Δευτέρα 25 Ιουλίου 2016

Με μια σοκοφρέτα:Κεφάλαιο 4

Ο αρραβώνας της Μαρίας τελικά είχε πολύ λιγότερη πλάκα από αυτή που ήλπιζε η Βασούλα. Όλα γίνανε κανονικά χωρίς ευτράπελα. Ακόμα και ο Γιωργάκης με το καφέ κουστούμι του της φαινόταν σχεδόν συμπαθητικός και η Μαρία έδειχνε ευτυχισμένη, όπως πάντα άλλωστε. Το μόνο καλό αυτού του αρραβώνα ήταν ότι η Βασούλα ξαναβλεπε την Ελπίδα μετά από μήνες. Της είχε λείψει και ας μην το έγραφε στα γράμματα που της έστελνε για αν μην την στεναχωρεί.

Όταν αργά το βράδυ βρήκαν λίγο χρόνο να μείνουν οι δύο τους, δεν άντεξε, την πήρε αγκαλιά και την έσφιξε τόσο δυνατά που η Ελπίδα έβαλε τα γέλια.

"Μην γελάς ρε Ελπίδα! Η ζωή εδώ είναι ανυπόφορη χωρίς εσένα", της είπε παραπονιάρικα και έβγαλε με νεύρα το βελούδινο κόκκινο φόρεμα με τον τεράστιο φιόγκο που με το ζόρι της είχε δώσει η μάνα της να φορέσει.
"Σιγά Βασούλα θα το σκίσεις!" προειδοποίησε η Ελπίδα, αλλά ήταν αργά ήδη ο φιόγκος κρεμόταν μισοσκισμένος.
"Άσε με και θα το κάψω! Το σιχαίνομαι και το ξέρει γιαυτό με αναγκάζει να το φοράω. Κοίτα το δικό σου φόρεμα τι όμορφο που είναι. Απλό χωρίς υπερβολές, λευκό και ταιριάζει τόσο με τα ξανθά μαλλιά σου! Η θεία πάντα είχε καλύτερο γούστο από την μάνα μου, που όλο κάτι τέτοια πάει και μας αγοράζει!"
"Έλα βρε Βασούλα, ένα ρούχο είναι και αν σου αρέσει το δικό μου υπόσχομαι πως για τα γενέθλια σου θα σου αγοράσω ένα ίδιο για να μην φοράς αυτό που τόσο σιχαίνεσαι. όπως λες."
"Εγώ ρε Ελπίδα και να το φορέσω ποτέ δεν θα είμαι τόσο όμορφη όσο είσαι εσύ."
"Χαζομάρες λες Βασούλα, όπως τότε με τα μαθήματα, και όμορφη είσαι και πανέξυπνη και το βασικότερο είσαι πιο... πως να το πω... πιο "ζωντανή" από μένα"
"Ζωντανή ή ζωηρή;" είπε και χαχάνισε γλιστρώντας μέσα στο νυχτικό της.
"Και τα δύο..Αχ βρε Βασούλα μου μακάρι να είχα το μισό σου θάρρος!"
"Ωπ κάτι έχουμε εδώ! Ξέρασε τα όλα τώρα! Για να μιλάς εσύ για θάρρος κάτι τρέχει! Αχ κάνε αυτό που τρέχει, να είναι αυτό που νομίζω πως τρέχει και να μην αφορά γέρους καθηγητές πάλι!" είπε και κάθισε δίπλα στην Ελπίδα κοιτώντας την με πραγματικό ενδιαφέρον.
"Βασούλα νομίζω είμαι ερωτευμένη...." και πριν ολοκληρώσει η Ελπίδα την πρόταση η Βασούλα ήταν ήδη όρθια πάνω στο κρεββάτι και χοροπηδούσε από την χαρά της.
"Κάτσε κάτω Βασούλα, θα μας πάρουν χαμπάρι οι γονείς μας!"
"Καλά καλά κάθομαι. Πες τα όλα! Πως τον λένε; Που τον γνώρισες; Είναι όμορφος; Τα φτιάξατε; Φιληθήκατε; Αν φιληθήκατε πως ήταν; Ήταν ωραία ή μήπως τελικά είναι τόσο μπλιαχ όσο φαίνεται να είναι;"
"Το πολυβόλο Βασούλα ξαναχτυπά!" είπε η Ελπίδα και λύθηκε στα γέλια
"¨Ελα άσε τα γέλια και ξεκίνα να μιλάς και τα θέλω όλα με το νι και με το σίγμα!"
"Δεν σου έγραψα τίποτα γιατί φοβόμουν μην  ανοίξει κάνα γράμμα η θεία και γίνω ρεζίλι. Άλλωστε εδώ και μερικές βδομάδες είναι που ξεκίνησε η ιστορία...πφφ ποια ιστορία δηλαδή....αχ Βασούλα μου τα έχω κάνει μαντάρα και δεν ξέρω πως να τα διορθώσω!"
"Καλέ άσε τα γύρω γύρω και μπες στο ζουμί! Και θα δούμε στο τέλος τι έχεις κάνει μαντάρα και τι όχι!"
"Τον λένε Νίκο, είναι δύο χρόνια μεγαλύτερος, δευτεροετής στην αρχιτεκτονική. Είναι φίλος της Ελένης. Θυμάσαι την Ελένη που σου λέγα πως κάνω παρέα; Ε ο αδελφός της Ελένης είναι συμφοιτητής του Νίκου και για να μην μακρηγορώ βρεθήκαμε στην ίδια παρέα."
"Ωραία μέχρι εδώ, εγώ πρόβλημα δεν βλέπω..."
"Κάτσε να τελειώσω πρώτα! Τον Νίκο όπως σου είπα τον γνώρισα σε ένα πάρτι πριν μερικές εβδομάδες, που είχα πάει μαζί με την Ελένη και Βασούλα μόλις τον είδα κάτι έπαθα.  Δεν είναι τόσο η εμφάνιση του, που άσχημο δεν τον λες. Είναι κάτι στο βλέμμα του που κάθε φορά που με κοιτούσε ένοιωθα τα πόδια μου να γίνονται ζελές. Και με κοιτούσε Βασούλα, μα το Θεό όλο το βράδυ τα μάτια του δεν έπαιρνε από πάνω μου. Αφού σε κάποια φάση έπιασα μια πολυθρόνα να μην λιποθυμήσω και γίνω ρεζίλι. Και θα μου πεις πάλι, και σε προλαβαίνω, και που το πρόβλημα; Ε το πρόβλημα είναι πως δεν γινόμουν μόνο εγώ ζελές, γινόταν και η Ελένη η οποία αργά το βράδυ και μετά από μερικές μαυροδάφνες μου το μπουμπούνισε πόσο ερωτευμένη είναι μαζί του και έμεινα σαν χάνος να την κοιτάω. Να ανοίξει η γη να με καταπιεί όταν ήρθε και μου ζήτησε να χορέψουμε. Από την μία η Ελένη να κοιτάζει περίεργα, από την άλλη ο Νίκος να με σφίγγει και να αναπνέει στο αυτί μου ρωτώντας με διάφορα και εγώ να πρέπει να είμαι άνετη να απαντάω λες και δεν κόντευα να πάθω έμφραγμα που με άγγιζε. Μιλάμε πέντε λεπτά κράτησε αυτό το μπλουζ αιώνας μου φάνηκε και όταν τελείωσε είπα καληνύχτα στην παρέα και επικαλέστηκα πως είχα πονοκέφαλο και γύρισα σπίτι. Από εκείνο το βράδυ και μετά όσο και να προσπάθησα να μην ξανασυναντηθούμε όλο μπροστά μου ήταν.  Πότε στην σχολή που είχαν έρθει με τον αδελφό της Ελένης να της δώσουν κάτι πράγματα. Πότε στο κινηματογράφο που ακόμα και μέσα στο σκοτάδι και ας καθόμουν τρεις θέσεις δίπλα εγώ τα έβλεπα τα μάτια του να γυαλίζουν προς το μέρος μου και ας κοιτούσα την οθόνη λες και θα μου αποκάλυπτε τα μυστικά του κράτους. Και φυσικά η Ελένη ακόμα και όταν δεν πέφταμε πάνω του να με ζαλίζει όλη μέρα πόσο τέλειος είναι .Πόσο πολύ ερωτευμένη είναι μαζί του από πέρσι τα Χριστούγεννα που επισκέφτηκε τον αδελφό της και τον γνώρισε. Πόσο χάρηκε όταν πέρασε και εκείνη Αθήνα και θα τον έβλεπε συχνότερα και αλλά τέτοια που με έκαναν να θέλω να τρέξω και να κρυφτώ που είχα αρχίσει να ερωτεύομαι τον άνθρωπο που ήταν ερωτευμένη η μοναδική μου φίλη στην Αθήνα.'Ωσπου τρεις μέρες πριν έρθω στο χωρίο ήμασταν με την Ελένη στο σπίτι που νοικιάζει με τον αδελφό της μαζί και διαβάζαμε όταν μπήκαν ο Νίκος και ο Παντελής , Παντελή λένε τον αδελφό της Ελένης δεν ξέρω αν σου το είπα..."
"Άσε τον Παντελή ρε Ελπίδα τώρα και πες τι έγινε παρακάτω" είπε η Βασούλα που τόση ώρα κρατούσε την αναπνοή της παρασυρμένη από την αφήγηση της ξαδέλφης της.
"Ε τι να γίνει κάτσαμε λίγο όλοι μαζί, είπαμε μερικές χαζομάρες, η Ελένη όλο γυρόφερνε τον Νίκο και εγώ όλο κοιτούσα το ταβάνι αδιάφορα...και μια ώρα μετά σηκώθηκα να φύγω και σηκώθηκε και εκείνος. Είπε ένα είναι αργά και μιας και φεύγει και η Ελπίδα θα φύγω και εγώ να πάμε παρέα στην στάση που είναι σκοτάδι να μην πηγαίνει μόνη της! Με στραβοκοίταξε η Ελένη, είπα εγώ ένα δεν χρειάζεται, αλλά εκείνος επέμενε... Ε τι να έκανα και εγώ, είπα καληνύχτα και βρεθήκαμε να περπατάμε δίπλα δίπλα μέσα στο κρύο. Φτάσαμε στην στάση και δεν είχαμε πει κουβέντα, ούτε εγώ ούτε εκείνος. Και εκεί που νόμιζα πως θα την έβγαζα καθαρή  μόλις είδα το λεωφορείο μου να έρχεται πριν καταλάβω καν τι έγινε με βούτηξε και με φίλησε. Και Βασούλα μου σε πληροφορώ δεν ήταν καθόλου μπλιαχ! Ήταν πως να στο περιγράψω να το καταλάβεις; Πως ήταν όταν κλέβαμε την μαρμελάδα της θείας και η καρδιά μας βαρούσε ταμπούρλο μην μας πιάσει; Ε τόσο γλυκό σαν την μαρμελάδα ήταν το φιλί του και η καρδία μου έτσι πήγαινε λες και θα έβγαινε μέσα από το στήθος μου και θα χόρευε συρτάκι εκεί  μπροστά στο δρόμο. Και όταν ξεκόλλησε το στόμα του από το δικό μου δεν μπορούσα, ούτε να ανασάνω γιατί κρατούσε με τα χέρια του το πρόσωπο μου και με κοιτούσε στα μάτια ούτε και ξέρω για πόση ώρα. Μόνο όταν το λεωφορείο έκλεισε τις πόρτες του και έφυγε συνειδητοποίησα πως το είχα χάσει και τότε θυμήθηκα και την Ελένη. Πριν προλάβει να πει τίποτα ο Νίκος, του είπα πως ήταν λάθος. Πως δεν έπρεπε να κάνει αυτό που έκανε και βούτηξα το πρώτο ταξί που βρήκα μπροστά μου χαραμίζοντας τις τελευταίες οικονομίες μου και τον άφησα μετέωρο να με κοιτάζει σαν παρατημένο γατί να φεύγω. Τι θα κάνω Βασούλα μου; Τρεις μέρες τώρα έχω αρρωστήσει και το μόνο που μου έδινε κουράγιο είναι ότι θα σε έβλεπα και θα στα έλεγα να ξελαφρώσω. Ευτυχώς τρεις μέρες κατάφερα να μην δω ούτε την Ελένη, ούτε τον Νίκο. Η Ελένη με ρώταγε διάφορα στο τηλέφωνο αλλά της είπα ψέματα πως πήγαμε μέχρι την στάση και μπήκα στο λεωφορείο και έφυγα, τι να της έλεγα; Πως τα κατάφερα και έμπλεξα έτσι μου λες;" είπε ξέπνοα και άρχισε να κλαίει με λυγμούς .Η Βασούλα τόση ώρα δεν είχε πει κουβέντα. Δεν ήθελε να διακόψει την ξαδέλφη της πριν τελειώσει και ας είχε χίλια πράγματα που ήθελε να της πει. Μόλις την είδε όμως να κλαίει δεν είπε τίποτα. Απλά την πήρε αγκαλιά και την χάιδεψε. Εκείνο το βράδυ δεν είπαν τίποτα άλλο. Έτσι αγκαλιά τις πήρε ο ύπνος και όταν οι γονείς τους τις είδαν τις άφησαν να κοιμηθούν γιατί ήξεραν πόσο αγαπούσαν η μια την άλλη και πόσο έλλειπε η μια στην άλλη.  

Το επόμενο πρωί όμως η Βασούλα δεν σκόπευε να χαριστεί άλλο στην ξαδέλφη της. Αμέσως μετά το πρωινό, και ας ήταν ανήμερα Χριστούγεννα και η κυρα Θοδώρα διαμαρτυρόταν, πήρε από το χέρι την Ελπίδα και βγήκαν για μια μακριά βόλτα που θα άλλαζε και των δύο τους την ζωή για πάντα.

"Λοιπόν χτες σε άκουσα και δεν μίλησα, τώρα θα μιλήσω Ελπίδα και άκουσε με καλά! Το ξέρω πως δεν θες να πληγώνεις τους άλλους, γιατί σε ξέρω καλύτερα και από τον εαυτό μου! Αλλά ειλικρινά τα πράγματα είναι πολύ λιγότερο τραγικά από ότι τα παρουσιάζεις! Είσαι ερωτευμένη! Για πρώτη φορά στη ζωή σου είσαι ερωτευμένη και το βασικότερο είναι και εκείνος ερωτευμένος μαζί σου! Η Ελένη είναι φίλη σου το ξέρω, αλλά δεν φταις εσύ! Μόλις γυρίσεις στην Αθήνα το πρώτο πράγμα που θα κάνεις, όσο δύσκολο και αν σου είναι, είναι να πιάσεις αυτή την Ελένη και να της πεις όλη την αλήθεια! Για να είναι φίλη δική σου θα είναι καλός άνθρωπος και όσο και αν πληγωθεί θα καταλάβει και θα εκτιμήσει ότι δεν έκανες κάτι πίσω από την πλάτη της. Γιατί Ελπίδα θα κάνεις, γιατί αν δεν κάνεις θα το μετανιώνεις όλη σου την ζωή. Γιατί μπορεί να μην είναι ο μοναδικός άντρας που θα περάσει από τη ζωή σου, θα είναι όμως ο πρώτος. Γιατί σου αξίζει να είναι αυτός ο πρώτος αφού κατάφερε έστω και για λίγο να χάσεις τη λογική σου! Μην αντιστέκεσαι σε όλο αυτό ζήσε το! Ζήσε το με όλη σου την καρδία ακόμα και αν κινδυνεύεις να πληγωθείς. Η ζωή μας είναι μικρή, εγώ αυτό ξέρω και εγώ δεν πρόκειται στο λέω να αφήσω τίποτα από όσα θα ποθήσω χωρίς να τα κυνηγήσω ακόμα και αν με στείλουν στην κόλαση! Μη ... μη με διακόπτεις!  Το ξέρω πως εσύ δεν είσαι σαν εμένα, αλλά άκου με για μία φορά μόνο, άκου με! Έχεις περισσότερη δύναμη μέσα σου από αυτή που θέλεις να πιστεύεις. Ακόμα και αν η Ελένη δεν σου ξαναμιλήσει εκείνη θα έχει κάνει λάθος όχι εσύ. Την καρδιά μας δεν την ορίζουμε, αυτό δεν το ξέρεις; Τόσο βιβλία έχουμε διαβάσει! Σταμάτα λοιπόν να κλαψουρίζεις και να μαυρίζεις ότι ομορφότερο σου έτυχε μέχρι στιγμής! Έχεις μια εβδομάδα καιρό μέχρι να επιστρέψεις στην Αθήνα και να κάνεις αυτό που πρέπει να κάνεις, άρχισε να το δουλεύεις λοιπόν μέσα σου...." είπε και στα μάτια της Ελπίδας η Βασούλα για λίγο φάνηκε σαν μεγάλη γυναίκα και όχι σαν 15χρονο κοριτσάκι που ήταν."
"Βασούλα μου κοίτα μας. Αντί να συμβουλεύω εγώ εσένα συμβουλεύεις εσύ εμένα...τι θα κάνω χωρίς εσένα;"
"Μην ανησυχείς σκοπεύω πολλά πολλά χρόνια να σε ζαλίζω. Δεν πάω πουθενά Ελπίδα. Πάντα εδώ θα είμαι εγώ για σένα και εσύ για μένα. Εμείς δεν θα χωρίσουμε ποτέ" είπε και έβγαλε μια σοκοφρέτα από την τσέπη της έτσι για να κάνει λίγο την Ελπίδα να γελάσει. Και έπιασε η Ελπίδα γελούσε με όλη της την καρδία.

Κυριακή 24 Ιουλίου 2016

Με μια σοκοφρέτα:Κεφάλαιο 3

"Μα είναι πράγματα αυτά; Που ακούστηκε κορίτσι πράγμα μόνο του στην Αθήνα να σπουδάσει; Εσύ φταις Γιάννη να το ξέρεις που τις έχεις παραχαιδέψει! Και τα έξοδα, που τα πας τα έξοδα; Και να σπούδαζε τίποτα της προκοπής! Μα δασκάλα; Σιγά μην βρει δουλειά μετά. Κοίτα πόσοι δάσκαλοι είναι άνεργοι; Θα με σκάσετε εσείς οικογενειακώς!", είπε η κυρά Θοδώρα και σωριάστηκε στην ψάθινη καρέκλα.

"Βρε γυναίκα σταμάτα την μουρμούρα. Αντί να καμαρώνεις που η πρωτότοκη μας πέρασε στο πανεπιστήμιο, σε έχω τόση ώρα και γκρινιάζεις. Το Μαράκι είναι καλό παιδί και μια χαρά θα τα καταφέρει στην Αθήνα .  Επειδή είναι από πολύτεκνη οικογένεια, θα μείνει σε μια εστία. Και το επάγγελμα μια χαρά είναι, ότι πρέπει για κορίτσι. Tης ταιριάζει κιόλας έτσι ήρεμη που είναι αυτή. Μην φέρνεις αμέσως τη συντέλεια του κόσμου", της είπε γλυκά ο κυρ Γιάννης μήπως και την ηρεμήσει. Aλλά που να ηρεμήσει η κυρα Θοδώρα, ηφαίστειο λίγο πριν την έκρηξη ήταν.

"Δηλαδή Μαρία από Σεπτέμβρη θα φύγεις;" είπε το κοριτσάκι τραβώντας την φούστα της αδελφής της.
"Σςςςς μην μιλάς Βασούλα, προσπαθώ να ακούσω τι λένε!!!!"
"Πφφφ εσύ στην Αθήνα, η Ελπίδα στο μεγάλο σχολείο, εμένα κανένας δεν με σκέφτεται. Θα πεθάνω!"
"Σώπα Βασούλα να ακούσω! Και μην κάνεις σαν την μαμά. Σε παρακαλώ πολύ. Μια χαρά θα τα καταφέρεις και μόνη σου.."

Εκείνο το καλοκαίρι η Βασούλα ήταν μονίμως μελαγχολική. Ούτε το καρπούζι που τόσο αγαπούσε δεν μπορούσε να την κάνει να νιώσει καλύτερα. Κάθε μέρα που περνούσε την έφερνε πιο κοντά στο να αποχωριστεί τους δύο από τους τρεις πιο αγαπημένους της ανθρώπους. Το μόνο που έλλειπε ήταν να πήγαινε πουθενά και ο μπαμπάς, σκεφτόταν και θύμωνε. Ήταν πολύ μικρή για να καταλάβει πως κανονικά θα έπρεπε να είναι χαρούμενη. Χαρούμενη για την Μαρία που επιτέλους θα άνοιγε τα φτερά της και θα πετούσε. Χαρούμενη και για την Ελπίδα που μεγάλωνε και θα πήγαινε στο γυμνάσιο, ένα βήμα πιο κοντά στο πανεπιστήμιο που ονειρευόταν. Για την Βασούλα η μάθηση ήταν αυτό που της στερούσε την συντροφιά της και ευχόταν οι άνθρωποι να μην χρειαζόταν να μαθαίνουν γράμματα για να κάθονται στα αυγά τους!  Και αυτός ο πατέρας της, είχε δεν είχε την είχε πείσει την μάνα της να δεχτεί να πάει η Μαρία να σπουδάσει.

Και όσο οι μέρες πλησίαζαν η Μαρία άνθιζε σαν λουλουδάκι περιμένοντας υπομονετικά να τακτοποιηθούν όλες οι εκκρεμότητες. Για να σταθεί ένα βροχερό πρωινό μπροστά στο ΚΤΕΛ με μια βαλίτσα έτοιμη να χαιρετίσει τους δικούς της.

"Κόρη μου στο καλό. Να μας παίρνεις τηλέφωνο και θα τα πούμε τα Χριστούγεννα πια από κοντά" είπε ο πατέρας της και την γλυκοφίλησε στα μάγουλα.

"Να μου στείλεις με το ταχυδρομείο την αφίσα που σου ζήτησα" είπε ο Στέλιος αδιάφορα.

"Γεια σου Μαρία" είπε η Γωγώ

"Τα μάτια σου δεκατέσσερα και τα πόδια σου κλειστά!" είπε η κυρα Θοδώρα και την έσφιξε δακρυσμένη στην αγκαλιά της.

Μόνο η Βασούλα είχε πάει και καθόταν παράμερα και κοιτούσε θυμωμένη την σκηνή του αποχαιρετισμού.

"Βασούλα μου, εσύ δεν θα με χαιρετίσεις;;" της είπε η Μαρία πλησιάζοντας την
"Όχι !" απάντησε ξερά η Βασούλα
"Έλα βρε Βασούλα, μην μου το κάνεις αυτό. Σε παρακαλώ... δώσε μου ένα φιλί να φύγω ήσυχη..." την παρακάλεσε και η Βασούλα λύγισε και κρύφτηκε στην αγκαλιά της αδελφής της...
"Θα ξαναγυρίσεις;" της είπε με αναφιλητά
"Καλά χαζή είσαι, δεν πάω στον πόλεμο. να σπουδάσω πάω."
"Καλά τότε. Αλλά να ξέρεις πως τώρα που φεύγεις εγώ όλο θα μαλώνω με την μαμά."
"Όχι, δεν θα μαλώνεις, γιατί είσαι καλό κορίτσι και θα είσαι φρόνιμη. Σ αγαπάω Βασούλα μου...." είπε και με δυσκολία ξεκόλλησε το παιδικό σωματάκι από πάνω της φιλώντας το στο κεφάλι τρυφερά.

Αυτός ήταν ο πρώτος αποχωρισμός που θα  ζούσε η Βασουλα από μια σειρά αποχωρισμών που την περίμεναν παρακάτω. Και αν και δεν ήταν ο πιο δύσκολος, ήταν σίγουρα αυτός που την έμαθε πως οι άνθρωποι έρχονται και φεύγουν.

Όταν έτσι μερικά χρόνια αργότερα έπαιζε  το ίδιο μονόπρακτο με την Ελπίδα αυτή τη φορά να κρατάει την βαλίτσα, το πήρε πιο ψύχραιμα. Λίγο που είχε και η ίδια μεγαλώσει , λίγο που η Μαρία είχε γυρίσει στο χωρίο με το πτυχίο της αλλά άνεργη αυτή τη φορά, ήταν πιο ήρεμη και λιγότερο θυμωμένη.

"Θα μου γράφεις δύο φορές την εβδομάδα οπωσδήποτε! Και θα μου περιγράφεις όλα όσα κάνεις και θα μου γράφεις και για τα αγόρια. Το υπόσχεσαι;;;;"
"Και εσύ να υποσχεθείς ότι θα διαβάζεις. Τρία χρόνια σου μείναν, τα βασικότερα του Λυκείου. Στρώσου διάβασε να συμπληρώσεις τα κενά να έρθεις γρήγορα και εσύ Αθήνα Βασούλα, και άσε τα αγόρια!"
"Οφου ρε Ελπίδα αφού το είπαμε θα διαβάζω...."
"Καλά σταματάω. Να προσέχεις όσο είμαστε χώρια...."
"Θα προσέχω. Και εσύ να προσέχεις, είσαι πολύ καλή μην σε εκμεταλλευτούν!"
"Κοίτα που το μικρό μου δίνει και συμβουλές χαχα"
"Στο καλό Ελπίδα και καλή μας αντάμωση!"
"Αντίο Βασούλα μου..."  είπε και κρύφτηκε γρήγορα μέσα στο ΚΤΕΛ να μην την δει η ξαδέλφη της να κλαίει και στεναχωρηθεί. Γιατί σε αυτόν τον αποχαιρετισμό η Ελπίδα ήταν αυτή που ενώ από τη μια έβλεπε τη ζωή της να ξεκινά, από την άλλη έσπαγε η καρδιά της σε χιλιάδες κομμάτια που άφηνε πίσω την Βασούλα.

Και όσο το ΚΤΕΛ απομακρυνόταν αφήνοντας ένα τεράστιο σύννεφο σκόνης πίσω του ,η Βασούλα ορκιζόταν πως όσο και αν βαριόταν το διάβασμα, θα διάβαζε για να πάει και εκείνη να βρει την ξαδέλφη της.

..........................................................................................................................................................

Τετάρτη 23 Οκτωμβρίου

Αγαπημένη μου Βασούλα ελπίζω το γράμμα μου να σε βρίσκει καλά.

Ένα μήνα τώρα στην Αθήνα δεν βρήκα χρόνο να σου γράψω όχι γιατί δεν σε σκεφτόμουν αλλά γιατί δεν προλάβαινα. Μόλις φτάσαμε με την μαμά έπρεπε να καθαρίσουμε όλο το σπίτι και να κάνουμε και μια μικρή ανακαίνιση για να μπορώ να μείνω σαν άνθρωπος. Διάλεξα το βορινό δωμάτιο που βλέπει στο δρόμο και σου φύλαξα το δυτικό που βλέπει στο παρκάκι και που όταν πέφτει ο ήλιος γίνεται πορτοκαλοκόκκινο. Μάλιστα έπεισα και τη μαμά χωρίς να της πω τον λόγο να βάλουμε και σε αυτό κουρτίνες για να είναι έτοιμο όταν με το καλό θα έρθεις.

Στη σχολή πήγα και γράφτηκα και η αλήθεια είναι πως ένας πανικός με έπιασε. Πολύς ο κόσμος και ζαλίστηκα. Δεν ήξερα που να πάω και τι να κάνω και ευτυχώς βρέθηκε μια κοπελίτσα από επαρχία και αυτή και παρέα βγάλαμε άκρη. Η αλήθεια είναι πως εμείς από την επαρχία ξεχωρίζουμε σαν τις μύγες μες στο γάλα και το έτος μου δυστυχώς έχει ελάχιστα άτομα από επαρχία. Την κοπέλα την λένε Ελένη και από τότε που άρχισαν και τα μαθήματα κάνουμε και λίγο παρέα.Το πανεπιστήμιο είναι πανέμορφο. Βρώμικο μεν, πανέμορφο δε. Οι καθηγητές είναι λίγο αυστηροί και μεγάλοι όλοι σε ηλικία αλλά έτσι λέει ήταν πάντα στην Νομική. Αλήθεια το γράφω και ακόμα δεν το πιστεύω ότι σπουδάζω Νομική!

Πριν μια εβδομάδα έφυγε και η μαμά. Ελπίζω να σου έφερε το βιβλίο που σου έστειλα και να μην το ξέχασε πουθενά. Μην ανησυχείς δεν είναι σχολικό. Ερωτική ιστορία είναι από αυτές που σου αρέσουν!

Αν και όλα πάνε περίφημα η αλήθεια είναι μου λείπετε όλοι πολύ και εσύ ειδικότερα.... Μετράω τις μέρες μέχρι τα Χριστούγεννα να βρεθούμε από κοντά.

Περιμένω με αγωνία να μου γράψεις και εσύ τα νέα σου! Να μου τους φιλήσεις όλους.

Με αγάπη Ελπίδα



Σάββατο 2 Νοεμβρίου

Αγαπημένη μου Ελπίδα,

τι χαρά έκανα όταν ο ταχυδρόμος έφερε το γράμμα σου δεν μπορείς να φανταστείς. Πρώτη φορά άλλωστε έπαιρνα γράμμα από το ταχυδρομείο, γιατί από τα άλλα τα γράμματα έχω πάρει κάμποσα!

Ναι ναι  ο Θωμάς στο σχολείο μου στέλνει γράμματα. Για την ακρίβεια μου τα κρύβει στα διαλείμματα μέσα στην ιστορία και τα βρίσκω σπίτι. Με αγαπάει λέει και άλλα τέτοια, αλλά αν διάβαζες εσύ τα γράμματα θα σου ερχόταν ντουβρουτζα, είναι απίστευτα ανορθόγραφος!

Εγώ βέβαια κυρία όπως υποσχέθηκα! Μόνο μελετάω... αν και αυτή η ρουφιάνα η άλγεβρα δεν μπορεί να μπει με τίποτα μέσα στο κεφάλι μου και όλο φωνάζει ο μαθηματικός. Ψέμματα όμως δεν θα σου πω, τα γράμματα του Θωμά τα διαβάζω και διασκεδάζω πολύ με αυτά που μου γράφει. Αν δεν φοβόμουν μην πέσει το γράμμα αυτό σε τίποτα άλλα χέρια θα σου έγραφα και λεπτομέρειες, αλλά θα πρέπει να κάνεις υπομονή μέχρι να βρεθούμε από κοντά.

Τα νέα μας τώρα. Παντρεύουν την Μαρία. Ναι καλά άκουσες δεν πρόλαβες να φύγεις και εδώ γίνανε σημεία και τέρατα. Η μάνα λέει πως παραμεγάλωσε. Έφτασε 23 χρονών και πως αφού δεν κουνάει να βρει μόνη της γαμπρό της βρήκε εκείνη. Και που να ακούσεις το καλύτερο!!!! Ξέρεις ποιόν της βρήκε;  Τον Γιωργάκη! Ναι καλά διαβάζεις αυτό το μουρόχαβλο το γιο του μπακάλη  που δεν ξέρει πόσο κάνει δύο και δύο. Ο πατέρας δεν ήθελε. Αμαρτία έλεγε οι σπουδές της, αλλά ξέρεις τη Μαρία ότι της πουν κάνει . Δέχτηκε η χαζή και τώρα αντί να κάνει μάθημα σε παιδιά θα κάνει μάθημα σε λακέρδες και τοματοπελτέδες!

Για τα Χριστούγεννα κανόνισαν τους αρραβώνες να είσαι λέει και εσύ εδώ. Άρε γέλια που θα ρίξουμε! Εγώ την έπιασα και της είπα να μην το κάνει αλλά εκείνη μου είπε πως ο Γιώργος είναι καλό και συνετό παιδί και πως θα γίνει καλός οικογενειάρχης. Μα καλά αυτή η αδελφή μου καθόλου μυαλό δεν έχει; Κατηχητικό θα ανοίξουν ή σπίτι; Όχι Ελπίδα μου εγώ θέλω φωτιές και σεισμούς! Θέλω να ερωτευτώ και να πονάω από τον έρωτα σαν αυτήν την ηρωίδα την Καρενινα που μου στείλεις!

Σε αφήνω τώρα γιατί το γράφω μέσα στην μαύρη νύχτα το γράμμα και νύσταξα...

Σε αγαπάω και μου λείπεις!!!

υγ: Μην μου γράφεις μόνο για ηλικιωμένους καθηγητές!!! Τόσα αγόρια στην σχολή ούτε ένα δεν σου τράβηξε το ενδιαφέρον; Κανόνισε να έχεις την τύχη της Μαρίας και εσύ!


για να ακούσετε το κεφάλαιο πατήστε εδώ

Σάββατο 23 Ιουλίου 2016

Με μια σοκοφρέτα:Κεφάλαιο 2

"Ελπίδα, πήρε η μαμά σου πάλι τηλέφωνο και αυτή την φορά έκλαιγε...σε παρακαλώ πάρε την πίσω..."
"Σου είπα! Δεν θέλω να της μιλήσω ... δεν θέλω να την ξαναδώ!"
"Από την ώρα που γύρισες από το νοσοκομείο είσαι σε μαύρα χάλια. Η μαμά σου παίρνει κάθε μια ώρα και εσύ δεν μου λες τι έχει συμβεί. Αρχίζω και ανησυχώ.... ούτε πως είναι η Βασούλα δεν μου λες....Το ξέρω πως είμαστε μαζί λίγους μήνες μόνο, αλλά σε νοιάζομαι ρε Ελπίδα! Πες μου τι έγινε..."
"Αργύρη σε παρακαλώ, το μόνο που θέλω αυτή τη στιγμή είναι να πιω ένα χάπι και να κοιμηθώ. Είμαι πολύ κουρασμένη... Χαμήλωσε το τηλέφωνο για να μην αναγκάζεσαι να απαντάς και άσε με να κοιμηθώ...."

Ο Αργύρης την κοίταξε με συμπόνια και κατάλαβε πως όσο και αν επέμενε η Ελπίδα δεν θα του έλεγε τίποτα παραπάνω...Τράβηξε τις κουρτίνες, της έφερε το χάπι που ζήτησε και ένα ποτήρι νερό, και όταν την είδε να γέρνει πάνω στο μπράτσο του καναπέ, έφερε μια κουβέρτα και την σκέπασε.

Ακόμα και έτσι, αδύναμη και θλιμμένη, ήταν τόσο όμορφη. Τι να είχε συμβεί άραγε? Σίγουρα κάτι σημαντικό για να γυρίσει ξημερώματα σε αυτό το χάλι. Μόλις λίγες ώρες πριν εκείνη έλαμπε μέσα στο μαύρο φόρεμα της και χαμογελούσε ευτυχισμένη. Μέχρι τη στιγμή που χτύπησε το κινητό της τηλέφωνο και πάγωσε από τρόμο. Βιαστικά έφυγε από το εστιατόριο λέγοντας του μόνο πως έπρεπε να πάει κοντά στην ξαδέλφη της που την είχε ανάγκη. Τη Βασούλα τρεις φορές την είχε δει όλες και όλες ο Αργύρης, αλλά ήξερε πως σήμαινε πολλά για την Ελπίδα. Προσφέρθηκε να την πάει εκείνος στο νοσοκομείο, αλλά εκείνη είχε ήδη βγει από το εστιατόριο χωρίς να ακούει τίποτα από όσα της έλεγε.  Άραγε να είχε πάθει κάτι σοβαρό η Βασούλα; Αλλά ακόμα και κάτι τέτοιο να είχε συμβεί η κυρία Χαρά γιατί ήταν τόσο αναστατωμένη και γιατί η Ελπίδα τα είχε βάλει μαζί της.; Η Ελπίδα πάντα μιλούσε με τα καλύτερα λόγια  για τη μητέρα της.

Μήνες ολόκληρους πολιορκούσε ο Αργύρης την Ελπίδα και όσο εκείνη τον απέφευγε τόσο εκείνος πείσμωνε. Πίστευε πως το άσχημο διαζύγιο της ήταν η αιτία που δυσκολευόταν να ξανά κάνει σχέση και θεωρούσε πως  ο χρόνος και το συνεχές ενδιαφέρον του θα γιάτρευαν σιγά σιγά τις όποιες πληγές της. Και πράγματι σιγά σιγά εκείνη άρχισε να δέχεται τις προτάσεις του για βόλτες. Και μέρα με την μέρα χαλάρωνε η Ελπίδα δίπλα του και αφού τον είδε σαν φίλο, μπόρεσε με την δική του επιμονή, να τον δει και σαν κάτι παραπάνω. Και ήταν ευτυχισμένος ο Αργύρης που επιτέλους ήταν δική του που δεν έχανε ευκαιρία να της το δείχνει. Μπορεί να μην ήταν ούτε εκείνος, ούτε εκείνη, στην πρώτη νιότη τους αλλά ακόμα και λίγο πριν τα 40 μπορείς να ερωτευτείς ...γιατί ο Αργύρης ήταν ερωτευμένος. Η Ελπίδα πάλι ίσως όχι και τόσο, αλλά δεν τον ένοιαζε. Του αρκούσε που του επέτρεπε να την αγαπάει και να τη φροντίζει..

Μέσα στην ησυχία του δωματίου άκουσε το κινητό της να δονείται. Μπήκε στο πειρασμό να το σηκώσει μήπως και μάθει τι την είχε ταράξει τόσο, αλλά αμέσως άλλαξε γνώμη. Αν δεν ήθελε να την χάσει έπρεπε να σεβαστεί την ανάγκη της να μιλήσει εκείνη όταν θα ήταν εκείνη έτοιμη να μιλήσει. Προσπαθώντας να μην κάνει καθόλου θόρυβο, βγήκε από το δωμάτιο και σχημάτισε ένα νούμερο στο κινητό του.

"Έλα εγώ είμαι. Κάτι μου προέκυψε και δεν θα έρθω σήμερα στο γραφείο. Ακύρωσε όλα τα ραντεβού μου...ναι όλα και τα σημερινά και τα αυριανά. Αν αλλάξει κάτι θα σε πάρω να σε ενημερώσω.." είπε και έκλεισε το τηλέφωνο. Άναψε ένα τσιγάρο και βυθίστηκε και πάλι στις θεωρίες του για το τι θα μπορούσε να είχε συμβεί.


.......................................................................................................

"Καλημέρα θεία"
"Καλώς την Βασούλα! Ήρθες να πάρεις την Ελπίδα για να πάτε σχολείο; Νωρίς δεν ήρθες μάτια μου;"
"Ναι το ξέρω πως ήρθα νωρίς, αλλά ξύπνησα νωρίς και βαριόμουνα σπίτι...Δεν είναι έτοιμη η Ελπίδα;"
"Ελπίιιιδα , κάτσε Βασούλα μου έχει ξυπνήσει, αλλά την ξέρεις την ξαδέλφη σου. Τσεκάρει καμιά δεκαριά φορές την τσάντα της πριν φύγει μην τυχόν και κανένα βιβλίο έβγαλε πόδια και το έσκασε την νύχτα από εκεί μέσα" είπε η θεία Χαρά κλείνοντας το μάτι στη Βασούλα και έτρεξε επάνω στο δωμάτιο της Ελπίδας. Λίγα λεπτά αργότερα η Ελπίδα κατέβαινε δύο, δύο τα σκαλιά με την τσάντα της στο χέρι και με ένα τεράστιο χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπο της.
"Πάμε " είπε και έπιασε το χέρι της Βασούλα "Μαμά φεύγουμε!" φώναξε χτυπώντας την πόρτα πίσω τους χωρίς να δίνει την παραμικρή σημασία στην κυρά Χαρά που φώναζε πως δεν είχε πιει το γάλα της.

Το δημοτικό σχολείο από τα σπίτια των κοριτσιών ήταν 15 λεπτά ποδαρόδρομος και χειμώνα καλοκαίρι οι δύο τους πήγαιναν και γύριζαν μαζί. Στα 15 αυτά λεπτά κάθε πρωί συζητούσαν τι είχε γίνει την προηγούμενη μέρα, και στα 15 λεπτά κάθε μεσημέρι ανακεφαλαίωναν πως είχαν περάσει την μέρα τους στο σχολείο.

"Για πες τώρα που απομακρυνθήκαμε. Για να έρθεις εσύ η υπναρού νωρίτερα να με πάρεις, κάτι έγινε χτες! Και μάλιστα κάτι σοβαρό!"
"Άσε Ελπίδα χαμός! Ξινή μου βγήκε η σοκοφρέτα. Λέρωσα το φουστάνι  και όταν το είδε η μάνα μου κόντεψε να πεθάνει και εγώ πολύ στεναχωρήθηκα που παραλίγο να την σκοτώσω."
"Μην ακούω χαζά που θα πέθαινε η θεία επειδή εσύ λέρωσες το φουστάνι σου...Δεν πεθαίνουν από τέτοια οι άνθρωποι!"
"Αλήθεια; Δεν μπορούν να πεθάνουν από στεναχώρια;"
"Εννοείται πως όχι βρε Βασούλα! Από σκωληκοειδίτιδα ναι από στεναχώρια όχι!"
"Και τι είναι σκουλικοειδίτιδα? Έχει να κάνει με σκουλήκια;"
"Όχι καλέ τι σκουλήκια και κουραφέξαλα. Δεν θυμάσαι που σου είπα πως τον Νικόλα το συμμαθητή μου τον έπιασε πόνος στην κοιλιά και πως το πήγαν νοσοκομείο, και πως του κάνανε εγχείρηση, και στο παρα τσάκ τον σώσανε; Και η δασκάλα μας η κυρία Αλίκη μας έβαλε να του κάνουμε ζωγραφιές, και του τις πήγε προχτές που πήγε να τον επισκεφτεί; Ε χτες άκουσα την μαμά μου να μιλάει στο τηλέφωνο με την μαμά του Νικόλα και έμαθα πως είχε λέει σκωληκοειδίτιδα. Και όταν μετά την ρώτησα τι είναι αυτό και αν κολλάει, μου είπε πως δεν κολλάει και πως είναι κάτι στην κοιλιά μας μέσα που κανονικά δεν μας κάνει κακό, αλλά δεν μας προσφέρει και τίποτα και που καμιά φορά  κάτι παθαίνει και μπορεί να σκάσει και αν σκάσει αυτό μπορεί και να πεθάνεις!"
"Καλά δεν με απασχολούν τα σκουλήκια στην κοιλιά του Νικόλα τώρα...έχω δικά μου προβλήματα.."
"Όχι σκουλήκια βρε Βασούλα, πω πω τσάμπα σου εξηγώ τόση ώρα! Για πες τώρα τι έγινε αναλυτικά!"
"Ε αφού τα ξέρεις η μάνα είδε το λεκέ και άρχισε τις φωνές. Πως δεν τη σκεφτόμαστε λέει και πως θα την πεθάνουμε με αυτά που κάνουμε. Ο Στέλιος με αγριοκοίταζε όλη τη ώρα επειδή χάλασα τη διάθεση της μάνας και δεν θα τον άφηνε να δει τηλεόραση. Η Γωγώ έτρωγε λες και δεν γινόταν τίποτα. Ο Λευτέρης ούρλιαζε μέσα στην κούνια του επειδή με τις φωνές το ξυπνήσαμε το μωρό. Και η κακομοίρα η Μαρία προσπαθούσε να ηρεμήσει την μάνα μας, αλλά και εμένα που έκλαιγα μέσα στο πιάτο με το φαγητό. Και μετά άρχισε η μάνα να ρωτάει που βρήκα την σοκολάτα και εγώ μούγκα για να μην καρφωθούμε. Και δώστου δεύτερος γύρος από φωνές. Που δεν είμαι λέει περήφανη που δέχομαι να μου δίνουν άλλοι σοκολάτες, και δώστου κλάμα εγώ, δώστου κλάμα ο Λευτέρης, η Γωγώ να τρώει, και ο Στέλιος να φυσάει και να ξεφυσάει. Ευτυχώς μπήκε ο πατέρας μέσα εκείνη την ώρα και ηρέμησε η κατάσταση. Μου σκούπισε τα δάκρυα και με έστειλε μαζί με τους άλλους να διαβάσουμε αλλά που να διαβάσω, είχα μυαλό για διάβασμα νομίζεις; Το αυτί μου είχα τεντώσει σαν χωνί να ακούσω τι λένε δίπλα, και άκουσα! Ο πατέρας είπε της μάνας να μην μου φωνάζει και πως ήθελε να της το πει τα Χριστούγεννα αλλά μιας και ήρθαν έτσι τα πράγματα θα της το έλεγε τώρα. Είχε μαζέψει λέει κάποια λεφτά και θα πήγαινε αύριο πρωί πρωί στην πόλη να της πάρει πλυντήριο! Και ξέχασε η μάνα και το φουστάνι και όλα. Έτσι σήμερα πρωί πρωί πήρε και τους μεγάλους  με το φορτηγάκι ,για να μην πηγαίνουν με το ΚΤΕΛ στο σχολείο, και τράβηξαν για την πόλη να πάρουν και το πλυντήριο. Και θα μου πεις τέλος καλό όλα καλά, αλλά έλα μου που με όλη την ιστορία βιβλίο δεν άνοιξα και την βλέπω τη δουλειά τιμωρία θα φάω σήμερα από το δάσκαλο που είμαι αδιάβαστη!"
"Πω πω βρε Βασούλα πολυβόλο είσαι όταν μιλάς! Πρώτον, μια χαρά. Όχι μόνο δεν σκότωσες τη θεία, χάρη της έκανες! Θα έχει και πλυντήριο επιτέλους. Δεύτερον, τι περηφάνιες και βλακείες είναι αυτές; Αν δεν ήταν τόσο περήφανη η ίδια θα ερχόταν να πλένει τόσο καιρό στο δικό μας πλυντήριο που η μάνα μου της το έχει πει τόσες φορές, αλλά εκείνη επιμένει πως σαν την σκάφη δεν καθαρίζει το πλυντήριο! Και τρίτον, δικαιολογίες Βασούλα είναι όλα αυτά που δεν διάβασες τα μαθήματα σου, γιατί μπορούσες άνετα να διαβάσεις αφού λύθηκε το πρόβλημα!"
"Ε δεν μπορούσα ήμουν ενθουσιασμένη με το καινούριο πλυντήριο. Μην με μαλώνεις και εσύ..."
"Δεν σε μαλώνω, αλλά τα έχουμε ξαναπεί! Πρέπει να διαβάζεις... αν δεν διαβάζεις πως θα περάσουμε στο Πανεπιστήμιο να πάμε μαζί να μείνουμε στην Αθήνα;"
"Ε έχουμε καιρό μέχρι τότε ακόμα! Τρίτη δημοτικού πάω ρε Ελπίδα... "
"Εσύ τρίτη εγώ έκτη. Το ξέρεις ότι από του χρόνου και για τρία χρόνια εγώ θα πηγαίνω στο γυμνάσιο στην πόλη με το ΚΤΕΛ και εσύ θα πρέπει να είσαι μόνη σου εδώ; Τελοσπάντων, φέρε τώρα στα γρήγορα τα τετράδια να λύσουμε τις ασκήσεις να μην σε τιμωρήσει ο δάσκαλος ,αλλά κακομοίρα μου τελευταία φορά! Να στρώνεσαι να διαβάζεις" είπε η Ελπίδα με δασκαλίστικο ύφος και η Βασούλα  έβγαλε χαρούμενη τα τετράδια της και τα έδωσε στην ξαδέλφη της. 
"Σε ζηλεύω να ξέρεις Ελπίδα. Εσύ τα πας τόσο καλά με το διάβασμα..."
"Να μην με ζηλεύεις καθόλου, δεν κάνω κάτι που δεν μπορείς να κάνεις και εσύ. Λίγο αν συγκεντρωνόσουν μια χαρά θα τα κατάφερνες..."
"Μπα ..εγώ δεν μπορώ να συγκεντρωθώ. Εμένα το μυαλό μου είναι πως να βγω να παίξω.."
"Μπορείς και παραμπορείς. Και αυτή τη στιγμή όχι μόνο δεν συγκεντρώνεσαι, αλλά δεν αφήνεις και εμένα να συγκεντρωθώ για να σου λύσω τις ασκήσεις! Γράφε τώρα ότι σου λέω για να προλάβουμε πριν χτυπήσει το κουδούνι και θα τα ξαναπούμε το μεσημέρι.."

Κάτω από τον ευκάλυπτο στην πλατεία του χωρίου γράψανε βιαστικά βιαστικά τα μαθήματα της Βασούλας. Και πάνω στον χτύπημα του κουδουνιού οι δύο ξαδέλφες έμπαιναν λαχανιασμένες μέσα στο προαύλιο του σχολείου. Η Βασούλα γλίτωσε την τιμωρία από το δάσκαλο και ένοιωσε ευγνωμοσύνη για την αγαπημένη της ξαδέλφη που για ακόμα μια φορά την είχε σώσει. Στο γυρισμό για το σπίτι άκουσε για χιλιοστή φορά την κατήχηση της Ελπίδας για το ότι πρέπει να γίνει πιο μελετηρή, για το μεγάλο όνειρο της Ελπίδας να πάνε στην Αθήνα να σπουδάσουν και να μένουν οι δύο τους μόνες τους στην μεγάλη πόλη με τα θέατρα και τα τεράστια βιβλιοπωλεία.  Και επειδή ακόμα ένοιωθε ευγνωμοσύνη, αυτή τη φορά δεν διαμαρτυρήθηκε καθόλου για τα σχέδια της εξαδέλφης της και δεν χασμουρήθηκε ούτε μια φορά! Μόνο ένευε συγκαταβατικά σε ότι της έλεγε και από μέσα της υποσχόταν να προσπαθήσει να διαβάζει περισσότερο. Γιατί μπορεί τα όνειρα της Βασούλας να μην περιλάμβαναν βιβλία και σπουδές, αλλά περιλάμβαναν σίγουρα την Ελπίδα. Και αν η Ελπίδα πίστευε πως οι σπουδές ήταν αυτό που χρειαζόντουσαν, σίγουρα θα είχε δίκιο. Γιατί η Ελπίδα πάντα είχε δίκιο....

για να ακούσετε το κεφάλαιο πατήστε εδώ