Πέμπτη 28 Ιουλίου 2016

Με μια σοκοφρέτα:Κεφάλαιο 7

Η Βασούλα εκείνο το καλοκαίρι έπεισε την Ελπίδα ακόμα μια φορά για όλα. Έτσι και διακοπές πήγε, και ψέμματα είπε, και τα όρια που έβαζε μόνη της στον εαυτό της ξεπέρασε ακούγοντας το σώμα της και αφήνοντας πίσω μια για πάντα την αθωότητα της. Και όταν στο γάμο της Μαρίας τον Σεπτέμβρη το είπε στην Βασούλα, εκείνη ενώ χαιρόταν απίστευτα για τη ξαδέλφη της, συνέχιζε να μην μπορεί ακόμα να καταλάβει πως κάτι που φαινόταν τόσο "επιθετικό" μπορούσε ταυτόχρονα να είναι τόσο γλυκό. Γιατί η Βασούλα όταν τις πετούσαν πέτρες δεν καθόταν να τις τρώει στο κεφάλι, έριχνε και εκείνη πίσω πέτρες. Και το να εισέρχεται με ένα σχεδόν βίαιο στα μάτια της τρόπο ένας ξένος στο σώμα της,  της φαινόταν το ίδιο με το να κάθεται να τρώει πέτρες στο κεφάλι. Δε πα να της εξηγούσε η Ελπίδα πως δεν είχε καμία σχέση. Δεν θα περνούσε όμως πολύς καιρός μέχρι να ανακαλύψει και η ίδια πως έκανε λάθος και να παραδεχτεί πως πράγματι, όχι απλά ίδιο δεν ήταν, αλλά εντελώς άλλο πράγμα.


Τα επόμενα δύο χρόνια πέρασαν σχεδόν όπως και ο πρώτος  χρόνος που ήταν χώρια οι δύο ξαδέλφες. Η Ελπίδα άνθιζε δίπλα στον Νίκο και πλέον ερχόταν στο χωριό μόνο Χριστούγεννα, Πάσχα και καλοκαίρι. Τα γράμματα σιγά σιγά τα έκοψαν εντελώς. Η κυρα Θοδώρα επιτέλους δέχτηκε να βάλουν τηλέφωνο σπίτι τους και έτσι πλέον αντάλλασσαν ένα τηλεφώνημα κάθε εβδομάδα που διαρκούσε τόσο πολύ που η κυρά Θοδώρα άφριζε από το κακό της και ο κυρ Γιάννης σαν πυροσβεστήρας για ακόμα μια φορά έσβηνε τον θυμό της.

Μέσα σε αυτά τα δύο τόσο βαρετά χρόνια της ζωής της Βασούλας όλων οι ζωές προχωρούσαν με την ταχύτητα του φωτός. Μόνο η δικιά της έμενε σταθερή και ολόιδια και αυτό ώρες ώρες την εκνεύριζε απίστευτα. Η Μαρία δεν άργησε να κάνει ένα μωράκι. Ένα στρουμπουλό και χαμογελαστό αγοράκι που ο Γιωργάκης δέχτηκε χωρίς πολύ πίεση να το βγάλουν Άγγελο. Γιατί η Μαρία είχε δίκιο, μπορεί να μην ήταν ο πιο έξυπνος, ο πιο όμορφος, ο πιο συμπαθητικός άντρας πάνω στον πλανήτη, ήταν όμως τόσο μα τόσο ερωτευμένος με την ήρεμη Μαρία που αν ήταν άλλη θα μπορούσε να τον είχε σήκω κάτσε, κάτσε σήκω.Ο Στέλιος συνέχιζε να δουλεύει στο συνεργείο αυτοκινήτων που είχε πάει όταν τελείωσε με τα χίλια ζόρια το σχολείο και στα χρόνια αυτά εξελίχθηκε σε ένα γοητευτικό νεαρό που δεν θύμιζε πλέον σε τίποτα τον δύστροπο Στέλιο που καθόταν αποχαυνωμένος μπροστά στην τηλεόραση. Κάθε βδομάδα και ένα καινούριο προξενιό ερχόταν στην κυρα Θοδώρα και εκείνη καμάρωνε που το "γατάκι" που όλοι θεωρούσαν ξεγραμμένο όταν γεννήθηκε είχε γίνει λεύκα που όλες οι κοπέλες του χωριού διψούσαν να ποτίσουν. Τι κι αν εκείνος τα απέρριπτε όλα και έβγαινε κάθε βδομάδα με άλλη. Μόνο η Γωγώ φαινόταν να μην ακολουθεί αυτόν τον φρενήρη ρυθμό των ορμονών. Στεκόταν άχαρη, με το υπερβολικό ύψος της να την κουράζει, σκυφτή στην ραπτομηχανή σχεδόν όλη μέρα και η κυρα Θοδώρα όλο και φλέρταρε με την ιδέα να κανονίσει ένα προξενιό για εκείνη όπως είχε κάνει και για την Μαρία. Έτσι όταν δύο μήνες πριν δώσει εξετάσεις η Βασούλα για το πανεπιστήμιο ένα βράδυ τους μάζεψε και τους ανακοίνωσε πως θέλει να αρραβωνιασθεί, όλοι έμειναν να την κοιτάζουν με το στόμα ανοιχτό. Ακόμα και ο μικρούλης Λευτέρης που με τα σκισμένα του γόνατα και το μυαλό του στην μπάλα και το παιχνίδι αδυνατούσε να καταλάβει τι είχε πιάσει όλα τα αδέλφια του και έτρεχαν να ζευγαρώσουν. Ναι η Γωγώ χωρίς να την πάρει κανένας χαμπάρι είχε μπλεχτεί και εκείνη στα δίχτυα του έρωτα και μάλιστα με κάποιον πολύ μεγαλύτερο της που ζούσε στην μεγάλη πόλη που πήγαινε εκείνη για να πάρει υφάσματα. Και την κυρα Θοδώρα δεν την ενοχλούσε η διαφορά ηλικίας, αυτό ήταν κάτι συνηθισμένο. Εκείνο που δεν μπορούσε να χωνέψει με τίποτα, ήταν ότι εκείνος ήταν χήρος με δύο παιδιά ήδη και πως η κόρη της θα γινόταν "δούλα" κάποιου φεύγοντας από το σπίτι και πηγαίνοντας να μείνει 53 ολόκληρα χιλιόμετρα μακριά.

Αυτό όμως που δεν ήξερε κανένας τους ήταν το πείσμα που έκρυβε αυτό το αδιάφορο ψηλό κορίτσι. Kαι αφού δεν κατάφεραν με κανένα τρόπο να της αλλάξουν γνώμη, με μισή καρδία δέχτηκαν και τον αρραβώνα και τον γαμπρό και ας μην τον ενέκριναν. Η Βασούλα όταν μετέφερε στην Ελπίδα τα νέα δεν μπόρεσε να μην αποδοκιμάσει για ακόμα μια φορά τις επιλογές που έκαναν τα αδέλφια της, ούτε και να κρύψει το άδικο που θεωρούσε πως γινόταν όσον αφορά τη φυλετική διάκριση. Γιατί για εκείνη ήταν άδικο που ο Στέλιος μπορούσε να γυρνάει σαν την μέλισσα δεξιά και αριστερά χωρίς κανένας να του λέει τίποτα, αλλά για τα κορίτσια της οικογένειας μόλις η καρδούλα τους σκιρτούσε αυτό αυτομάτως να σημαίνει και στεφάνι. Αν άφηναν τη Γωγώ ελεύθερη να ζήσει τον έρωτα της με τον χήρο, που ξέρεις, μπορεί σε δύο τρία χρόνια να ξεφούσκωνε το μπαλόνι και να μην χαράμιζε άδικα την ζωή της. Αυτό όμως ήταν αδιανόητο κάτω από τα περίεργα βλέμματα των συγχωριανών της. "Ελπίδα εγώ δεν μένω στο χωρίο ακόμα και στο πανεπιστήμιο να μην περάσω" δήλωσε τότε η Βασούλα γιατί ήξερε πως δεν θα αργούσε η ώρα να σκιρτήσει και η δική της καρδία και τότε αν έμενε στο χωρίο θα έπρεπε να δώσει μάχη με θεούς και δαίμονες για να κάνει τα πράγματα όπως εκείνη ήθελε. Και η μάχη δεν την πείραζε τόσο, αυτό που δεν ήθελε ήταν να στενοχωρήσει τον πατέρα της που τόση αδυναμία του είχε.

Σε εκείνο το τηλεφώνημα όμως η Ελπίδα μόνο τα νέα της Γωγώς δεν είχε όρεξη να ακούσει. Ο λόγος που είχε πάρει την Βασούλα άλλος ήταν. Ο Νίκος θα έφευγε από Σεπτέμβρη για μεταπτυχιακό στο εξωτερικό και εκείνη κόντευε να πεθάνει από την στεναχώρια και την απελπισία. Πως όμως να ζαλίσει τη Βασούλα με τέτοια ζητήματα λίγο πριν δώσει εξετάσεις; Επέλεξε έτσι τελευταία στιγμή να μην της πει τίποτα και απλά κατάπιε την λύπη της.

Και έδωσε η Βασούλα εξετάσεις και ας μην υπήρχε κάτι που να το αγαπάει τόσο πολύ ώστε να θέλει να το σπουδάσει όπως η Ελπίδα και η Μαρία. Για εκείνη η αγάπη της για την Ελπίδα ήταν η κινητήριος δύναμη για να βάλει τα δυνατά της. Και τα κατάφερε, γιατί αν και δεν το ήξερε ακόμα είχε τόση φλόγα μέσα της που και παγόβουνο μπορούσε να λιώσει. Φυσικά η μάνα της δεν σκόπευε να αφήσει την χαρά της επιτυχίας της να περάσει έτσι. Η ίδια σκηνή με αυτή που είχε παιχτεί τότε και στην Μαρία επαναλήφθηκε μόνο που αυτή τη φορά ο κυρ Γιάννης δεν επιστράτευσε γλυκόλογα απέναντι στην γυναίκα του, αλλά φωνές. Η Βασούλα ήταν η αδυναμία του και δεν υπήρχε περίπτωση να μην ακολουθήσει τα όνειρα της όποια και αν ήταν αυτά.

Ο Σεπτέμβρης λοιπόν εκείνος βρήκε την Μαρία έγκυο στο δεύτερο παιδί της, τον Στέλιο μπλεγμένο με μια χήρα στο κεφαλοχώρι, τη Γωγω να ράβει πυρετωδώς το νυφικό της, τον Λευτέρη να μην εμφανίζεται καν στη στάση του ΚΤΕΛ να χαιρετίσει την αδελφή του και την Βασούλα να μπαίνει μέσα στο λεωφορείο για την Αθήνα τόσο χαρούμενη που θα έβλεπε και πάλι την Ελπίδα να την περιμένει στον Κηφισό αυτή τη φορά για να πιάσουν την κοινή τους ιστορία από εκεί που την είχαν αφήσει. Γιατί της είχε λείψει η Ελπίδα περισσότερο από ποτέ. Από το Πάσχα είχε να την δει και όταν λίγο μετά τις εξετάσεις την είχε ενημερώσει πως φέτος το καλοκαίρι δεν θα ερχόταν στο χωριό κατάλαβε πως για να μην ερχόταν κάτι σοβαρό είχε συμβεί. Δεν την ρώτησε όμως, και ας της έκαιγε η ερώτηση τη γλώσσα. Σε ένα μήνα θα ήταν μαζί και πλέον οι βιαστικές κουβέντες στο τηλέφωνο και οι βιαστικές συναντήσεις θα άνηκαν οριστικά στο παρελθόν.

Τη στιγμή που κατέβηκε από το ΚΤΕΛ και είδε την ξαδέλφη της με τα μάτια πρησμένα από το κλάμα ήξερε πολύ καλά πως η συγκίνηση δεν ήταν μονάχα επειδή αντάμωσαν... ήξερε πως κάτι πολύ σοβαρό είχε γίνει. Έτρεξε λοιπόν και την πήρε αγκαλιά και όσο η Ελπίδα έκλαιγε με λυγμούς στην αγκαλιά της η Βασούλα της χάιδευε το κεφάλι και της έλεγε στο αυτί
"Ήρθα Ελπίδα, μην φοβάσαι! Ήρθα και μαζί όλα μπορούμε να ξεπεράσουμε!"    

Τετάρτη 27 Ιουλίου 2016

Με μια σοκοφρέτα:Κεφάλαιο 6

Όσο η Βασούλα σκεφτόταν πόσο ευτυχισμένη ήταν η Ελπίδα, τόσο πείσμωνε μέσα της και διάβαζε για να καταφέρει να πάει στην Αθήνα ώστε να μην χρειάζεται να μαθαίνει τέτοια πράγματα μέσα από απρόσωπα γράμματα. Της το έγραψε κιόλας ότι προσπαθούσε πολύ και ότι ακόμα και η μάνα της είχε ανησυχήσει τόσο που διάβαζε. Και κυλούσαν  οι μέρες και οι μήνες και τα γράμματα της Ελπίδας όλο και αραίωναν, όλο και γινόντουσαν πιο αόριστα, αλλά η Βασούλα ήξερε πως η ξαδέλφη της είχε ανοίξει πλέον για τα καλά τα πανιά της και δεν την παρεξηγούσε. Yπομονετικά περίμενε το καλοκαίρι για να την δει από κοντά.

Ώσπου ήρθε το καλοκαίρι τελείωσε το σχολείο και σε μερικές μέρες θα ερχόταν και η Ελπίδα στο χωριό. Η Βασούλα σε αναμμένα κάρβουνα ήταν το πρωί που θα έφτανε η Ελπίδα και όταν την είδε πιο λαμπερή από ποτέ να κατεβαίνει από το ΚΤΕΛ μόνο τα κλάματα δεν έβαλε για την ευτυχία της που ακτινοβολούσε ακόμα και από τις τρίχες των μαλλιών της! Πριν προλάβει καν να χαιρετίσει τους γονείς της, την άρπαξε από το χέρι και άρχισαν να τρέχουν σαν παιδάκια και ας διαμαρτυρόταν η θεία Χαρά στο κατόπι τους. 

Κάτω από ένα δέντρο έκατσαν ξέπνοες και η Βασούλα πριν ακόμα ξελαχανιάσει ξεκίνησε να μιλάει

"Ελπίδα πριν πούμε οτιδήποτε άλλο δες αυτό" είπε και έβγαλε ένα τσαλακωμένο χαρτί από την τσέπη της. Και η Ελπίδα το πήρε και μόλις είδε τι ήταν έσκυψε και αγκάλιασε την Βασούλα που χαμογελούσαν και τα αυτιά της.
"Είμαι πολύ περήφανη για σένα Βασούλα.... Οι βαθμοί σου είναι καταπληκτικοί. Αν συνεχίσεις έτσι σίγουρα θα περάσεις στο πανεπιστήμιο!" είπε και φίλησε την ξαδέλφη της.
"Καλά άσε τώρα τα νούμερα! Γι' αυτό στο έδειξα πρώτο πρώτο, για να μην διακόψουμε την κουβέντα στη μέση. Πες τα όλα! Τι κάνει ο Νίκος;" είπε και έκλεισε πονηρά με υπονοούμενο το μάτι στην Ελπίδα. 
"Καλά είναι...." είπε εκείνη και κοκκίνισαν τα μάγουλα της από ντροπή
"Ελπίδα άσε τις ντροπές  και πες τα όλα και με λεπτομέρειες!"
"Τι να σου πω βρε Βασούλα. Μια χαρά είμαστε, περνάμε τέλεια για την ακρίβεια. Μας αρέσουν τα ίδια πράγματα. Κινηματογράφος, θέατρο, διάβασμα, ξέρεις τώρα"
"Καλέ άσε τα θέατρα και πες μου το κάνατε;"
"Βασούλα!!!!"
"Τι Βασούλα καλέ. Τόσους μήνες τι κάνετε, τις κουμπάρες παίζετε; Έλα ρε Ελπίδα έτσι θα με αφήσεις, τίποτα δεν θα μου πεις; Εγώ θα σου έλεγα το ξέρεις!"
"Ε όχι και τις κουμπάρες.....δεν μπορώ ρε Βασούλα ντρέπομαι..."
"Ελπίδα άσε τα μισόλογα!!!"
"Λοιπόν αυτό που μάλλον θες να ακούσεις δεν έχει γίνει ακόμα αλλά όλο και κάτι γίνεται..." 
"Ρε Ελπίδα αυτό το πράγμα γίνεται και μισό; Μαζί δεν είχαμε ανοίξει την εγκυκλοπαίδεια του πατέρα σου και τα είχαμε διαβάσει; Κάτι λίγα έλεγε και στην Βιολογία, αλλά και εκεί μισόλογα... Τι με νοιάζουν εμένα τα μιτοχόνδρια και η διπλή έλικα του DNA! Αυτά που με νοιάζουν κανένας πια δεν μου τα λέει καθαρά..." είπε η Βασούλα και γύρισε θυμωμένη την πλάτη της στην ξαδέλφη της.
"Έλα βρε Βασούλα μην θυμώνεις. Να ρώτα με και θα προσπαθώ να απαντήσω όπου μπορώ."
"Ωραία πάμε πάλι. Τα φιλιά πάνε σύννεφο, αυτό το ξέρω από τα Χριστούγεννα και από ότι μου είπες είναι πολύ ωραία και ας είναι εντελώς μπλιαχ όπως τα δείχνουν στις ταινίες. Και αν τα φιλιά δεν είναι μπλιάχ αυτό που ακολουθεί τα φιλιά φαίνεται πολύ αουτς.. Είναι όντως;"
"Ρε Βασούλα έλεος! "μπλιαχ" "αουτς" απορώ πως σου έβαλε ο φιλόλογος 18!"
"Θα με σκάσεις λέγε!"
"Ε σου είπα, δεν ξέρω ακόμα..."
"Και τότε αφού δεν κάνετε αυτό που έλεγε η εγκυκλοπαίδεια τι κάνετε καλέ;"
"Χαχαχα εκτός από αυτό προφανώς υπάρχουν και άλλα πράγματα που προηγούνται..."
"Και αυτά γιατί δεν τα έγραφε η εγκυκλοπαίδεια;"
'"Γιατί αυτά Βασούλα δεν αφορούν την αναπαραγωγή...και η εγκυκλοπαίδεια ήταν ιατρική!"
"Και εσύ που ήξερες να τα κάνεις αφού δεν τα είχες διαβάσει;"
"Χα χα αχ Βασουλα μου αυτά δεν στα μαθαίνει κάποιος. Δεν ξέρω πως γίνεται, αλλά λες και στα υπαγορεύει το ένστικτό σου. Θυμάσαι την δράση και την αντίδραση στην Φυσική; Ε ένα τέτοιο πράγμα"
"Α καλά από τη Βιολογία στην Φυσική....δεν μπορώ να καταλάβω Ελπίδα κουβέντα από όσα λες."
"Για να δούμε πως να στο εξηγήσω.... Λοιπόν εκτός από τα φιλιά υπάρχουν και τα χάδια, αλλά αυτά τα χάδια δεν είναι σαν τα χάδια της μαμάς σου , είναι διαφορετικά....και ξεκινάνε σαν απλά χάδια στο μάγουλο (εδώ κολλάει η δράση) και εσύ νιώθεις τόσο όμορφα που θες να το ανταποδώσεις και χαϊδεύεις τον άλλον στο λαιμό (και εδώ κολλάει η αντίδραση) και πάει λέγοντας... κατάλαβες;"
"Όχι και πολλά....τι ενδιαφέρον ρε Ελπίδα έχουν τα χάδια;"
"Αχ Βασούλα έχουν και παραέχουν. Γιατί όπως σου είπα δεν είναι σαν αυτά που έχεις νιώσεις μέχρι τώρα., είναι μεγατόνοι από συναισθήματα μέσα σε ένα άγγιγμα και ηλεκτρικές κενώσεις διαπερνάνε όλο σου το σώμα. Και επειδή θα με σκάσεις σήμερα άκου και το άλλο. Τα χάδια δεν γίνονται μόνο με τα χέρια, γίνονται και με τα χείλια και εκεί να δεις πυροτεχνήματα Και όσο περνάει ο καιρός  τα χέρια και τα χείλια γίνονται όλο πιο αχόρταγα όλο πιο απαιτητικά. και δράση αντίδραση φτάνεις σε σημείο που οι ντροπές εξανεμίζονται και μαζί με τις ντροπές φεύγουν ένα ένα και τα ρούχα....και πλησιάζεις επικίνδυνα στο σημείο από όπου το πιάνει η εγκυκλοπαίδεια και πίστεψε με το μόνο που σκέφτεσαι δεν είναι το "άουτς" που λες και εσύ εκείνη τη στιγμή. Ορίστε άκου πράγματα που σου λέω μέρα μεσημέρι!"
"Καλά ρε Ελπίδα όλα αυτά, αλλά τότε γιατί δεν ...;"
"Γιατί φοβάμαι..."
"Αφού λες ότι εκείνη την ώρα δεν σκέφτεσαι το "άουτς", τι φοβάσαι;"
"Φοβάμαι, και μην γελάσεις, τι θα σκεφτούν οι δικοί μου αν το μάθουν...φοβάμαι μην μείνω έγκυος γιατί θυμάσαι τι έλεγε η εγκυκλοπαίδεια...φοβάμαι μην αντιδράσω υπερβολικά και τρομάξει ο Νίκος...."
"Καλά χαζή είσαι; Εντάξει να φοβάσαι να μην μείνεις έγκυος αυτό και εγώ θα το φοβόμουν εδώ που τα λέμε. Γιατί εγώ μυξιάρικο δεν θέλω να κάνω τώρα και ούτε και εσύ θέλω να κάνεις τώρα. Αλλά το τι θα πουν οι γονείς σου; Γιατί ταμπέλα θα το βάλεις; Και όσο για τον Νίκο αφού είναι ερωτευμένος ρε Ελπίδα τι φοβάσαι; Άσε που έτσι που τα ακούω όλα αυτά ο Νίκος όλο και κάτι παραπάνω ξέρει πάνω στο θέμα, γιατί επειδή  σε ξέρω, αυτός θα είναι η δράση και εσύ η αντίδραση...."
"Δεν ξέρω Βασούλα... Αφού μου ζήτησε να πάμε διακοπές μαζί και είπα όχι γιατί ήξερα πως αν πηγαίναμε δεν το γλίτωνα το αναπόφευκτο....και για ακόμα μια φορά εσύ με έσωσες χωρίς να το ξέρεις. Του είπα πως ήταν αδύνατο να μην έρθω στο χωριό να σε δω το καλοκαίρι και επειδή ξέρει πόση αδυναμία σου έχω, στεναχωρήθηκε, αλλά το δέχτηκε..."
"Ένα λεπτό ρε Ελπίδα... Παιδάκι μου πες μου κάτι μονολεκτικά, τον θες;"
"...Ναι..."
"Ωραία για τους γονείς σου δεν μας νοιάζει και δεν ακούω κουβέντα, όπως επίσης και για το τι θα σκεφτεί ο Νίκος αν αντιδράσεις υπερβολικά. Γιατί πρώτον μια χαρά αντιδράς μέχρι στιγμής και δεύτερον σε νοιάζεται οπότε και κάτι να πάει στραβά, μια χαρά θα το διαχειριστεί. Όσο για το τρίτο θέμα που για μένα είπαμε είναι και το μόνο σοβαρό, θα το τακτοποιήσω εγώ μείνε ήσυχη!"
"Πως ρε Βασούλα; Με ματζούνια;"
"Τι ματζούνια καλέ...οι μανάδες μας είμαστε; Όχι κάτι πήρε το αυτί μου στο σχολείο, απλά πρέπει να το διασταυρώσω..."
"Με ποιόν θα το διασταυρώσεις;" είπε έντρομη η Ελπίδα
"Καλέ ηρέμησε. Ξέρω εγώ ποιόν να ρωτήσω, αν και τη ψυχή θα μου βγάλει και αυτή να μου πει. Αλλά θα μου πει θέλει δεν θέλει! Και μην ανησυχείς δεν θα σε αναφέρω καθόλου.."
"Εγώ δεν έχω κανέναν άλλον εκτός από εσένα Βασούλα να μιλήσω γι αυτά τα θέματα...και νιώθω άσχημα που στα λέω κιόλας...." είπε η Ελπίδα λίγο με ενοχή που έβαζε την Βασούλα σε τέτοια ζητήματα, λίγο με ζήλια που εκείνη είχε κάποιον να ρωτήσει.
"Εγώ σε ρώτησα, δεν μου τα είπες μόνη σου. Και για να μην νομίζεις πως έφυγες και έκανα καινούρια φίλη, τη Μαρία θα ρωτήσω που με το γιο του μπακάλη σίγουρα δεν παίζουν τις κουμπάρες μιας και αυτός έχει λυσσάξει να παντρευτούν τον Σεπτέμβρη και που όλο την ξεμοναχιάζει.
"Αλήθεια παντρεύεται η Μαρία τον Σεπτέμβρη;"
"Ναι τρομάρα της. Αλλά άστα αυτά, πάμε τώρα γιατί η μάνα σου θα έχει πέσει σε κατάθλιψη που σε απήγαγα πριν καλά καλά φτάσεις και μέχρι το βράδυ θα σου έχω απαντήσεις. Εσύ πάρε τηλέφωνο τον Νίκο και κανόνισε να πάτε διακοπές μαζί"
"Και στους γονείς μου τι θα πω ρε Βασούλα; Που θα πω ότι πάω;"
"Αχ βρε Ελπίδα αδιόρθωτη είσαι πια! Ψέμματα θα πεις πως θα πάς στην Ελένη στο χωριό της μερικές μέρες!....καλά μην με κοιτάς σαν το χάνο θα σε πείσω και γι' αυτό. Πάμε τώρα γιατί έχω δουλειές να τακτοποιήσω" είπε και πριν προλάβει η Ελπίδα να διαμαρτυρηθεί για τα σχέδια της Βασούλας εκείνη την τραβούσε ήδη προς το σπίτι της.

...........................................................................................

"Τι έπαθες Βασούλα μου και με τραβάς νυχτιάτικα έξω από το σπίτι έπαθες κάτι; Βιάζομαι σε μισή ώρα θα έρθει ο Γιώργος να πάμε στην πόλη κινηματογράφο και δεν έχω ετοιμαστεί."
"Θα είμαι σύντομη και αν είσαι και εσύ σε λιγότερο από πέντε λεπτά θα είσαι μέσα να ντυθείς. Μια ερώτηση έχω και θέλω μια γρήγορη απάντηση. Πώς μπορεί μια γυναίκα να αποφύγει να μείνει έγκυος; Στο σχολείο κάτι κορίτσια της τρίτης λυκείου μιλούσαν για κάτι μπαλόνια, αλλά λεπτομέρειες δεν έπιασα. Εσύ σίγουρα θα ξέρεις....Μαρία; Μαρία τι έπαθες καλέ χλώμιασες!"
"Βασούλα μου που έχεις μπλέξει; Το ξέρεις πως είσαι μόνο 15 χρονών;" είπε η κακομοίρα η Μαρία όσο πιο ήρεμα μπορούσε.
"Έλα βρε Μαρία απάντα μου γιατί αν δεν μου απαντήσεις μα το Θεό θα ρωτήσω τον Θωμά! Και πίστεψε με δεν θα έχει κανένα πρόβλημα και να μου πει και να μου κάνει και μια επίδειξη!"
"Ο Χριστός και η Παναγία! Τί λόγια είναι αυτά Βασούλα!;" είπε η Μαρία σοκαρισμένη
"Μαρία μου με εμπιστεύεσαι; Για καλό σε ρωτάω και σου υπόσχομαι ρωτάω εντελώς εγκυκλοπαιδικά! Έλα δασκάλα πράγμα μάθε και εμένα λίγα πράγματα..." είπε η Βασούλα ικετευτικά
" Αχ βρε Βασούλα ανήσυχο πνεύμα ήσουν από μωρό, έπρεπε να τις περιμένω αυτές τις ερωτήσεις αργά η γρήγορα και επειδή εμένα κανένας δεν μου πε τίποτα και σαν το ντουβάρι τα ανακάλυψα μόνη μου θα σου απαντήσω γιατί κάλλιο γαιδουρόδενε παρά γαϊδουρογύρευε...Λοιπόν δεν είναι μπαλόνια, μοιάζουν με μπαλόνια και τα λένε προφυλακτικά γιατί "προφυλάσσουν" συγκρατώντας το σπέρμα. Πλέον είναι ο πιο διαδεδομένος τρόπος αντισύλληψης."
"Και που τα βάζεις;"
"Βασούλα συγκεντρώσου! Μου είναι που είναι δύσκολο να λέω αυτά που λέω, αν δεν προσέχεις κιόλας δεν κάνουμε δουλειά. Συγκρατούν λέμε το σπέρμα, που λες να τα βάζουν;"
"Α κατάλαβα... Μάλιστα και που τα βρίσκεις;"
"Βασούλα εγκυκλοπαιδικά είπες ρωτάς! Τι σε νοιάζει που τα βρίσκουν;"
"Ε θέλω να πάρω ένα να δω πως είναι!'
"Καλέ Βασούλα θες να σε πάρουν χαμπάρι στο χωριό να το σφυρίξουν του μπαμπά να έχουμε τρεχάματα; Στα φαρμακεία τα πουλάνε και στο σούπερ μάρκετ στις μεγάλες πόλεις, αλλά μην τολμήσεις να πας να αγοράσεις τέτοιο πράγμα γιατί σε λιγότερο από εβδομάδα θα το μάθουν οι γονείς μας και ποιος σε σώζει από τα χέρια της κυρα Θοδώρας μετά!'
"Ωραία θα μου φέρεις εσύ ένα;"
"Βασούλα!" ούρλιαξε σχεδόν η Μαρία κατακόκκινη από την ντροπή
'Έλα βρε Μαρία, μόνη σου το είπες ότι εσύ όλα τα ανακάλυψες χωρίς βοήθεια , για χαζή με περνάς; Λες και δεν ξέρω γιατί έχει λυσσάξει ο καλός σου να παντρευτείτε το Σεπτέμβρη! Άσε τις ντροπές και κάνε το μάθημα που σου ζήτησα ολοκληρωμένα φέρνοντας μου ένα τα το δω..."  
"Ωχου Βασούλα το πείσμα σου σε καλό να σου βγει! Περνάει η ώρα και εγώ δεν έχω ετοιμαστεί. Θα σου φέρω κακομοίρα μου, αλλά τα μάτια σου δεκατέσσερα! Αν κάνεις καμία χαζομάρα να το ξέρεις, εγώ με την μαμά και τον μπαμπά θα είμαι αυτή τη φορά!' είπε θυμωμένη πια η Μαρία
"Δεν θα κάνω στο υπόσχομαι" είπε η Βασούλα και την πήρε αγκαλιά χαρούμενη

Τρεις μέρες μετά κάτω από το ίδιο δέντρο η Βασούλα έδινε θριαμβευτικά με ύφος κατακτητή το τρόπαιο της στην γεμάτη απορία Ελπίδα. Και αν και δεν ήξερε πως αδίκως είχε δώσει όλη αυτή την μάχη γιατί ο Νίκος γνώριζε ήδη πολύ καλύτερα τα θέματα αντισύλληψης, εκείνη ένοιωθε πολύ περήφανη με τον εαυτό της που είχε φέρει εις πέρας την αποστολή της.

Τρίτη 26 Ιουλίου 2016

Με μια σοκοφρέτα:Κεφάλαιο 5

25 Γενάρη

Αγαπημένη μου Βασούλα,

είμαι ήδη τόσες μέρες στην Αθήνα και μόλις τώρα βρήκα λίγο χρόνο να σου γράψω. Γίνανε τόσα πολλά αυτές τις μέρες που δεν ξέρω από που να ξεκινήσω...Φεύγοντας από το χωριό τα λόγια σου δεν μπορούσαν να βγουν από το μυαλό μου. Από τη μία ήξερα πως είχες δίκιο, από την άλλη όσο και αν έψαχνα μέσα μου δεν μπορούσα να βρω τη δύναμη να κάνω αυτό που μου είπες να κάνω. Η ζωή όμως εκτός από  μικρή παίρνει και τα δικά της μονοπάτια, όσο και να θέλουμε να νομίζουμε εμείς ότι την ορίζουμε. Φτάνοντας Αθήνα βρήκα κάτω από την πόρτα μου ένα σημείωμα του Νίκου. Μου ευχόταν στο σημείωμα καλή χρονιά και μου ζητούσε να επικοινωνήσω μαζί του αμέσως μόλις επέστρεφα γιατί θα έπρεπε να μιλήσουμε οπωσδήποτε. Και το βασικότερο να μιλήσουμε πριν δω την Ελένη. Τα πόδια μου κόπηκαν μόλις διάβασα αυτό το τελευταίο. Κάτι είχε γίνει και η ανάγκη να μάθω τι, ήταν πάνω από ντροπές και ηθικά διλήμματα. Χωρίς πολλή σκέψη πήρα στο νούμερο που μου είχε γράψει και κανονίσαμε να βρεθούμε το ίδιο απόγευμα σε μια καφετέρια στα Εξάρχεια να μιλήσουμε. Αχ Βασούλα όταν τον είδα μετά από τόσες μέρες θυμήθηκα όλα όσα είχα νιώσει και το μόνο που ήθελα ήταν να τρέξω στην αγκαλιά του, αλλά κρατήθηκα. Μετά από μερικές τυπικές ευχές ξεκίνησε να μου λέει όλα όσα είχαν συμβεί το διάστημα που ήμουν στο χωρίο. Μου είπε πως η Ελένη και ο Παντελής δεν πήγαν στο πατρικό τους για Χριστούγεννα και πως έμειναν Αθήνα. Ότι για να μην είναι μόνοι τους, τους κάλεσε τα Χριστουγέννα στο σπίτι του να κάνουν όλοι μαζί γιορτές. Το βράδυ λοιπόν των Χριστουγέννων η Ελένη δεν άντεξε, του εξομολογήθηκε τον ερωτά της και εκείνος έπεσε από τα σύννεφα. Ήξερε ότι η Ελένη τον συμπαθούσε, αλλά δεν φανταζόταν ποτέ ότι ίσως να ήταν ερωτευμένη μαζί του. Για να μην πολυλογώ όσο πιο ευγενικά μπορούσε της εξήγησε πως δεν θα μπορούσε να γίνει κάτι μεταξύ τους και πως όταν εκείνη ρωτούσε απελπισμένα να μάθει το γιατί, εκείνος της είπε πως ήταν ερωτευμένος με κάποιαν άλλη που δεν τον ήθελε όμως. Και τότε η Ελένη λέει χωρίς να αναφερθεί το όνομα μου κατάλαβε πως αναφερόταν σε μένα και κλαίγοντας έφυγε από το σπίτι. Από εκεί και πέρα έγινε ένας μικρός χαμός. Ο Παντελής να ζητάει εξηγήσεις, ο Νίκος να προσπαθεί να του εξηγήσει τι έχει γίνει προσπαθώντας να μην χαλάσει τη φιλία τους και η Ελένη σε μαύρο χάλι να μην μιλάει σε κανέναν από τους δύο. Την ώρα που μου τα έλεγε έτοιμη ήμουν και εγώ να βάλω τα κλάματα, αλλά κρατιόμουν να δω τι έγινε παρακάτω. Την Πρωτοχρονιά λοιπόν η Ελένη αποφάσισε επιτέλους να μιλήσει στον Παντελή. Του είπε πως ότι είχε γίνει δεν ήθελε να επηρεάσει την σχέση του με το Νίκο. Του ζήτησε συγνώμη κιόλας που τον έμπλεξε σε αυτή την ιστορία. Του είπε πως δεν θα μπορούσε να ξανακάνει παρέα μαζί μου μετά από αυτό και ας ήξερε πως εγώ δεν είχα φταίξει σε τίποτα, εκείνη τη στιγμή Βασούλα μόλις το άκουσα αυτό, ράγισε η καρδία μου. Θα ζητούσε λέει μεταγραφή στο πανεπιστήμιο της πόλης τους να είναι κοντά στους γονείς τους. Όταν ο Νίκος τελείωσε, δεν άντεξα και άρχισα να κλαίω με λυγμούς και εκείνος ήρθε στην καρέκλα δίπλα μου και με πήρε αγκαλιά ζητώντας μου συγνώμη που έγιναν όσα έγιναν, αλλά ότι αν δεν έλεγε την αλήθεια στην Ελένη δεν θα ήταν αρκετά άντρας, Και εκείνη την ώρα Βασούλα από την μία ήθελα να του σπάσω το κεφάλι, από την άλλη ήξερα πως είχε δίκιο και πως αυτός είχε βρει την δύναμη που δεν έβρισκα εγώ. Και εκείνη τη στιγμή ναι τον είχα ερωτευτεί ακόμα περισσότερο και δώστου να κλαίω πάνω στην μπλούζα του και εκείνος να μου χαϊδεύει τα μαλλιά και όλοι μέσα στο μαγαζί να μας κοιτάνε καλά καλά.. Μόλις ηρέμησα φύγαμε από την καφετέρια και στο δρόμο για τη στάση μου είπε πως καταλάβαινε πως χρειάζομαι χρόνο και πως εκείνος θα περίμενε όσο χρειαζόταν. Μου φίλησε το χέρι λίγο πριν μπω στο λεωφορείο και ήμουνα Βασούλα μου σαν ηρωίδα βιβλίου εκείνη τη στιγμή....με τα μάτια μου πρησμένα από το κλάμα να τον κοιτάζω από το παράθυρο του λεωφορείου όσο εκείνο απομακρυνόταν. Τρεις μέρες μετά δεν τολμούσα ακόμα να πάρω την Ελένη τηλέφωνο ενώ ήξερα πως έπρεπε, πως της το χρωστούσα... Ναι το ξέρω είμαι δειλή Βασούλα... Αλλά όσο δειλή ήμουν εγώ τόσο θαρραλέα ήταν η φίλη μου όταν μου χτύπησε το κουδούνι της πόρτας ένα απόγευμα. Σε μαύρο χάλι μου ζήτησε να μιλήσουμε και εγώ αποσβολωμένη την κάλεσα να έρθει μέσα. Μου είπε μόλις καθίσαμε στον καναπέ πως η μεταγραφή της χάρη σε ένα γνωστό του πατέρα της είχε εγκριθεί και πως σε λιγότερο από ένα μήνα θα έφευγε και εγώ δεν άντεξα και οι βρύσες των ματιών μου άρχισαν και πάλι να τρέχουν. Τότε, και ενώ δεν το περίμενα, εκείνη το ίδιο συγκινημένη ήρθε κοντά μου, μου έπιασε τα χέρια, με κοίταξε στα μάτια και μου πε Βασούλα κάτι που θα το θυμάμαι πάντα....μου είπε πως τα ανθρώπινα συναισθήματα αντί να ανεβάζουν τους ανθρώπους στα ψηλότερα είδη εξέλιξης τις περισσότερες φορές τους ρίχνουν χαμηλότερα και απο μονοκυττάριους οργανισμούς. Πως ξέρει πως δεν φταίω, αλλά πως είναι αδύνατον για εκείνη να διαχειριστεί όλο αυτό που συνέβη. Πως θα το ξεπεράσει σίγουρα, αλλά πως ποτέ δεν θα είναι τίποτα ίδιο. Μέχρι και συγνώμη μου ζήτησε που δεν μπορούσε να είναι ο ανώτερος άνθρωπος που θα θελε να είναι. Εγώ δεν μπορούσα να πω τίποτα, λες και είχε δεθεί η γλώσσα μου κόμπος. Μόνο έκλαιγα και την κοιτούσα. Τότε εκείνη σηκώθηκε αποφασιστικά και άρχισε να προχωράει προς την εξώπορτα, λίγο πριν βγει όμως με κοίταξε και μου είπε " Ελπίδα χάρηκα που σε γνώρισα, ειλικρινά χάρηκα και εύχομαι μέσα από την καρδία μου να είσαι ευτυχισμένη γιατί το αξίζεις.." Και έφυγε Βασούλα....έφυγε για πάντα και έμεινα εγώ μόνη μου να κλαίω και να αναρωτιέμαι αν η αγάπη πάντα πρέπει να περνάει μέσα από τόσο δύσκολα μονοπάτια. Και ένιωθα Βασούλα κακός άνθρωπος και βρώμικος που έφερα την Ελένη στη θέση που την έφερα και μισούσα και τον εαυτό μου και τον Νίκο. Τις επόμενες μέρες είχα πάρει τις αποφάσεις μου ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα. Δεν μπορούσα να χτίσω το οτιδήποτε πάνω στα συντρίμμια της Ελένης. Και το ξέρω πως αν ήσουν εδώ θα μου έλεγες πως υπερβάλλω και ίσως και να το έκανα, αλλά μου ήταν αδύνατο όσο σκεφτόμουν το πόσο σπασμένη ήταν η φωνή της όταν μου μιλούσε. Ώσπου πέτυχα τυχαία στον δρόμο τον Παντελή και πριν προλάβω να κρυφτώ εκείνος έτρεξε και με έπιασε από το χέρι ζητώντας μου πέντε λεπτά. Εκεί λοιπόν στην μέση της Πανεπιστημίου μου είπε πως η Ελένη είχε ήδη φύγει από την Αθήνα και πως ήταν καλύτερα. Μου ζήτησε να μην τον αποφεύγω και πως εκείνος αν και στεναχωρήθηκε για την αδελφή του το μόνο που ήθελε πλέον είναι να δει το φίλο του ευτυχισμένο. Μου είπε πως ο Νίκος ήταν σε μαύρο χάλι επειδή δεν σηκώνω το τηλέφωνο και πως αν ήμουν ερωτευμένη μαζί του το μισό από όσο ήταν εκείνος μαζί μου, τότε το χρωστούσα στην Ελένη να προσπαθήσω να είμαστε μαζί. Και εκεί που τον κοιτούσα έκπληκτη γιαυτό το τελευταίο που είχε ξεστομίσει μου είπε πως το να τιμωρώ και εκείνον και τον εαυτό μου έκανε τον πόνο της Ελένης ανούσιο και πως σίγουρα και εκείνη θα ήθελε σαν παρηγοριά να ξέρει πως δικαιολογημένα έκανε και ένιωθε όλα αυτά που ένιωθε. Και είχε δίκιο Βασούλα.....ο πόνος της Ελένης δεν άλλαζε, είτε εγώ ήμουν με τον Νίκο, είτε όχι... αυτό που την πονούσε δεν ήταν ότι ο Νίκος ήθελε εμένα αλλά ότι δεν ήθελε εκείνη πράγμα που δεν θα άλλαζε,  είτε υπήρχα, είτε δεν υπήρχα. Εγώ απλά έκανα τον λόγο πιο ζωντανό, πιο υπαρκτό. Έτσι το απόγευμα όταν χτύπησε το τηλέφωνο το σήκωσα Βασούλα και μισή ώρα μετά ο Νίκος ήταν στο κατώφλι του σπιτιού μου και με φιλούσε και πάλι. Μόνο που αυτή τη φορά ήταν αλλιώς, δεν υπήρχε στη μέση η ενοχή και ήταν όλα ακόμα πιο γλυκά ακόμα πιο όμορφα. Αγαπημένη μου Βασούλα όλα όσα μου είπες ήταν τόσο αλήθεια. Αυτή τη στιγμή είμαι ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος πάνω στον πλανήτη και εσύ η μικρή Βασούλα μου, το ήξερες το σωστό και ας μην έχεις ζήσει ακόμα τέτοια πράγματα. Μακάρι να ήσουν εδώ να δεις πόσο χαρούμενη είμαι, να γνώριζες το Νίκο από κοντά. Όλο για σένα του μιλάω! Και τώρα που έχει φύγει και η Ελένη όσες ώρες και να περνάω με τον Νίκο μου λείπεις ακόμα περισσότερο. Δυο χρόνια μείνανε Βασούλα και θα έρθεις και εσύ στην Αθήνα και τότε όλα θα έχουν μπει στην θέση τους. Ανυπομονώ για την μέρα που θα καθόμαστε στο κρεβάτι και θα στα λέω όλα αντί να στα γράφω σε τεράστια γράμματα. Και για να μην ξεχνιόμαστε να διαβάζεις αγαπημένη μου Βασούλα, να διαβάζεις! Σε φιλώ γλυκά και περιμένω με αγωνία το επόμενο γράμμα σου!