Τετάρτη 18 Απριλίου 2018

ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ : κεφάλαιο έβδομο


-Μου έχετε δέσει και οι δύο τα χέρια. Δεν βρίσκω άλλη λύση...
-Αν τολμήσεις και το κάνεις, ξέχασε με! Τη μάνα σου; Τη μάνα σου ρε; Πως θα κοιμάσαι τα βράδια; Φύγε Γιώργο! Σήκω φύγε και άσε μας. Θα βρούμε οι δυο μας τον τρόπο, όπως κάνουμε πάντα. Αλλά μαζί! Αυτή είναι η δύναμη μας! Το μαζί!
-Σε παρακαλώ, σκέψου λογικά. Ούτε και εμένα με ευχαριστεί αυτό... Για λίγους μήνες θα είναι. Στο υπόσχομαι. Αρχές Ιουλίου το πολύ θα έχω επιστρέψει στην Ελλάδα. Λίγο χρόνο θέλω το κερατό μου!
-Ηλίθιε αν την χώσεις εκεί μέσα δεν θα ζήσει ούτε αυτή, ούτε εγώ μέχρι τον Ιούλιο! Άσε μας να πεθάνουμε τουλάχιστον παρέα!
-Συγνώμη που διακόπτω, είπε δειλά η Έρη κάνοντας την παρουσία της μέσα στο σπίτι αισθητή. Απορροφημένοι από τον καβγά τους, δεν είχαν ακούσει την πόρτα να ανοίγει. Και εκείνη ένιωθε ήδη πολύ άβολα με όσα είχε ακούσει.
-Ήρθα να σας αφήσω τα κλειδιά του σπιτιού, συνέχισε απολογητικά και βιαστικά γύρισε την πλάτη της, έτοιμη να φύγει.
-Στάσου!, ακούστηκε η αυστηρή φωνή του κυρίου Μενέλαου και η Έρη ένιωσε τα πόδια της να καρφώνονται στο πάτωμα.
-Έρη θέλω να σου μιλήσω. Γιώργη μπορείς να μας αφήσεις λίγο μόνους; ρώτησε χωρίς να αφήνει περιθώρια στο γιο του να μην σεβαστεί την επιθυμία του.
-Πάω στο νοσοκομείο στη μαμά. Δεν θα αργήσω, είπε ο Γιώργος και αγνοώντας την Έρη βγήκε από το δωμάτιο.
-Πως είναι η κυρία Ερασμία; ρώτησε η Έρη μόλις έμειναν οι δυο τους.
-Συνέρχεται και ανυπομονεί να γυρίσει σπίτι. Αύριο θα της δώσουν εξιτήριο.
-Χαίρομαι. Κύριε Μενέλαε δεν θέλω να σας ενοχλήσω, απλά να πάρω κάποια πράγματά μου, να σας αφήσω τα κλειδιά και έφυγα, είπε τρομοκρατημένη.
-Έρη θέλω να σε προσλάβω. Εγώ, όχι ο γιος μου. Βασικά η Ερασμία θέλει να σε προσλάβει. Θέλουμε για τους επόμενους μήνες να έρθεις να μείνεις μαζί μας. Το ξέρω πως είμαι γέρος και στραβόξυλο. Το ξέρω πως σου κάνω τη ζωή σου δύσκολη. Δεν το κάνω από καπρίτσιο. Θα γεράσεις και θα καταλάβεις. Μακάρι να μπορούσα να βοηθήσω εγώ τη γυναίκα μου, είμαι άχρηστος όμως. Μην νομίζεις πως δεν καταλαβαίνω πως μόνοι μας δεν θα τα καταφέρουμε. Η Ερασμία, χθες που με πήγε ο Γιώργος να τη δω, μου το ζήτησε. Μου είπε πως πολλά έχουμε κάνει, αλλά μας αξίζει να πεθάνουμε μαζί. "Ζήτα από την Έρη βοήθεια. Ρίξε τον εγωισμό σου και τους φόβους σου και ζήτησε της βοήθεια. Θα στη δώσει." Δεν ξέρω γιατί, αλλά πιστεύει πως θα δεχτείς. Και η Ερασμία σπάνια κάνει λάθος. Λοιπόν;
-Θα το κάνω κύριε Μενέλαε. Ούτε και εγώ ξέρω γιατί θα το κάνω, αλλά θα το κάνω, είπε η Έρη χωρίς να το σκεφτεί καθόλου και το γέρικο πρόσωπο του έδειξε να ανακουφίζεται.
-Ο Γιώργος δεν φταίει. Εμείς τον σπρώξαμε να δεχτεί τη δουλειά στη Μαδρίτη. Η μάνα του επέμενε να πάει. Ξέρω πως δεν γνωρίζεις τίποτα για εμάς και αυτό δεν θα αλλάξει, αλλά αν ήξερες, θα καταλάβαινες. Δεν είμαστε όμως κακοί άνθρωποι Έρη, οι κακές πράξεις δεν κρύβουν πάντα πίσω τους κακούς ανθρώπους. Να το θυμάσαι αυτό, αποκρίθηκε διφορούμενα και άρχισε να σπρώχνει το καροτσάκι του προς την πόρτα δείχνοντας πως η κουβέντα τους είχε λάβει τέλος.
-Μέχρι το τέλος της εβδομάδας θα μείνει ο Γιώργος Ελλάδα. Σε αυτό το χρονικό διάστημα μπορείς να μετακομίσεις εδώ. Η Ερασμία ήταν τόσο σίγουρη πως θα έλεγες ναι, που ζήτησε από την Άννα να φρεσκάρει τον ξενώνα. Το οικονομικό δεν είναι θέμα. Στο ξαναλέω εγώ θα πληρώσω την αμοιβή σου και το ενοίκιο του σπιτιού σου για όσο χρονικό διάστημα μένεις εδώ. Εγώ είμαι ο εργοδότης σου πλέον, είπε λες και διάβαζε τη σκέψη της Έρης πως δεν θα ήθελε να έχει άλλα πάρε δώσε με το γιο τους.
-Μέσα στην εβδομάδα θα φέρω τα πράγματα μου, επιβεβαίωσε η Έρη και κρατώντας στο χέρι τα κλειδιά του σπιτιού βγήκε στον ανοιξιάτικο ήλιο.

.........................................................................................................


Λονδίνο 1966

Κρατώντας σφιχτά το τηλεγράφημα στο δεξί χέρι του, στάθηκε δίπλα στον Τάμεση κοιτώντας τα βρώμικα νερά θολωμένος.
-Τι έπαθες ρε Μάρκο και κοκάλωσες, ακούστηκε μια φωνή πίσω του και γύρισε σαστισμένος.
-Εγώ είμαι ρε φίλε. Έγινε κάτι; Είμαστε απέναντι με τα παιδιά και πίνουμε μπύρες. Σε είδα από το παράθυρο να περπατάς σαν χαμένος και ήρθα να ελέγξω αν είσαι καλά, συνέχισε ο Μενέλαος κοιτώντας με ανησυχία τον φίλο του.
-Παντρεύεται Μενέλαε. Να, διάβασε. Παντρεύεται το χούφταλο... Σε δυο εβδομάδες πρέπει να είμαι στην Αλεξάνδρεια να παρευρεθώ λέει στον γάμο.
-Καλά ρε, πόσο είναι που θέλει και γάμους;
-Πενήντα εφτά. Τι θα κάνω; Τώρα που πήραμε πτυχίο δεν έχω δικαιολογίες. Θα κόψει τα εμβάσματα που στέλνει αν δεν πάω...
-Ε, θα πας! Βασικά δεν θα πας. Θα πάμε μαζί. Θα πάμε να παντρέψουμε το ζώο τον πατέρα σου και μετά θα γυρίσουμε Ελλάδα όπως προγραμματίζαμε να ανοίξουμε το γραφείο μας. Τέτοιες στιγμές να ξέρεις χαίρομαι που είμαι ορφανός, είπε ο Μενέλαος και εγκάρδια έπιασε τον Μάρκο από τον ώμο.

Εφτά χρόνια τώρα ο Μάρκος και ο Μενέλαος είχαν γίνει αχώριστοι. Αρχικά τους είχε ενώσει η κοινή τους γλώσσα. Λίγοι οι Έλληνες φοιτητές στο Λονδίνο. Με τον καιρό διαπίστωσαν πως τα κοινά τους ξεπερνούσαν την ελληνική καταγωγή. Ο Μενέλαος ορφανός, μεγαλωμένος σε ορφανοτροφείο της εκκλησίας, είχε περάσει δεινά παιδικά χρόνια. Άριστος όμως μαθητής είχε καταφέρει να διαπρέψει. Στα δεκαοχτώ έτσι όταν ο αρχιεπίσκοπος είχε επιλέξει κάποια από τα ορφανά για σπουδές στο εξωτερικό, ο Μενέλαος ήταν ανάμεσα σε αυτά. Με την ευγενική έτσι χορηγία της εκκλησίας έφτασε στο βροχερό Λονδίνο. Ο Μάρκος πάλι μπορεί να είχε χάσει μόνο τη μητέρα του στην εφηβεία, αλλά και αυτός δεν είχε περάσει καλύτερα παιδικά χρόνια. Ο πατέρας του, ένας άνθρωπος με έντονα σαδιστικό χαρακτήρα, είχε φροντίσει να βασανίσει και τους δύο αρκετά. Σύμφωνα με τον Μάρκο, η μάνα του πεθαίνοντας είχε ηρεμήσει επιτέλους από όλα όσα είχε τραβήξει. Ο δε ίδιος μόλις ενηλικιώθηκε ψάχτηκε να φύγει όσο πιο μακριά μπορούσε από την Αλεξάνδρεια που είχε μεγαλώσει. Με τη βοήθεια του νονού του, είχε καταφέρει να πείσει τον πατέρα του, να τον στείλει για σπουδές στο Λονδίνο. Έτσι διασταυρώθηκαν οι ζωές τους και δέθηκαν για πάντα. Με κοινή αγάπη τους το γραμμικό σχέδιο, έκαναν όνειρα να ανοίξουν ένα γραφείο στην Αθήνα. Παρέα θα άφηναν πίσω όλα όσα τους στοίχειωναν. Τουλάχιστον έτσι νόμιζαν... 

για τη συνέχεια πατήστε εδώ             

Τρίτη 17 Απριλίου 2018

ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ : κεφάλαιο έκτο

Αν δεν σκεφτόταν τη δύσκολη θέση στην οποία βρισκόταν, στην καλύτερη θα του είχε χώσει μια μπουνιά μέσα στη μούρη. Παίρνοντας βαθιές ανάσες προσπάθησε να διώξει τον θυμό της και αναζήτησε στην τσάντα της το πακέτο με τα τσιγάρα. Μια αφίσα στον τοίχο απέναντι της, έδινε πληροφορίες για ένα συνέδριο πνευμονολογίας σε γνωστό ξενοδοχείο των Αθηνών. Ακόμα και οι αφίσες τη χλεύαζαν απόψε, σκέφτηκε και γυρνώντας την πλάτη της στον τοίχο επιδεικτικά, άναψε το τσιγάρο που κρατούσε χαζεύοντας τον νυχτερινό ουρανό.

Τρία απανωτά φτερνίσματα της θύμισαν απότομα το δράμα της εποχικής αλλεργίας που την ταλαιπωρούσε. Μια ανθισμένη πασχαλιά, λίγο παραδίπλα, μάλλον ήθελε και αυτή μερίδιο στη σημερινή τραγωδία. Κουρασμένη αποφάσισε πως δεν είχε νόημα πλέον να μένει εκεί. Η κυρία Άννα είχε φύγει από ώρα. Πιο εξοικειωμένη προφανώς στον υδραργυρικό χαρακτήρα του αφεντικού τους, μόλις εκείνος είχε εμφανιστεί και είχε απαιτήσει να φύγουν από το νοσοκομείο, χωρίς διαμαρτυρίες είχε καληνυχτίσει την Έρη και είχε φύγει. Μάλλον είχε έρθει η ώρα να κάνει και εκείνη το ίδιο. Άλλωστε καμία ενημέρωση δεν θα έφτανε στην ίδια. Εκείνη δεν ήταν συγγενής. Εκείνη ήταν απλά μια υπάλληλος.

-Ακόμα εδώ είσαι; τον άκουσε να λέει και της έπεσε από την τρομάρα το τσιγάρο.
-Τώρα φεύγω, απολογήθηκε εκείνη λες και είχε κάνει κάποιο έγκλημα.
-Καλά είναι και οι δύο. Όσο καλά μπορούν να είναι. Αύριο εκείνος θα μπορεί να επιστρέψει σπίτι. Τα αέρια στο αίμα του δείχνουν πως επανέρχεται. Απλά είναι πολύ ανήσυχος και έχει σπάσει τα νεύρα στις νοσοκόμες. Τώρα του κάνανε μια ηρεμιστική για να κοιμηθεί, την ενημέρωσε εκπλήσσοντας την.
-Και εκείνη; ρώτησε διστακτικά
-Εκείνη... Εκείνη έχει εφτά ράμματα στο σύνολο. Η νάρκωση που της έριξαν στο σπίτι θα πάρει ώρες να ξεθυμάνει. Ο γιατρός είναι κάθετος πως πρέπει να σκεφτώ σοβαρά να την βάλω σε ειδικό κέντρο. Αν άρχισε να γίνεται επικίνδυνη για τον εαυτό της, χρειάζεται εικοσιτετράωρη επίβλεψη, είπε και το πρόσωπο του συννέφιασε.
-Λυπάμαι... Ειλικρινά λυπάμαι... Οι γονείς σας είναι εξαιρετικοί άνθρωποι, αποκρίθηκε η Έρη με ειλικρίνεια και έκλεισε το μπουφάν της έτοιμη να φύγει.
-Νομίζω πως μόνο ο πληθυντικός μας έλειπε. Έχεις χρόνο να πιούμε έναν γρήγορο καφέ στο κυλικείο; Το ξέρω πως σήμερα έκανες υπερωρία. Θα στην πληρώσω. Θέλω να σε ρωτήσω κάποια πράγματα, μπας και βγάλω άκρη, πρότεινε φιλικά κάνοντας την να τον κοιτάξει με δυσπιστία.
-Δεν θέλω λεφτά, δήλωσε και άρχισε να προχωράει προς το κυλικείο του νοσοκομείου αφήνοντας τον να την ακολουθεί από πίσω.

Δύο άθλιοι καφέδες πάνω σε ένα λερωμένο με ψίχουλα ξεχαρβαλωμένο τραπεζάκι. Το τέλειο σκηνικό για δύο ανθρώπους που δεν ήταν σε καλύτερη κατάσταση. Εκείνος με ένα τσαλακωμένο πουκάμισο και εκείνη με μια πυτζάμα λερωμένη με αίμα και ένα ζευγάρι αθλητικά.

-Σε συμπαθεί, είπε εκείνος σπάζοντας τη σιωπή
-Ποιος;
-Η μάνα μου. Είσαι η μόνη που πέρασες από εκεί μέσα που συμπάθησε. Ναι το ξέρω πως δεν το δείχνει. Αλλά σε συμπαθεί. Αυτός πάλι και μόνο που σε ανέχεται να περνάς τόσες ώρες μέσα στα πόδια τους είναι καλό δείγμα. Σε λίγο καιρό και αυτός θα σε συμπαθήσει και ας γαβγίζει. Άλλωστε εκείνη χαράζει πορεία. Πάντα εκείνη χάραζε τον δρόμο και αυτός ακολουθούσε. Αφού έκανες την Ερασμία δικιά σου την κέρδισες την παρτίδα.
-Γιατί μου τα λες όλα αυτά; Νόμιζα πως δεν έχει σημασία να δεθώ με εκείνους. Νόμιζα πως όσο πιο αμέτοχη είμαι, τόσο καλύτερα. Αυτό προσπαθείτε με κάθε τρόπο πέντε μήνες τώρα να μου δείξετε και οι τρεις σας.
-Ναι, έχεις δίκιο. Εριφύλη μπορείς να μου περιγράψεις τι έγινε αφότου κλείσαμε το τηλέφωνο;
-Ότι μου είπες έκανα...
-Ναι, καταλαβαίνω πως δεν βγάζεις άκρη γιατί σε ρωτάω, αλλά έχω τους λόγους μου. Μπορείς λοιπόν να μου πεις;
-Ανέβηκα στη σοφίτα. Έψαξα το μπαούλο. Το βρήκα και το άνοιξα. Το λευκό φόρεμα ήταν πάνω, πάνω. Το πήρα και έτρεξα πίσω στο μπάνιο. Αθόρυβα το ακούμπησα μπροστά της. Πράγματι μόλις το είδε το μαχαίρι έπεσε από το δεξί της χέρι και το άρπαξα. Σαν να βγήκε από τη νιρβάνα της, όχι όμως εντελώς. Μόλις το έπιασε άρχισε να ουρλιάζει και αφού σκούπισε με το φόρεμα τα αίματα από το πάτωμα κλαίγοντας άρχισε να το σκίζει με τα χέρια της. "Εσύ φταίς!" έλεγε ξανά και ξανά , αλλά δεν κατάλαβα αν το έλεγε σε εμένα ή στο φόρεμα. Ύστερα χτύπησε το κουδούνι και πήγα να ανοίξω. Από εκεί και μετά ανέλαβε το ΕΚΑΒ.
-Μάλιστα... Χρειάζομαι βοήθεια Εριφύλη. Αν τους χωρίσω θα πεθάνουν. Είμαι βέβαιος γι αυτό. Ο πατέρας μου αν του πω πως θα κλείσω τη μάνα μου σε κέντρο στην καλύτερη θα με σκοτώσει πριν πεθάνει και δεν υπερβάλλω. Αυτό που έγινε το περίμενα. Ήταν θέμα χρόνου να συμβεί. Προσπαθώ να κλείσω τις δουλειές μου στην Μαδρίτη μήνες τώρα. Δεν είναι όμως τόσο εύκολο. Χώρια που η γυναίκα μου και τα παιδιά μου δεν θέλουν με τίποτα να επιστρέψουμε στην Ελλάδα. Η ζωή μας είναι πλέον εκεί. Να τους πάρω μαζί μου, το πρότεινα. Η Ερασμία όμως δεν θέλει. Και όταν η Ερασμία δεν θέλει κάτι, ο Μενέλαος συμφωνεί. Είμαι σε αδιέξοδο. Δεν θα μασήσω τα λόγια μου. Σου προτείνω λοιπόν ευθέως και χωρίς περιστροφές να μείνεις μαζί τους μέχρι το καλοκαίρι που ελπίζω να έχω βγάλει άκρη. Όρισε μόνη σου το ποσό που θες και εγώ θα το πιστώσω αύριο το πρωί στον λογαριασμό σου. Έχει μεγάλη σημασία στη δύσκολη αυτή φάση τους να είναι με κάποιον που εμπιστεύονται. Λοιπόν τι λες;
-Λέω χωρίς περιστροφές και ευθέως πως είσαι γαϊδούρι. Δεν χρειάζονται εμένα. Εσένα χρειάζονται! Δεν θέλω τα λεφτά σου. Αν θα το κάνω, θα το κάνω για εκείνους και όχι για σένα. Δοκίμασε να χρησιμοποιείς συχνότερα το "παρακαλώ" και κάτσε λίγο και σκέψου πως αυτά είναι δανεικά. Δεν ξέρω πως σκατά ιεραρχείς τις προτεραιότητες σου και ούτε με αφορά να μάθω, εγώ ξέρω πως θα τους χάσεις. Κάποια στιγμή θα τους χάσεις και τότε θα είναι αργά να αλλάξεις όσα έχεις κάνει! Έχεις βιώσει ηλίθιε απώλεια;
-Ώπα! Δεν σε προσέλαβα για να με κρίνεις! Στα αρχίδια μου η γνώμη που έχεις για μένα. Μην δώσεις θάρρος σε άνθρωπο ότι τον χρειάζεσαι, αμέσως να το εκμεταλλευτεί! Δεν θα ανεχτώ από εσένα υποδείξεις για θέματα τόσο προσωπικά. Ένα ναι ή ένα όχι είναι αρκετό.
-Τι να σου πω... Ό,τι και να πω... Πάω σπίτι μου να κοιμηθώ γιατί όση ώρα εσύ πετούσες στην πρώτη σου θέση αναπαυτικά, εγώ μια άγνωστη, έπρεπε να βλέπω τη γυναίκα που σε έφερε στον κόσμο να κόβει μόνη της τις σάρκες της. Και δεν είχες καν την ευγένεια όταν εμφανίστηκες να πεις από κοντά ένα ευχαριστώ παρά μας έδιωξες και εμένα και την Άννα, λες και είχαμε έρθει εδώ για να διασκεδάσουμε με το δράμα σου! Καληνύχτα και καλή τύχη! Μακάρι να συνέλθει η Ερασμία και να σου δώσει όσες σφαλιάρες δεν έφαγες ως παιδί, μπας και ταρακουνηθείς! είπε η Έρη και νευριασμένη βγήκε από το κυλικείο τρέμοντας.              

Αυτή τη φορά, ίσως η κούραση, ίσως η αλλεργία, ίσως τα βαμμένα με αίμα κομμάτια λευκής δαντέλας στο πάτωμα του μπάνιου, την είχαν κάνει να ξεστομίσει όλες τις κατάλληλες ατάκες στη σωστή χρονική στιγμή. Και ήταν τόσο καθαρτικό το συναίσθημα που ένιωθε, που βάζοντας μπροστά το παλιό αμάξι της, υποσχέθηκε στον εαυτό της στο μέλλον να το κάνει πάντα.

για τη συνέχεια πατήστε εδώ

Δευτέρα 16 Απριλίου 2018

ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ: κεφάλαιο πέμπτο


Αν σε κάτι είχε δει βελτίωση η Έρη στους πέντε μήνες, αυτό ήταν στις μαγειρικές ικανότητες της. Ούτε και η ίδια πίστευε, πως σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, είχε μάθει τόσα πράγματα. Στα λίγα χρόνια της έγγαμης ζωής της, το τηγανητό αυγό και τα νερόβραστα μακαρόνια είχαν πάει σύννεφο. Εκείνη άλλωστε ουδέποτε είχε πιστέψει πως ο έρωτας περνούσε από το στομάχι. Ο έρωτας περνούσε από το κρεβάτι. Αυτό ήταν ο ακρογωνιαίος λίθος της σχέσης της με τον "πρώην άντρα της". "Πρώην άντρας της"... Πόσο απρόσωπος ακουγόταν αυτός ο χαρακτηρισμός για έναν άνθρωπο που τόσο είχε αγαπήσει. Ίσως αν του μαγείρευε μελωμένες κοτόσουπες και μαλακά γιουβαρλάκια να μην τα είχαν κάνει τόσο "σαλάτα". Ίσως αν είχαν θρέψει με υγιεινό τρόπο τα θεμέλια της σχέσης τους να μην είχαν καταρρεύσει αυτά τόσο απότομα και επώδυνα στην πρώτη αναποδιά.

Τέτοια σκεφτόταν όσο τύλιγε τους λαχανοντολμάδες για την επόμενη μέρα, όταν η κυρία Ερασμία  μπήκε στην κουζίνα.

-Θα τους πληρώσουμε ακριβά αυτούς τους ντολμάδες κόρη μου.
-Εγώ σας το είπα πως είναι βαρύ φαγητό, αλλά επιμένατε. Μου είπε και η κυρία Άννα να σας υπακούσω και το έκανα.
-Δεν σε μαλώνω. Απλά μια διαπίστωση κάνω, Έρη. Από που βγαίνει το Έρη;
-Από το Εριφύλη.
-Περίεργο όνομα... Εριφύλη...Ερασμία..Ερωτήσεις...Έρωτας... Έρινύες..., μονολόγησε και ξαναβγήκε από την κουζίνα αφήνοντας την Έρη να αναρωτιέται αν οι ασυναρτησίες που μόλις είχε ξεστομίσει προμήνυαν μια καινούργια κρίση.

Μέχρι και το απόγευμα όμως, που τους είχε καληνυχτίσει, όλα έμοιαζαν να πηγαίνουν μια χαρά. Μ' ένα τάπερ ανάλατους, αλάδωτους, σχεδόν νερόβραστους λαχανοντολμάδες, που η κυρία Ερασμία είχε επιμείνει να πάρει μαζί της, γύρισε σπίτι της έτοιμη να περάσει ένα σαββατόβραδο και μια Κυριακή βυθισμένη στη σπαρίλα. Συνήθως στο εβδομαδιαίο ρεπό της αναλωνόταν με δουλειές του σπιτιού και κανένα κινηματογράφο με φίλες. Αυτή την Κυριακή όμως σκόπευε να την περάσει κάτω από το σκέπασμα της, συντροφιά με τους λαχανοντολμάδες που με καμάρι είχε φτιάξει. Η αλλεργική ρινίτιδα που την είχε πιάσει αμέσως μόλις είχε φύγει από το σπίτι δεν έδινε και περιθώρια για κάτι άλλο. Χαπακωμένη με αντισταμινικά που της έφερναν ανυπόφορη υπνηλία και με ένα χαρτομάντιλο στο χέρι αποκοιμήθηκε ξεχνώντας την τηλεόραση ανοιχτή. Και όταν ώρες μετά, σαν μέσα από όνειρο, το κινητό της επέμενε να χτυπάει παρατεταμένα, άγνωστο για πόση ώρα, έτριψε τα μάτια της και διαπίστωσε πως κοιμόταν για σχεδόν δεκαπέντε ώρες.

-Ναι, είπε και ανακάθισε ζαλισμένη στο κρεβάτι τρίβοντας το πρησμένο από τον ύπνο πρόσωπό της πιστεύοντας πως μάλλον η μάνα της θα ήταν στο τηλέφωνο.
-Για το Θεό! Επιτέλους το σήκωσες! Αυτό που όταν σας χρειάζομαι, δεν βρίσκω ούτε την μια, ούτε την άλλη!
-Ποιος είναι;
-Ο Γιώργος είμαι!!!
-Ποιος Γιώργος;
-Σε παρακαλώ, συγκεντρώσου! Πες μου τι ώρα έφυγες χθες από το σπίτι; Προσπαθώ από το πρωί να επικοινωνήσω μαζί τους. Δεν σηκώνουν το τηλέφωνο και έχω τρελαθεί. Κάθε Κυριακή πρωί μιλάμε και συνήθως η μάνα μου το σηκώνει πριν προλάβει να χτυπήσει καν, λες και κάθεται από πάνω. Έχω πάρει πάνω από δέκα φορές και δεν το σηκώνουν! Ήταν καλά όταν έφυγες;
-Ναι... Ναι μια χαρά ήταν. Ίσως να είναι έξω στον κήπο, έχει πολύ καλό καιρό εδώ στην Ελλάδα. Ίσως να μην το ακούνε.
-Αποκλείεται. Δεν βρίσκω και την Άννα που μένει κοντά να πεταχτεί. Άκουσε με, πάρε ένα ταξί και πήγαινε από εκεί. Μόλις φτάσεις πάρε με τηλέφωνο στο νούμερο που σε έχω πάρει. Κατάλαβες;
-Έχω αμάξι...
-Εριφύλη δεν με ενδιαφέρει πως θα πας, το μόνο που με νοιάζει αυτή τη στιγμή είναι να πας όσο πιο γρήγορα γίνεται! Κάτι έχει συμβεί είμαι σίγουρος. Ο πατέρας μου σήμερα έχει τα γενέθλια του. Εγώ κοιτάζω ήδη να βρω θέση στην επόμενη πτήση. Πες μου σε παρακαλώ πως θα φύγεις τώρα αμέσως!
-Ναι, ντύνομαι και φεύγω.
-Τηλέφωνο Εριφύλη! Αμέσως μόλις φτάσεις, ότι και αν βρεις εκεί, τηλέφωνο!
-Ναι μην φωνάζεις! Φεύγω, είπε και τερμάτισε την κλήση.

Με τις πυτζάμες είχε φύγει η Έρη από το σπίτι της τρομοκρατημένη. Ο Γιώργος είχε καταφέρει να την πανικοβάλει με τον τόνο της φωνής του. Η βεβαιότητα του πως κάτι είχε συμβεί την έκανε να βάζει με το νου της τα χειρότερα. Μπερδεύοντας συμπλέκτη με φρένο από την ταραχή και καταφέρνοντας να σβήσει το αμάξι τόσες φορές, όσες δεν είχε σβήσει ούτε τότε που μάθαινε οδήγηση, έφτασε επιτέλους στη μονοκατοικία που απέξω έμοιαζε όπως την είχε αφήσει την προηγούμενη μέρα. Τρέμοντας ξεκλείδωσε την πόρτα και το πρώτο που είδε ήταν σταγόνες από αίμα πάνω στο γυαλισμένο παρκέ, ενώ κάτι σαν βρυχηθμός ακουγόταν από την ανοιχτή πόρτα του σαλονιού. Αγνοώντας το αίμα, έτρεξε μέσα και εκεί είδε τον κύριο Μενέλαο ξαπλωμένο στο πάτωμα να βαριανασαίνει. Το χρώμα του έμοιαζε σχεδόν μπλε. Πανικόβλητη έτρεξε στο υπνοδωμάτιο τους και πήρε την μπουκάλα με το οξυγόνο. Με χέρια που έτρεμαν και δεν συνεργαζόντουσαν, ξετύλιξε τα σωληνάκια και αποφασιστικά έβαλε την μάσκα στο στόμα του ενώ με το άλλο χέρι ρύθμισε τη στρόφιγγα της μπουκάλας.

Χωρίς να σκέφτεται σήκωσε το ακουστικό του τηλεφώνου από το τραπεζάκι δίπλα της και κάλεσε το ΕΚΑΒ. Μέσα στην σαστιμάρα της δυσκολευόταν να θυμηθεί ακόμα και τη διεύθυνση. Ευτυχώς η κοπέλα στην άλλη άκρη της γραμμής, μάλλον εξοικειωμένη σε τέτοιες καταστάσεις, της πρότεινε ευγενικά να πάρει βαθιές ανάσες. Ακολουθώντας τη συμβουλή της κατάφερε να δώσει τα στοιχεία και αφού τη διαβεβαίωσαν πως το συντομότερο, θα έφταναν, έκλεισε το ακουστικό. Το χρώμα του κυρίου Μενέλαου έμοιαζε να επανέρχεται και τα μάτια του άρχιζαν να τρεμοπαίζουν. Κάτι προσπαθούσε να της πει, αλλά η μάσκα έπνιγε την αδύναμη φωνή του. Έσκυψε κοντά στο στόμα του για να ακούσει, αλλά μάταια. Ανασήκωσε λίγο τη μάσκα και τότε κατάλαβε τι έλεγε.

"Την... Ερ... την...Ερασμία.... Βρες..." έλεγε με αγωνία και η Έρη θυμήθηκε το αίμα στο παρκέ.

Βιαστικά σηκώθηκε και αφού σκέπασε με μια κουβέρτα το σώμα του κυρίου Μενέλαου, άρχισε να αναζητά την κυρία Ερασμία. Το κινητό στην τσάντα της χτυπούσε σαν δαιμονισμένο, αλλά εκείνη δεν είχε χρόνο για χάσιμο. Ακολουθώντας τις σταγόνες από αίμα δεν άργησε να την βρει μέσα στο μπάνιο.  

Μια μικρή κραυγή βγήκε από το στόμα της μόλις αντίκρισε το θέαμα. Αλλά ούτε η κραυγή, ούτε ο ήχος του τηλεφώνου μέσα από τη τσάντα φάνηκε να τραβάνε τη προσοχή της κυρίας Ερασμίας. Μηχανικά έβγαλε το τηλέφωνο και απάντησε στην κλήση ενώ δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια της.

-Γαμώ το κέρατο μου, επιτέλους! Έφτασες;
-.......
-Μίλα, σε ικετεύω! Μίλα!!!!
-Αίμα...Παντού αίμα... Τόσο αίμα...
-Εριφύλη θα τρελαθώ! Πες μου τι βλέπεις! Απλά πες μου τι βλέπεις...
-Κρατάει ένα μαχαίρι... Ένα παλιό μαχαίρι.. Κρατάει ένα μαχαίρι και κάνει χαρακιές πάνω της. Τι να κάνω; Χριστέ μου, τι να κάνω;;;;
-Σταμάτα να κλαις! Δεν καταλαβαίνω τι μου λες!!!! Ποιος κρατάει μαχαίρι;
-Εκ..Εκείνη
-Μην προσπαθήσεις να της το πάρεις! Με ακούς!!!
-Ναι..
-Ο πατέρας μου που είναι;
-Στο σαλόνι. Στο πάτωμα. Κρίση δύσπνοιας...Έρχεται το ΕΚΑΒ
-Δεν το πιστεύω...Όχι ρε πούστη μου!!!! Άκου με προσεκτικά. Καλούν την πτήση μου. Σε πέντε ώρες το πολύ θα είμαι Ελλάδα. Σε παρακαλώ, σταμάτα να κλαις το φελέκι μου και άκου με!!!! Πες μου πως με ακούς!
-Ακούω...
-Ανέβα στη σοφίτα. Θα βρεις ένα μπαούλο πίσω, πίσω. Άνοιξε το! Μέσα εκεί θα βρεις ένα λευκό φόρεμα. Βγάλτο και φέρτο στη μητέρα μου. Βάλτο μπροστά της. Όσο πιο αθόρυβα μπορείς, βάλε το μπροστά της για να το δει, Μόλις το δει θα θελήσει να το πιάσει. Θα αφήσει το μαχαίρι. Μόλις πέσει το μαχαίρι πάρτο γρήγορα και απομακρύνσου. Μην φοβηθείς αν αρχίσει να ουρλιάζει και να κλαίει! Σημασία έχει να αφήσει το μαχαίρι! Να σταματήσει να πληγώνει τον εαυτό της! Τα υπόλοιπα θα τα αναλάβει το ΕΚΑΒ. Πες μου ότι θα κάνεις ότι σου λέω!
-Δεν.. Δεν μπορώ... Απαγορεύεται να ψάχνω τα πράγματά τους... Θα με απολύσει...
-Δεν θα σε απολύσω!!!! Σε παρακαλώ... Δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι άλλο...Είμαι απελπισμένος! Βοήθησε την... Βοήθησε την... είπε η φωνή στο ακουστικό με τέτοιο λυγμό που η Έρη σκούπισε τα δάκρυα της και άρχισε να προχωράει προς τη σοφίτα.
-Θα το κάνω!
-Σε ευχαριστώ.... Πρέπει να κλείσω. Δεν αργώ. Έρχομαι Εριφύλη. Μόλις τους μεταφέρουν στο νοσοκομείο, γράψε μου που σας πήγαν να έρθω κατευθείαν εκεί...
-Θα σου στείλω μήνυμα...
-Σε ευχαριστώ... Σε ευχαριστώ...μονολόγησε και τερμάτισε την κλήση.

για τη συνέχεια πατήστε εδώ