοντας τα χείλια της.
-Τελείωσες να πάω να πλυθώ ή θα έχει και συνέχεια? τον ρώτησε ψυχρά σκουπίζοντας με το δεξί της χέρι το αίμα που έτρεχε.
-Γιατί το κάνεις αυτό? Γιατί θες να σε πληγώνω? ούρλιαξε θολωμένος και κινήθηκε απειλητικά προς το μέρος της. Εκείνη όμως δεν έκανε ούτε ένα βήμα πίσω. Αγέρωχη συνέχισε να στέκεται μπροστά του κοιτώντας τον με απογοήτευση. Και το δεύτερο χαστούκι σχεδόν δεν το ένιωσε, μόνο τα καυτά δάκρυα που έτρεχαν από τα μάτια της και μπερδευόντουσαν με το αίμα πρόδιδαν την ένταση του. Και εκείνος βλέποντας την εικόνα της σωριάστηκε στο πάτωμα και κουλουριάστηκε σαν έμβρυο.
-Χρειάζεσαι βοήθεια Μάνο, και εσύ και εγώ... παραδέχτηκε σχεδόν ψιθυριστά όταν συνειδητοποίησε πως το ξέσπασμα είχε λάβει τέλος και μπήκε στο μπάνιο να πλυθεί. Και όσο καθάριζε το πρόσωπο της ένα ανεξέλεγκτο τρέμουλο την έπιασε παρά την αφόρητη ζέστη.  Με τα χέρια της στερεώθηκε στον νιπτήρα προσπαθώντας να ηρεμήσει. Ούτε που τον κατάλαβε από την ταραχή να μπαίνει μέσα.
-Παντρέψου με...Βγάλε με από το βασανιστήριο μου..Με έχεις κάνει κάτι που δεν είμαι...Τέρας με έχεις κάνει.... Γιατί μου αντιστέκεσαι...? Δεν με αγαπάς? είπε έτοιμος να καταρρεύσει και όσο τα λόγια του έφταναν στον εγκέφαλο της ο θυμός της ήταν πλέον τόσος που δεν έλεγχε κανένα μέλος του σώματος της. Απότομα γύρισε προς εκείνον και με τα χέρια της άρχισε να τον χτυπάει με όλη της την δύναμη.
-Φύγε!!! Φύγε σου λέω!!!! ούρλιαζε και εκείνος με ευκολία έπιασε τα χέρια της και την έκλεισε στην αγκαλιά του
-Συγνώμη μωρό μου, συγνώμη.... έλεγε ξανά και ξανά ενώ προσπαθούσε να την φιλήσει αλλά η Βασούλα τον έσπρωχνε
-Σε μισώ!! Σε μισώ!!!
-Μην το λες αυτό....μην το λες... με αγαπάς το ξέρω! είπε μόλις εκείνη σταμάτησε να παλεύει
-Δεν μπορώ άλλο Μάνο...Δεν μπορώ... ψέλλισε και άρχισε πάλι να τρέμει . Και εκείνος την έσφιξε περισσότερο και την χάιδεψε.
-Μια ακόμα κακή στιγμή ήταν μωρό μου, θα την ξεπεράσουμε και αυτή όπως τις προηγούμενες... Μην με εγκαταλείπεις... την παρακάλεσε και η Βασούλα πλέον δεν ένιωθε τίποτα. Το ίδιο έργο σε επανάληψη, σκέφτηκε και ήρεμα ξεκόλλησε από πάνω του.

..................................................................................................................................................................

"Γιαγιά, γιαγιά!!! Ήρθε η θεία Βασούλα!!!" ούρλιαξε η ανιψιά της που έπαιζε στην αυλή μόλις την είδε από μακρυά και βγήκε η κυρά Θοδώρα ανήσυχη στην πόρτα σκουπίζοντας τα χέρια της στην ποδιά που φορούσε. Για να έρχεται η Βασούλα απροειδοποίητα κάτι δεν πήγαινε καλά, σκέφτηκε και έτρεξε να την προϋπαντήσει.

-Χόρτα καθαρίζω, θα τηγανίσω και ψάρια να φάμε, είπε η μάνα της όταν η μικρή βαρέθηκε την παρέα τους και τις άφησε μόνες.
-Δεν μου κάνεις έναν καφέ ρε μάνα...δεν πεινάω..
-Δεν έχω από αυτούς που πίνετε τώρα το καλοκαίρι. Κάτσε να πάρω τη Μαρία να φέρει αν είναι.
-Όχι μην την παίρνεις...έναν βαρύ γλυκό στο ποτηράκι του μπαμπά μπορείς να μου κάνεις? ρώτησε διστακτικά και η κυρά Θοδώρα με χέρια που έτρεμαν της τον έφτιαξε. Και απίθωσε μπροστά της το ποτηράκι του Γιάννη της που τόσο καιρό έπιανε σκόνη στο ντουλάπι συγκινημένη , και έκατσε απέναντι στην κόρη της.
-Να μην βάφεσαι τόσο πολύ! Νέα κοπέλα δεν έχεις ανάγκη τόσα φτιασίδια , την επίπληξε για να αλλάξει το κλίμα χωρίς να ξέρει πως το πρόσωπο της Βασούλας είχε πραγματικά ανάγκη τόσο μεικ απ.
-Μαμά άσε το βάψιμο μου και δεν ήρθα και για πολύ ευχάριστο λόγο..
-Λες και δεν το κατάλαβα έτσι όπως παρουσιάστηκες ξαφνικά...Που έμπλεξες πάλι?
-Να είσαι καλά ρε μάνα για τη ψήφο εμπιστοσύνης αλλά δεν αφορά εμένα..Η θεία Χαρά που είναι? Πάρτη τηλέφωνο να έρθει να μην τα λέω δύο φορές...
-Έπαθε κάτι η Ελπίδα? ρώτησε χλομιάζοντας η κυρα Θοδώρα.
-Όπως το πάρει κανείς...Από υγεία πάντως είναι μια χαρά. Πάρε τη θεία ρε μάνα, παρακάλεσε και η κυρά Θοδώρα πήγε στο τηλέφωνο. Και μόλις η κυρά Χαρά άκουσε πως την γύρευε η Βασούλα έσβησε το φαΐ μισομαγειρέμενο και έτρεξε στο σπίτι της νύφης της αγγίζοντας την ταχύτητα του φωτός από την αγωνία της.
-Μίλα παιδί μου, μίλα γιατί κοντεύω να τρελαθώ, είπε λαχανιασμένη η θεία Χαρά μόλις μπήκε στο σπίτι
-Γεια σου ρε θεία και εσένα!
-Έλα Βασούλα μου μην με βασανίζεις... Έπαθε κάτι το παιδί μου?
-Μια χαρά είναι το παιδί σου, ηρέμησε και κάτσε κάτω. Και οι δύο καθίστε κάτω που στέκεστε πάνω μου σαν την ιερά εξέταση...
-Έλα Βασούλα άσε τα αστεία και ξεκίνα να μιλάς πριν λιποθυμήσει η Χαρά!, τη διέταξε η μάνα της
-Λοιπόν τα πράγματα έχουν ως εξής. Πριν μια εβδομάδα είχα πάει στην Αγγλία. Και για να σας προλάβω, κρατήστε πως για να επέστρεψα αυτό σημαίνει πως η Ελπίδα είναι μια χαρά!
-Τότε γιατί πήγες παιδί μου? Διακοπές?
-Όχι θεία, αν και τελικά τουρισμό έκανα... Πήγα γιατί η Ελπίδα και ο Νίκος παίρνουν διαζύγιο. Από κοινού αποφάσισαν να χωρίσουν. Και μην μου αρχίσετε τα χαζά σας γιατί σαν το λέω και των δύο, αν αρχίσετε το μοιρολόι για το τι θα πει το χωριό για τη ζωντοχήρα ξαδέλφη μου, μα το Θεό πήρα το επόμενο ΚΤΕΛ και την έκανα!   , απείλησε η Βασούλα και ήπιε μια γουλιά από το καφέ της δίνοντας χρόνο στις δύο γυναίκες να επεξεργαστούν την βόμβα που μόλις είχε πετάξει. Πρώτη φυσικά μίλησε η μάνα της.
-Μα γιατί? Έχει γεμίσει ο κόσμος διαζύγια... Δεν το καταλαβαίνω αυτό. Καθόλου υπομονή δεν έχετε εσείς η νέα γενιά.
-Μαμά δεν το κάνουν από καπρίτσιο πίστεψε με. Θεία πες κάτι...
-Γιατί δεν με πήρε να μου το πει και έστειλε εσένα? ρώτησε με παράπονο η θεία Χαρά
-Έχεις δίκιο. Της το είπα και εγώ  πως εκείνη θα έπρεπε, αλλά την ξέρεις την Ελπίδα...Θα σε πάρει μου είπε, απλά θέλει λίγο χρόνο... Όπως φαντάζεσαι ακόμα προσπαθεί να χωνέψει τα γεγονότα και δεν ήθελε να στεναχωρηθείς. Είναι καλά όμως θεία, αλήθεια είναι καλά...
-Να δεις γκόμενα θα βρήκες αυτός! κατέληξε θριαμβευτικά η κυρά Θοδώρα  
-Μάνα!!!!
-Όχι είμαι σίγουρη! Για να κλείνει η Ελπίδα που είναι τόσο συνετή το σπίτι της, κέρατο θα παίζει στην μέση...
-Δεν παλεύεσαι ρε μάνα... Θεία μην την ακούς...είπε η Βασούλα αλλά η θεία Χαρά δεν είχε ακούσει κουβέντα. Προβληματισμένη προχώρησε προς το παράθυρο και αφηρημένη κοίταξε απέξω. Για τα επόμενα πέντε λεπτά η Βασούλα τσακωνόταν με την μάνα της που επέμενε πως ο μόνος λόγος διαζυγίου είναι το κέρατο ενώ η θεία Χαρά έμενε σιωπηλή..
-Καλά έκανε, είπε ξαφνικά κάνοντας τις άλλες δυο γυναίκες να σταματήσουν να μιλάνε και  να την κοιτάξουν ταυτόχρονα έκπληκτες.
-Τι λες ρε Χαρά? Το έχασες? Κατάλαβες τι σου είπε? ρώτησε η κυρα Θοδώρα σαστισμένη την κουνιάδα της
-Σώπαινε Θοδώρα και δεν μπορείς να καταλάβεις... Καλά έκανε! Βασούλα αυτό να της πεις πως είπε η μάνα της. Μακάρι να το είχα κάνει και εγώ χρόνια πριν, αλλά η δικιά μου η μάνα δεν θα το επέτρεπε. Αν δεν ήταν ευτυχισμένη, πολύ καλά έκανε! Και εσύ Θοδώρα μην πεις τίποτα άλλο...εσένα ο Θεός σου έστειλε έναν άνθρωπο που ακόμα και από εκεί που είναι τώρα σ αγαπάει. Δεν ξέρεις πως είναι να μην αγαπιέσαι όπως σου αξίζει... Και εγώ το παιδί μου δεν πρόκειται να το αναγκάσω να δεχτεί κάτι τέτοιο  για κανένα λόγο! Βασούλα να την πάρεις σήμερα κιόλας και να της πεις πως δεν στεναχωρέθηκα καθόλου! είπε και αφού φίλησε την ανιψιά της βγήκε από το σπίτι.
-Εντάξει η θείτσα είναι πολύ μπροστά!, σχολίασε η Βασούλα πλένοντας το φλιτζανάκι του μπαμπά της με προσοχή ενώ η κυρά Θοδώρα σκεφτική αλεύρωνε τα ψάρια...




   

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλιαστε: