Παρασκευή, 27 Απριλίου 2018

ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ : κεφάλαιο δέκατο τέταρτο



-Γρήγορα! Έλα όσο πιο γρήγορα μπορείς! Ο Μενέλαος είναι στην εντατική. Η Ερασμία είναι χαμένη εντελώς. Τον διασωλήνωσαν. Γιώργο με ακούς;
-Δεν έρχομαι. Μην με ξαναπάρεις σε παρακαλώ τηλέφωνο. Και εσύ άφησε τους.  Πες πως δεν μας γνώρισες ποτέ.
-Γιώργο τι λες; Καταλαβαίνεις  τι σου λέω; Ο πατέρας σου! Ο πατέρας σου πεθαίνει!
-Δεν είναι ο πατέρας μου. Εριφύλη, φύγε. Τρέξε όσο πιο μακριά μπορείς! Τρέξε να σωθείς… είπε και της έκλεισε το τηλέφωνο αφήνοντας τη μετέωρη να κοιτάζει τη συσκευή. 

Τρείς μέρες τώρα προσπαθούσε να τον βρει στο τηλέφωνο, εκείνο όμως ήταν συνεχώς εκτός σύνδεσης. Τρείς μέρες που ο μικρός χώρος έξω από τον θάλαμο μιας ΜΕΘ είχε γίνει και πάλι δεύτερο σπίτι της. Κάποτε ήταν ο γιός της, τώρα ένας ηλικιωμένος άντρας που δεν της ήταν τίποτα. Και όμως εκείνη καθόταν. Καθόταν και περίμενε να της πουν έστω μια κουβέντα. Μια κουβέντα για να τη μεταφέρει στην Ερασμία. Μια Ερασμία, που αρνούμενη να αντιμετωπίσει αυτό που ερχόταν, είχε κατεβάσει εντελώς διακόπτη στο μυαλό της. 

Άλλη επιλογή δεν είχε η Έρη. Με τη βοήθεια της Άννας είχε τακτοποιήσει προσωρινά την Ερασμία σε μια ειδική μονάδα για άτομα με άνοια. Μόλις ερχόταν ο Γιώργος, θα μπορούσαν να μοιραστούν. Ο ένας στη ΜΕΘ και ο άλλος στην Ερασμία. Μόνο αυτή τη λύση είχε σκεφτεί. Ο Γιώργος όμως δήλωνε πως δεν θα ερχόταν και παρότρυνε και εκείνη να φύγει και να εγκαταλείψει στη μοίρα του το ζευγάρι. Τι ασυναρτησίες ήταν αυτές ότι δεν ήταν ο Μενέλαος πατέρας του; Τι σκατά είχε μάθει άραγε στο Κάιρο. 

Δεν μπορούσε να περιμένει άλλο. Ο Γιώργος δεν σήκωνε πλέον το τηλέφωνο όσες φορές και αν είχε 
καλέσει. Ο Μενέλαος ήταν σε τεχνητό κώμα και η Ερασμία ήταν ανίκανη να επικοινωνήσει ουσιαστικά ώστε να τη βοηθήσει να καταλάβει, τι μπορεί να είχε μάθει ο Γιώργος. Μόνη της. Για ακόμα μια φορά μονάχη έπρεπε να πάρει την κατάσταση στα χέρια της με κάθε κόστος. Παρακάλεσε την Άννα να έρθει να καθίσει κάποιες ώρες στο νοσοκομείο και επέστρεψε στη μονοκατοικία.
Με δυσκολία άνοιξε τα παλιά άλμπουμ της οικογένειας. Σαν κλέφτης ένιωθε, αλλά έπρεπε να το κάνει. Τα ξεφύλλισε βιαστικά. Εντύπωση αρχικά της έκανε πως όλες οι φωτογραφίες ξεκινούσαν από τη γέννηση του Γιώργου και μετά. Τίποτα παλαιότερο του 1967. Ούτε μια φωτογραφία των γονιών είτε του Μενέλαου, είτε της Ερασμίας. Άραγε αδέλφια δεν είχε κανένας τους; Εντάξει ο Μενέλαος ήταν ορφανός. Η Ερασμία όμως;  Τότε θυμήθηκε τη φωτογραφία στην κορνίζα. Με μια κίνηση την έπιασε και την επεξεργάστηκε. Τίποτα. Και αυτή η φωτογραφία σε τίποτα δεν μπορούσε να τη βοηθήσει. Βιαστικά πήγε να τη βάλει στη θέση της, δεν πρόσεξε όμως και με έναν εκκωφαντικό θόρυβο το γυαλί της κορνίζας έγινε χίλια κομμάτια. Στεναχωρημένη για τη ζημιά άρχισε να μαζεύει τα γυαλιά όταν πρόσεξε μια δεύτερη φωτογραφία, που μάλλον βρισκόταν εγκλωβισμένη στο κάδρο πίσω από αυτή που φαινόταν. Ένα ζευγάρι. Ένα άλλο ζευγάρι. Ένα όμορφο ζευγάρι, σε μια φωτογραφία γάμου. Η κοπέλα φορούσε το λευκό, δαντελένιο φόρεμα που η Ερασμία είχε σκίσει τότε. Ποιοι να ήταν άραγε; Με μια κίνηση μηχανικά γύρισε την φωτογραφία από πίσω και διάβασε  «Μενέλαος και Ερασμία Αλεξάνδρεια 1966». Τίποτα, δεν καταλάβαινε τίποτα. "Τότε το νυφικό την είχε επαναφέρει. Ίσως τώρα η φωτογραφία να λειτουργούσε το ίδιο", σκέφτηκε και την έβαλε βιαστικά μέσα στην τσάντα της. 

Λίγη ώρα μετά έμπαινε μέσα στο δωμάτιο της Ερασμίας που αφηρημένη χάιδευε το σεντόνι λες και ήταν άνθρωπος.
-Ο γιος μου. Δεν είναι όμορφο τα αγοράκι μου; τη ρώτησε και η Έρη ένιωσε την καρδία της να ματώνει.
-Ναι, πολύ.
-Είναι το καλύτερο μωρό του κόσμου. Δεν κλαίει ποτέ.
-Και το δικό μου αγοράκι, δεν έκλαιγε ποτέ… είπε η Έρη και δάκρυα άρχισαν να κυλάνε στα μάτια της.
-Θα κάνω τα πάντα για εκείνο. Έκανα τα πάντα για εκείνο. Κάποτε θα μεγαλώσει, κάποτε θα μου θυμώσει. Αυτό όμως δεν κάνει η σωστή μάνα; Πες μου και εσύ.
-Αυτό κάνει, συμφώνησε η Έρη και με το χέρι της να τρέμει ακούμπησε στο σημείο που χάιδευε η Ερασμία τη φωτογραφία. 

…………………………………………………………………....

Αλεξάνδρεια 1966


-Να ζήσετε, είπε ο Μάρκος και φίλησε πρώτος τον Μενέλαο και την Ερασμία που έλαμπαν από τη χαρά τους. Γάμος με τόσο λίγους καλεσμένους δεν πρέπει να είχε ξαναγίνει. Αυτό δεν έδειχνε όμως να στεναχωρεί το νεαρό ζευγάρι που  ευτυχισμένο κρατιόταν ακόμα χέρι, χέρι.

-Για πάντα μαζί, είπε η Ερασμία και φίλησε τον Μενέλαο.

-Για πάντα μαζί, αποκρίθηκε και εκείνος και την σήκωσε στον αέρα.

-Μη! Θα χαλάσεις το φόρεμα, διαμαρτυρήθηκε εκείνη και χαχάνισε χαρούμενη.

-Που να δεις τι θα κάνω στο φόρεμα, όταν θα στο βγάλω απόψε, της ψιθύρισε εκείνος και εκείνη έγινε κατακόκκινη.

-Ένα λεπτό να φιλήσω και τη Φεριχά που ήρθε η δόλια και ας μην είναι χριστιανή, είπε εκείνη και έτρεξε προς την μαγείρισσα που καθόταν πίσω πίσω μέσα στην εκκλησία. Μόλις όμως την πλησίασε η Φεριχά της έβαλε στο χέρι ένα σημειώμα, τη φίλησε και έφυγε τρέχοντας.

Με χέρια που έτρεμαν άνοιξε το χαρτί και μόλις διάβασε τι έγραφε, χλόμιασε.  

-Είσαι καλά αγάπη μου, τη ρώτησε ο Μενέλαος και εκείνη τσαλάκωσε βιαστικά το σημείωμα και το έκρυψε στη χούφτα της.

-Καλά είμαι. Η μικρή μου αδελφή είναι στην πόλη.  Θα ερχόταν στον γάμο, αλλά ντράπηκε. Μενέλαε μπορώ να πάω στο ξενοδοχείο που μένει να τη δω; παρακάλεσε προσπαθώντας να κρύψει την ταραχή της.

-Δεν έχουμε πολύ χρόνο.  Θα ήθελα να την γνωρίσω και εγώ, αλλά πρέπει να στείλω τα χαρτιά του γάμου στην Ελλάδα. Να συνεννοηθώ με την πρεσβεία, να μεταφέρω τα πράγματα μας στο πλοίο, να πάρω τα διαβατήρια μας. Τόσες δουλειές και πρέπει να γίνουν μέσα στις επόμενες ώρες. Σε πειράζει να πας μόνη σου; Θες να πω στον Μάρκο να σε συνοδεύσει;

-Όχι, όχι. Θα πάω μόνη μου. Πάμε στο ξενοδοχείο να αλλάξω, μην κυκλοφορώ με το νυφικό και μετά με ένα ταξί θα πάω στην αδελφή μου και από εκεί θα έρθω να σε βρω στο λιμάνι. Ο Μάρκος να σε βοηθήσει με τη γραφειοκρατία καλύτερα.

-Δηλαδή δεν θα σου βγάλω εγώ το νυφικό; Μου το χαλάς! Ερασμία μην αργήσεις όμως, εντάξει; Ξέρεις πόσο σε αγαπάω; Αναρωτιέμαι αν το ξέρεις…

-Δεν θα αργήσω. Και μην γίνεσαι μελό! Και εγώ σε αγαπάω. Άντε πάμε τώρα! είπε και άρχισε να τον σπρώχνει προς την πόρτα με τον Μάρκο στο κατόπι τους να τους κοιτάζει μελαγχολικά και να σκέφτεται αν άραγε εκείνος θα άκουγε ποτέ από το στόμα της δικής του αγαπημένης πως τον αγαπάει; Αν άραγε θα ντυνόταν εκείνη ποτέ στα λευκά μόνο για τα δικά του μάτια; Αν άραγε θα τα κατάφερναν;


Όλοι μαζί πήγαν στο ξενοδοχείο. Οι άντρες περίμεναν την Ερασμία να αλλάξει, και όταν εκείνη κατέβηκε, τους χαιρέτησε προσπαθώντας να δείχνει φυσιολογική. Την ώρα όμως που ο Μενέλαος την έβαζε στο ταξί, τον κοίταξε σ τα μάτια και δάκρυσε.

-Γιατί κλαις, δεν είσαι ευτυχισμένη; τη ρώτησε εκείνος τρομαγμένος.

-Κλαίω γιατί σ αγαπάω. Κλαίω γιατί σ αγαπάω, όσο δεν σ αγάπησε άνθρωπος, είπε εκείνη και του έδωσε ένα ζεστό φιλί.

-Και μετά λες ότι γίνομαι εγώ μελό! Άντε πήγαινε και γύρνα γρήγορα σε μένα, τη διέταξε με προσμονή και έκλεισε την πόρτα του αυτοκινήτου.


Σε όλη τη διαδρομή η Ερασμία έκλαιγε. Έκλαιγε για το ψέμα που είχε χρειαστεί να πει στον άντρα της.  Εκείνη της ζητούσε να μην πει τίποτα. Της ζητούσε να κρατήσει το μυστικό. Της ζητούσε να πάρουν και τον Μάρκο μαζί τους απόψε, έστω και με το ζόρι και να την ξεχάσουν. Η Ερασμία όμως θα της άλλαζε γνώμη. Η Ερασμία θα την έπειθε. Το τέρας δεν θα ήταν σπίτι. Πάντα τέτοια ώρα ήταν στη λέσχη και έπαιζε χαρτιά. 

Τρέμοντας μπήκε μέσα στο σπίτι και άρχισε να αναζητά την Λουκία. Στο δωμάτιο της την βρήκε στο πάτωμα. Σε μια γωνία στο πάτωμα καθόταν και έκλαιγε με λυγμούς.

-Λουκία μου… είπε και έτρεξε να την πάρει αγκαλιά

-Τι κάνεις εσύ εδώ; Όχι Ερασμία, όχι! Φύγε! Το πλοίο; Ο γάμος;  Ρώτησε σαστισμένη η Λουκία.

-Το πλοίο θα φύγει σε πέντε ώρες και ο γάμος έγινε. Η Φεριχά όπως της ζήτησες μου έδωσε το γράμμα σου, αφού τελείωσε το μυστήριο.

-Να ζήσετε. Να ζήσετε ευτυχισμένοι και αγαπημένοι. Να ζήσετε καλή μου φίλη.

-Ντύσου όσο πιο γρήγορα μπορείς. Θα φύγεις απόψε από εδώ μέσα. Δεν έχω πει τίποτα στον Μάρκο. Θα σε βάλω έστω και λαθραία μέσα στο πλοίο. Εδώ δεν μένεις λεπτό παραπάνω.

-Δεν μπορώ Ερασμία… Δεν μπορώ. Σου το έγραψα, είμαι καταδικασμένη. Είμαι έγκυος. Τι θα κάνω μόνη μου και έγκυος; Φύγε. Φύγε και πάρε και εκείνον μαζί. Μην του το πεις ποτέ. Δεν θέλω να με μισήσει. Εγώ θα περιμένω να γεννηθεί το παιδί. Να μεγαλώσει λίγο. Και μετά θα βρω τρόπο να το πάρω και να φύγουμε. Τώρα όμως δεν γίνεται…

-Το τέρας το ξέρει; Ξέρει πως είσαι έγκυος; ρώτησε με αγωνία η Ερασμία και σηκώθηκε από το πάτωμα, ενώ ταυτόχρονα μάζευε μερικά πράγματα της Λουκίας.

-Όχι. Δεν του το είπα. Και εγώ σήμερα το έμαθα. Είναι στη λέσχη, απάντησε η Λουκία που απελπισμένη καθόταν ακόμα στο πάτωμα.

-Καλύτερα! Έλα σήκω να φύγουμε δεν έχουμε πολύ χρόνο. Σύνελθε και σήκω! διέταξε τη Λουκία τη στιγμή που τον είδε να μπαίνει στο δωμάτιο αφηνιασμένος.

-Παλιοτσούλα! Ετοιμάζεσαι να με αφήσεις και μάλιστα με το παιδί μου στην κοιλιά σου; ούρλιαξε εκείνος και έπιασε τη Λουκία από τα μαλλιά σέρνοντας την στο πάτωμα.

-Φύγε Ερασμία, τρέξε,  φώναξε η Λουκία τρομαγμένη τη στιγμή που το χέρι του χτυπούσε με δύναμη το στόμα της και σταγόνες από αίμα και σάλιο εκσφενδονίζονταν προς όλες τις κατευθύνσεις.


Ό,τι έγινε από εκεί και μετά, η Λουκία σαν ταινία τα θυμόταν. Η Ερασμία να τον καβαλάει  από πίσω και με τα μικρά της χέρια να προσπαθεί να τον πνίξει. Εκείνος να προσπαθεί να ελευθερωθεί. Η Λουκία να ψάχνει σαν τρελή κάτι μέσα στο συρτάρι. Πέντε δευτερόλεπτα νωρίτερα αν το είχε βρει. Πέντε δευτερόλεπτα. Τόσο χρειάστηκε εκείνος για να πιάσει την Ερασμία από τα πόδια, να την φέρει μπροστά του και να την πετάξει με δύναμη στο τοίχο απέναντι. Πέντε δευτερόλεπτα που άλλαξαν τα πάντα. Βλέποντας το αίμα από το κεφάλι της Ερασμίας να τρέχει ασταμάτητα, η οργή τη θόλωσε. Η πρώτη μαχαιριά τον βρήκε δίπλα στην καρδιά και τον έκανε να παραπατάει. Η δεύτερη μαχαιριά τον βρήκε στην πλάτη. Η τρίτη μαχαιριά τον βρήκε στον λαιμό  και πλέον ήταν στο πάτωμα. Οι επόμενες μαχαιριές δεν είχαν νόημα, εκείνη όμως λυσσασμένα συνέχιζε. Έμπηγε το μαχαίρι με οργή  πάνω στο κρέας του ξανά και ξανά.  Και όταν πλέον βεβαιώθηκε πως ήταν νεκρός, έτρεξε στην Ερασμία. Πήρε αγκαλιά το ματωμένο κεφάλι της και έσκυψε κοντά στο στόμα της να δει αν αναπνέει. Τίποτα όμως δεν ακουγόταν.

-Συγνώμη!!!!!!!!!! Συγνώμη!!!!!!!!!  άρχισε να ουρλιάζει με πόνο και έσφιξε στην αγκαλιά της, το άψυχο πλέον σώμα της κοπέλας.                  


για τη συνέχεια πατήστε εδώ

1 σχόλιο:

Σχόλιαστε: