Τετάρτη, 3 Αυγούστου 2016

Με μια σοκοφρέτα:Κεφάλαιο 12

Ταραχή έπιασε τη Βασούλα όσο περίμενε μπροστά στον κυλιόμενο ιμάντα την βαλίτσα της και νευρικά αναζήτησε μέσα στην τσάντα της το πακέτο με τα τσιγάρα. Ήξερε φυσικά πως δεν θα μπορούσε να ανάψει ένα όσο βρισκόταν μέσα στο χώρο του αεροδρομίου, αλλά μια αδιόρατη ανάγκη την έκανε να το αναζητά το πακέτο. Λες και γύρευε  από αυτό κουράγιο...

Όχι δεν φοβόταν αυτά που θα έλεγαν μόλις βλεπόντουσαν...φοβόταν αυτά που θα ένιωθε αλλά κυρίως αυτά που ίσως δεν θα ένιωθε. Γιατί ο Μάνος αν είχε βλάψει κάτι  ανεπανόρθωτα αυτό δεν ήταν το σώμα της. Το σώμα της πάντα κατάφερνε και ανάρρωνε... Η πίστη της όμως στους άλλους ανθρώπους γδαρμένη, μωλωπισμένη και σπασμένη μυξόκλαιγε πλέον σταθερά σε μια γωνία...

Διστακτικά άρχισε να σέρνει την βαλίτσα στο γυαλιστερό λευκό πάτωμα ενώ με τη ματιά της αναζήτησε την Ελπίδα και όταν μέσα στο πλήθος ξεχώρισε το ξανθό της κεφάλι ένιωσε τα βήματα της να εναλλάσσονται τόσο γρήγορα που λίγο έλειψε να παραπατήσει. Και στάθηκε μπροστά σε μια Ελπίδα τόσο ίδια και συνάμα τόσο διαφορετική ,μουδιασμένη, μην ξέροντας τι να κάνει. Και άπλωσε η Ελπίδα τα χέρια της και την έκλεισε μέσα στην αγκαλιά της τόσο σφιχτά που πνίγηκε και η τελευταία επιφύλαξη της Βασούλας. Ναι μέσα σε ένα τεράστιο αεροδρόμιο, τόσα χρόνια μετά, ανάμεσα σε ανθρώπους που μιλούσαν μια άλλη γλώσσα εκείνη ήταν πάλι 8 χρονών και η καλή της η Ελπίδα με μια σφιχτή αγκαλιά κατάφερνε να την κάνει να νιώθει πως όλα μπορεί να τα καταφέρει, όλα μπορεί να τα πετύχει. Με μια σφιχτή αγκαλιά και όλα τα σπασμένα της κομμάτια για πρώτη φορά μετά από τόσο καιρό έμοιαζαν να κολλάνε και πάλι...

-Ένα τσιγάρο Ελπίδα και φύγαμε , είπε η Βασούλα βγαίνοντας από το αεροδρόμιο φορώντας τα γυαλιά ηλίου της
-Δώσε μου και εμένα ένα, παρακάλεσε η Ελπίδα κάνοντας την Βασούλα να πνιγεί με τον καπνό
-Άρχισες το κάπνισμα? ρώτησε δίνοντας της ένα τσιγάρο
-Όχι....απλά ζήλεψα...παραδέχτηκε η Ελπίδα που έκανε προσπάθεια να ανάψει το τσιγάρο. Στην δεύτερη απόπειρα τα είχε καταφέρει και πλέον έβηχε νευρικά. Χωρίς να το σκεφτεί η Βασούλα άρπαξε το τσιγάρο από το χέρι της και το έσβησε.
-Γιατί το κάνεις αυτό στον εαυτό σου? την ρώτησε αναφερόμενη στο τσιγάρο και η Ελπίδα σταμάτησε να βήχει και άρχισε να κλαίει. Και ήταν το κλάμα της τόσο σπαρακτικό που έσβησε και εκείνη το δικό της τσιγάρο και τραβώντας την Ελπίδα από το ένα χέρι και την βαλίτσα από το άλλο άρχισε να προχωράει αποφασιστικά προς τα ταξί.

Το διαμέρισμα της Ελπίδας ήταν ακριβώς όπως το θυμόταν μόνο που έμοιαζε πιο άδειο. Σε μια γωνία μερικές κλειστές κούτες πρόδιδαν το λόγο. Ακούμπησε τη βαλίτσα της σε μια άκρη και πήγε στο μπάνιο να πλύνει λίγο τα χέρια της.
-Να σου φτιάξω τσάι? ακούστηκε η Ελπίδα από την κουζίνα
-Να μου φτιάξεις ένα καφέ και βαρύ γλυκό! απάντησε η Βασούλα σκουπίζοντας το πρόσωπο της
-Δεν έχω ελληνικό καφέ...Να σου κάνω ένα εσπρέσο ?  είπε στην Βασούλα μόλις την είδε να μπαίνει στην κουζίνα
-Οτιδήποτε με καφεΐνη και ζάχαρη μου κάνει , της απάντησε και άναψε ένα τσιγάρο. Η Ελπίδα έψαξε για τασάκι αλλά διαπίστωσε πως δεν υπήρχε ούτε ένα στο σπίτι. Απελπισμένη προσπάθησε να σκεφτεί τι θα μπορούσε να λειτουργήσει σαν τασάκι. Η Βασούλα βλέποντας την σε κατάσταση σύγχυση έβγαλε την ζελατίνα από το πακέτο και τίναξε την στάχτη εκεί .
-Έχει ανιχνευτές καπνού το διαμέρισμα , ψέλλισε απολογητικά και η Βασούλα σηκώθηκε και προχώρησε προς το παράθυρο φυσώντας τον καπνό έξω από αυτό. Λίγο αργότερα μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο στεκόταν και η Ελπίδα κρατώντας δύο κούπες.
-Πολύ υγρασία έχετε για Ιούλιο μήνα...
-Πάντα έχει υγρασία, δεν βοηθάει και το ποτάμι...Ελλάδα φαντάζομαι σκάει ο τόπος...
-Σήμερα λέγανε πως θα έπιανε τους σαράντα..
-Από την Ελλάδα το πιστεύεις πως το κλίμα μου λείπει περισσότερο...? είπε η Ελπίδα μελαγχολικά
-Το πιστεύω ....
-Όχι, όχι δεν εννοούσα αυτό. Βασούλα εγώ...
-Ελπίδα χέστο.. Ότι έχει γίνει έχει γίνει και δεν αλλάζει...
-Είσαι θυμωμένη... Γιατί ήρθες αφού είσαι θυμωμένη?
-Δεν είμαι θυμωμένη Ελπίδα, απογοητευμένη είμαι..
-Από μένα είσαι απογοητευμένη...Έχεις δίκιο...Όλο το βραδύ σκεφτόμουν τι θα σου έλεγα ...Πως θα δικαιολογούσα τις πράξεις μου...Αλλά τώρα που σε έχω μπροστά μου δεν ξέρω τι να σου πω... Ακόμα και το συγνώμη μου μοιάζει λίγο...Σε πλήγωσα, σε εγκατέλειψα όταν με είχες ανάγκη και δεν το αξίζω που βρίσκεσαι εδώ αυτή τη στιγμή.. Αλλά αν κάποιος μπορεί να με καταλάβει αυτή είσαι μόνο εσύ. Δεν διαφέρουμε τελικά εσύ και εγώ ρε Βασούλα ... Απλά εσύ είσαι πιο τυχερή και πιο δυνατή από μένα... Εσύ τον μοναδικό σου έρωτα τον απέκτησες αφού απέκτησες εμπειρίες και εσένα σε κοίταζε , σε κοιτάζει και θα σε κοιτάζει στα μάτια... Ενώ εγώ Βασούλα τον έχασα....μετά από τόσες θυσίες τον έχασα... είπε η Ελπίδα και κάθισε ξέπνοη σε μια καρέκλα. Και έσφιξε η Βασούλα τα δόντια της και έτριψε νευρικά τα χέρια της στα σημεία που ήταν ζωγραφισμένη η λατρεία του μοναδικού της έρωτα.
-Είναι οριστικό? ρώτησε αφού κατάφερε να βρει και πάλι την αυτοκυριαρχία της
-Οριστικό και αμετάκλητο. Άλλωστε από την αποβολή και μετά η σχέση μας μετρούσε αντίστροφα και ας έκανα πως δεν το έβλεπα ... Ώρες ώρες πιστεύω πως αν εκείνο το παιδί είχε γεννηθεί όλα θα είχαν γίνει αλλιώς... και τα βάζω με τον εαυτό μου που δεν μπόρεσα να το κρατήσω...
-Τέτοιες μαλακίες δηλαδή σκέφτεσαι? Αν σε βολεύει κανένα πρόβλημα... είπε ειρωνικά η Βασούλα και έκατσε απέναντι της
-Βασούλα τι θα κάνω??? Δεν θυμάμαι καν πως ήταν η ζωή μου πριν από εκείνον.. Τρέλα μου έρχεται...
-Πόση αλήθεια αντέχεις Ελπίδα? Γιατί δεν έκανα τόσα χιλιόμετρα για να σου χαϊδέψω τα αφτιά...  Αν δεν αντέχεις μπορούμε για ώρες να καθόμαστε εδώ με εσένα να κλαις και εμένα να σου λέω πως όλα θα διορθωθούν ενώ θα ανάβω το ένα τσιγάρο πίσω από το άλλο.. Αν πάλι είσαι έτοιμη να δεις λίγο καθαρά κάποια πράγματα να αφήσω το πακέτο και να βγάλω το "καθρέφτη" απέναντι σου μπας και ξεστραβωθείς...
-Γιατί το λες αυτό ρε Βασούλα... Η σχέση μου με τον Νίκο ήταν μια σχέση....
-Σαν όλες τις άλλες σχέσεις!
-Όχι , όχι είχαμε κάτι μαγικό!!!!
- Ελπίδα δεν υπάρχουν μαγικές σχέσεις....Πάτησες τα 30 το έχεις πάρει χαμπάρι? Μια σχέση σαν όλες τις άλλες ήταν. Η πρώτη σου σχέση κιόλας που σαν ηλίθια πίστεψες πως θα είναι και η μοναδική.... Και ήρθε ο χρόνος που δεν χαρίζεται σε κανέναν και έκανε τη δουλειά του. Και αντί να λες ευχαριστώ που δεν πέταξες και άλλα χρόνια να παλεύεις να αναστήσεις κάτι νεκρό κάθεσαι και αναρωτιέσαι πως θα επιβιώσεις...
-Τον αγαπάω ακόμα Βασούλα.... δεν νομίζω να μπορώ να αγαπήσω άλλο άντρα με τον ίδιο τρόπο....
-Εκείνον αγαπάς ή την ιδέα αυτού που είχατε?
-Δεν ξέρω...το μόνο που ξέρω είναι ότι μου λείπει.... Εκείνος όμως είναι ξεκάθαρο πως δεν με αγαπάει πια....Άραγε με αγάπησε και ποτέ?
-Θα συνεχιστεί για πολλή ώρα αυτό το παραλήρημα? Να ξέρω...
-Πες Βασούλα αυτό που θες να πεις γιατί ότι και να λέω εγώ το αμφισβητείς...
-Ναι ρε Ελπίδα το αμφισβητώ... Και όχι γιατί εγώ είμαι πιο σοφή από εσένα... Ούτε γιατί εγώ έχω μεγαλύτερη εμπειρία, που έχω....Αλλά γιατί μου θυμίζεις απελπιστικά αυτές τις νερόβραστες ηρωίδες που διαβάζαμε και νομίζω πως έχεις χάσει εντελώς την μπάλα... Κάτσε λοιπόν και κοίτα καλά στον καθρέφτη... Σε αγάπησε και σε αγαπάει ακόμα. Η αγάπη είναι τελείως διαφορετικό συναίσθημα από τον έρωτα! Προσπάθησα κάποτε να στο εξηγήσω..."Μα πως μπορείς ρε Βασούλα αν δεν είσαι ερωτευμένη?" Οι άνθρωποι ζευγαρώνουν για χιλιάδες διαφορετικούς λόγους και κανένας λόγος δεν είναι ιερότερος από τον άλλο όσο και αν γουστάρουμε να ιεραρχούμε τα συναισθήματα σαν αναπτυγμένα εγκεφαλικά όντα....Κάποιοι ζευγαρώνουν από αγάπη....κάποιοι από καθαρή καύλα... και κάποιοι επειδή τα δύο αυτά χτυπημένα στο μπλέντερ τους χτύπησαν κατακέφαλα... Γιατί αυτό είναι ο έρωτας λίγη, απειροελάχιστη αγάπη και μπόλικη καύλα!
-Βασούλα!!!
-Σε σοκάρω??? Σκασίλα μου Ελπίδα.... Και ας μην το παραδέχεσαι στο ευγενές μυαλό σου έτσι  ξεκινήσατε και εσείς.... Δυστυχώς όμως οι παράμετροι που ορίζουν τις ανθρώπινες σχέσεις δεν είναι μόνο αυτές οι δύο ...Αν ήταν αυτές οι δύο τα μαθηματικά της συνύπαρξης θα ήταν λίγο πολύ επιλύσιμα... Εισέρχονται με το καιρό και άλλα συναισθήματα όπως ο εγωισμός, η ανασφάλεια, η ματαιοδοξία, ο φόβος και θα μπορούσα να αραδιάσω καμιά δεκαριά ακόμα και άκρη να μην βγάζουμε. Αντί λοιπόν να προσπαθούμε να λύσουμε το θεώρημα του έρωτα χάνοντας πολύτιμο χρόνο άκου με καλά. Και σε ερωτεύτηκε και σε αγάπησε, αυτό μην το αμφισβητήσεις ποτέ! Το θέμα είναι πως για λόγους που μόνο εσείς ξέρετε η σχέση σας δεν είναι πλέον βιώσιμη...τελεία και παύλα! Ποιο νόημα έχει δύο άνθρωποι να μένουν μαζί όταν πλέον πληγώνουν ο ένας τον άλλο?  είπε η Βασούλα και ανατρίχιασε και η ίδια στην υποκρισία αυτών που έλεγε... Προσπαθούσε να πείσει την Ελπίδα για κάτι που δεν έπειθε ούτε τον ίδιο της τον εαυτό...
-Βασούλα...γιατί σταμάτησες?
-Ελπίδα γάμα το... Δεν είμαι το καταλληλότερο άτομο να σου δίνει συμβουλές... Ξέχνα ότι σου είπα...Απλά ξέχνα τα...
-Όχι μίλα μου...Εσύ πάντα ήξερες να μου πεις το σωστό και ας ήσουν μικρότερη...
-Μα δεν υπάρχει σωστό!!! Αυτό κράτα μόνο! δεν υπάρχει σωστό....
-Βασούλα...το ξέρω πως δεν έχει σημασία αλλά νομίζω πως υπάρχει άλλη... Βασικά πολλές πρέπει να έχουν υπάρξει μέσα στην τελευταία τριετία... Και ναι έκανα τον μαλάκα επειδή γυρνούσε σε εμένα πάντα... Δεν ξέρω όμως γιατί, αλλά το ένστικτό μου λέει πως υπάρχει κάποια που σημαίνει πολλά για εκείνον...και αυτό με πληγώνει να ξέρεις περισσότερο από όλα , είπε η Ελπίδα με λίγη ενοχή και η Βασούλα προσπάθησε να δείχνει όσο πιο ατάραχη μπορούσε..
-Ο εγωισμός που λέγαμε νωρίτερα....αυτός ο κερατάς να ξέρεις είναι που κάνει μπουρδέλο τις περισσότερες  σχέσεις..
-Μπορεί να είναι και έτσι....κουράστηκα Βασούλα... ειλικρινά κουράστηκα... θέλω να κοιμηθώ ένα βράδυ χωρίς το άγχος να με πνίγει και χωρίς τις ενοχές που έχω... Και το άγχος ότι θα τον χάσω έφυγε χτες βράδυ μαζί με εκείνον...οι ενοχές όμως εκεί....
-Και θες εγώ να σου πάρω τις ενοχές?
-Θέλω κάποια στιγμή να μπορούμε να στεκόμαστε η μια δίπλα στην άλλη όπως τότε....τότε που όλα ήταν τόσο απλά...
-Και εγώ το θέλω Ελπίδα... αλλά δεν πρόκειται να συμβεί και όχι γιατί είμαι εγώ σκληρή..αλλά γιατί η ζωή είναι σκληρή...
-Έφερες την σοκοφρέτα που σου ζήτησα?
-Την έφερα...
-Δώστην μου σε παρακαλώ.. είπε η Ελπίδα και η Βασούλα έβγαλε την μισολιωμένη σοκοφρέτα από την τσάντα της. Την έπιασε η Ελπίδα άνοιξε το περιτύλιγμα και την έκοψε στην μέση...
-Με αυτή εδώ τη σοκοφρέτα ορκίζομαι να μην αφήσω τον κερατά τον εγωισμό να μπει ανάμεσα μας....ίσως αν είμαστε πιο συγκεκριμένες να καταφέρουμε να τηρήσουμε αυτή τη φορά την υπόσχεση μας. Τι λες?
-Ορκίζομαι...είπε η Βασούλα που δεν ήθελε να την στεναχωρήσει λέγοντας της πως εκείνη είχε μείνει εξαρχής πιστή στην τότε υπόσχεση τους.Και φάγανε την σοκοφρέτα και πασαλειμμένη η Ελπίδα αποκοιμήθηκε στον καναπέ κρατώντας το χέρι της Βασούλας. Και όσο η Ελπίδα ξαλαφρωμένη έπεφτε σε έναν ύπνο χωρίς άγχος, φόβο και ενοχές η Βασούλα την κοίταξε και δάκρυσε. "Μακάρι να μπορούσα να στα πω όλα...μακάρι να μπορούσα να ξαλαφρώσω και εγώ... Αλλά θα την άντεχες ρε Ελπίδα την αλήθεια? Θα άντεχες αν ήξερες όλα αυτά που κουβαλάω και που με βαραίνουν??? Ίσως κάποτε να είσαι έτοιμη να ακούσεις και εσύ εμένα....ίσως κάποτε να είσαι εσύ η δυνατή ...  ίσως κάποτε να μπορέσεις να δεις ποια είμαι πραγματικά και όχι αυτό που πάντα επέλεγες να βλέπεις...ίσως κάποτε..." σκέφτηκε και βούλιαξε στον καναπέ κοιτώντας το ποτάμι.  

-Μάνα μίλα!
-Βασούλα σε παρακαλώ άσε με και πρέπει να ετοιμάσω το στάρι...
-Μάνα αν δεν μου πεις αυτή τη στιγμή γιατί ο μπαμπάς πριν κλείσει τα μάτια του ζητούσε την Ελπίδα για να τον συγχωρέσει θα πιάσω τη θεία Χαρά να μου πει!
-Βασούλα να κοιτάς τη δουλειά σου δεν σε αφορά!
-Μάνα κάτι κρύβεις και εγώ δεν φεύγω αν δεν μάθω!
-Τι θες παιδί μου? Άρρωστος άνθρωπος ήταν, ασυναρτησίες έλεγε...
-Όχι κυρα Θοδώρα....ο πατέρας μου δεν έλεγε ποτέ ασυναρτησίες....! Ποτέ! Μάνα κόφτο! Κοίτα με στα μάτια! Στα μάτια και πες μου την αλήθεια! ούρλιαξε η Βασούλα και η κυρά Θοδώρα έπεσε στα γόνατα και άρχισε να κλαίει σαν μωρό παιδί. Ποτέ της δεν είχε δει την μάνα της να κλαίει. ούτε στην κηδεία δεν είχε κλάψει.... και ξαφνικά οι βρύσες των ματιών της είχαν ανοίξει και καταιγίδες έτρεχαν με αστραπές από αναφιλητά και ακατάληπτα λόγια μπουμπουνητά να χτυπάνε τη εμβρόντητη Βασούλα...
-Γιατί Θεέ μου....γιατί τον πήρες? Και τώρα τι θα κάνω? Πως θα το κάνω μόνη μου? Πως ,πες μου πως?? Και το ήξερα πως θα ερχόταν η ώρα αλλά ήλπιζα μαζί με εκείνον να αντιμετωπίζαμε την φουρτούνα....Αλλά εκείνος έφυγε και μόνη μου θαλασσοδέρνομαι ...μόνη μου... Και εσύ το ξέρεις πως δεν είχαμε επιλογή...Το ξέρεις γιατί για βράδια σε παρακαλούσα να στείλεις μια λύση να μην σκοτώσω το παιδί μου....Και έστειλες...Και μου είπες Θοδώρα θα κάνεις την μεγαλύτερη θυσία και την έκανα, δεν την έκανα??? Γιατί λοιπόν τώρα με αναγκάζεις να πρέπει να το αρθρώσω... πόσες νύχτες χριστέ μου έκλαιγα στον κόρφο του και εκείνος με χάιδευε και με παρηγορούσε.... και νόμιζα πως εκείνος είχε κάνει ειρήνη με ότι κάναμε αλλά με το βάρος έφυγε ο άντρας μου... Το στεφάνι μου....Η ζωή μου.... γιατί μας τιμωρείς έτσι?? Τι σου κάναμε?? Γιατί μας τιμωρείς??? "Θοδώρα μεγαλώνει καλά.." μου έλεγε ο Γιάννης μου και μου σκούπιζε τα δάκρυα και έκανα τον πόνο  γροθιά στο στομάχι μου και συνέχιζα... Και όλοι λέγανε εμένα σκληρή γιατί δεν ήξεραν πως τα βράδια εγώ γινόμουν το βαμβάκι και εκείνος η πέτρα. Και πως θα ζήσω εγώ χωρίς τη πέτρα μου???  Παναγία μου εσύ που είδες το παιδί σου να σταυρώνεται.... έλα πάρε με από το χέρι και δώσε μου δύναμη....  είπε μέσα σε λυγμούς τραβώντας τα ρούχα της με δύναμη πεσμένη στο πάτωμα. Και η Βασούλα με κάθε μπουμπουνητό που έβγαινε από το στόμα της μάνας της καταλάβαινε όλο και περισσότερο τι ήταν εκείνο που έκρυβαν οι γονείς της τόσα χρόνια... Και την λυπήθηκε, την πόνεσε, την δικαιολόγησε, την συγχώρεσε και την αγκάλιασε χωρίς να την αναγκάσει να πει τίποτα παραπάνω...." Ένας άνθρωπος με μαράζι μεγάλο μέσα του είναι η μάνα σου""Να την προσέχεις την μάνα σου και την Ελπίδα" άκουσε τον πατέρα της μέσα στο κεφάλι της και ήξερε πως εκείνη έπρεπε να γίνει η πέτρα να στηρίξει την μάνα της. Και έτσι απλά μέσα στην μικρή κουζίνα που συνήθως τσακωνόντουσαν, δίπλα στο τραπέζι με το τραπεζομάντιλο με τα μεγάλα κόκκινα τριαντάφυλλα που ο χρόνος είχε ξεθωριάσει κάνοντας τα ροζ, με το στάρι στην κατσαρόλα να βράζει.... η Βασούλα βάρυνε τη ψυχή της με ακόμα ένα μυστικό που θα έπρεπε να κρατήσει κρυφό από την Ελπίδα... 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλιαστε: