Δευτέρα, 23 Απριλίου 2018

ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ : κεφάλαιο δέκατο



Η Έρη στάθηκε έξω από την πόρτα του μπάνιου, μην ξέροντας τι πρέπει να κάνει. Η Ερασμία ήταν μέσα ήδη πάνω από μια ώρα. Από το συμβάν και μετά κάθε Τετάρτη, την ώρα του μπάνιου, έτρεμε η καρδιά της. Ποιος να το περίμενε πως η ώρα του μπάνιου της Ερασμίας, θα γινόταν δυσκολότερη από την ώρα του μπάνιου του Μενέλαου. Αυτός κάθε φορά γινόταν και πιο συνεργάσιμος. Εκείνη πάλι, κάθε φορά αργούσε και περισσότερο. «Αν χτυπήσω και απλά τη ρωτήσω αν είναι καλά, άραγε θα θυμώσει», αναρωτήθηκε και έκανε να σηκώσει το χέρι της. Αμέσως όμως το μάζεψε. Δέκα λεπτά ακόμα, θα της έδινε δέκα λεπτά ακόμα, αποφάσισε και βγήκε στον κήπο να κάνει ένα τσιγάρο.
«Ευτυχώς Μεγάλη Τετάρτη σήμερα, αύριο θα έρθει και ο περίεργος να με ξεκουράσει λίγο», σκέφτηκε και μάλωσε τον εαυτό της που τον περίμενε. Το θέμα ήταν να βγει η Ερασμία σώα από το αναθεματισμένο το μπάνιο επιτέλους! Με μια κίνηση πέταξε το μισό τσιγάρο που κρατούσε και αποφασιστικά προχώρησε προς το μπάνιο. Θα έμπαινε μέσα και ο Θεός βοηθός. Για καλή της τύχη όμως, μόλις πλησίασε την πόρτα, εκείνη άνοιξε μόνη της και η Ερασμία βγήκε από μέσα. 
-Θέλεις κάτι Έρη μου; ρώτησε η γριά που έμοιαζε κλαμμένη.
-Ανησύχησα λιγάκι. Αργήσατε παραπάνω από το συνηθισμένο γι’ αυτό, απολογήθηκε και της έκανε χώρο να περάσει.
-Έλα μαζί μου λίγο, παρακάλεσε η Ερασμία και η Έρη άρχισε να την ακολουθεί. Σύντομα κατάλαβε πως την οδηγούσε στο μικρό δωματιάκι που συνδεόταν με την κεντρική κρεβατοκάμαρα και που λειτουργούσε ως ντουλάπα μπουντουάρ.
-Μήπως δεν είναι τόσο καλή ιδέα; Θα ανησυχήσουμε τον κύριο Μενέλαο που κοιμάται δίπλα, είπε η Έρη διστακτικά, αλλά η Ερασμία είχε ήδη μπει μέσα και είχε καθίσει μπροστά στον μεγάλο καθρέφτη.
-Μπορείς να μου φτιάξεις λίγο τα μαλλιά; παρακάλεσε και έδωσε στην Έρη μια όμορφη, παλιά, επάργυρη, σκαλιστή βούρτσα . Για λίγα δευτερόλεπτα η ‘Ερη επεξεργάστηκε την όμορφη βούρτσα που κρατούσε.  Και ύστερα με απαλές κινήσεις, άρχισε να βουρτσίζει τα βρεγμένα, λευκά μαλλιά της Ερασμίας, που είχε κλείσει τα μάτια της λες και ταξίδευε κάπου.
-Δεν ήμουν ποτέ κοκέτα και ματαιόδοξη. Μου λείπει όμως τόσο η νιότη μου. Μου λείπει ο παλιός μου εαυτός. Μου η λείπει η ζωή μου στην Αλεξάνδρεια πριν. Πριν γνωρίσω τον Μενέλαο. Τότε που όλα ήταν τόσο απλά… Έχεις νιώσει Έρη ποτέ πως το καλύτερο πράγμα που συνέβη στη ζωή σου , ήταν ταυτόχρονα και το χειρότερο; ρώτησε και ένα δάκρυ κύλησε στο γέρικο μάγουλο της και η Έρη απάντησε. Απάντησε αυθόρμητα και με ειλικρίνεια.
-Ναι κυρία Ερασμία. Ξέρω ακριβώς τι λέτε. Αλλά να σας πω κάτι; Όσο στραβά και αν πήγαν τα πράγματα, αυτοί οι πέντε μήνες που τον κρατούσα στην αγκαλιά μου. Γι αυτούς του πέντε μήνες, το ξαναζούσα όλο και ας πόνεσε τόσο, και ας πονάει ακόμα…

.......................................................................................................................

Αλεξάνδρεια 1966


Ο Μενέλαος βλέποντας το άγνωστο κορίτσι αναψοκοκκινισμένο και λαχανιασμένο, να τον περιμένει στο λόμπι του ξενοδοχείου, ένιωσε την καρδιά του να χάνει έναν χτύπο. Άραγε ποια ήταν, και τι ήθελε από εκείνον; Με βιαστικά βήματα την πλησίασε και πριν προλάβει να της συστηθεί το κορίτσι σαν χείμαρρος άρχισε να μιλάει . Η ταραχή της όμως και τα δακρυσμένα μάτια της, τον μπέρδευαν τόσο πολύ, που δυσκολευόταν να βγάλει άκρη.

Με το χέρι του την έπιασε από το μπράτσο μαλακά και την τράβηξε έξω από το κτήριο. 


-Σιγά, σιγά. Πες  μου ποια είσαι και πως μπορώ να σε βοηθήσω, την παρότρυνε και εκείνη του έχωσε ένα τσαλακωμένο χαρτονόμισμα μέσα στο χέρι.

-Εκεί πρέπει να πάμε! Εκεί! Θα πεθάνει! Ο κύριος Μάρκος το είπε. Τώρα! Τώρα σου λέω! είπε εκείνη και άρχισε να τον τραβάει στον δρόμο, ενώ τα ιδρωμένα μαλλιά της κολλούσαν πάνω στο πρόσωπο της. Ο Μενέλαος μαγεμένος από τη δύναμη που είχε το κορίτσι, άρχισε να το ακολουθεί σαν υπνωτισμένος και ας μην ήξερε που τον πήγαινε. Ο Μάρκος προφανώς την είχε στείλει. Κάπου έπρεπε να πάνε. Μάλλον στη διεύθυνση που έγραφε το χαρτονόμισμα. Εκείνος όμως δεν είχε ιδέα που βρισκόταν αυτή η διεύθυνση. Η μικρή όμως έμοιαζε να ξέρει. Τραβώντας τον σταθερά από τον χέρι, και σχεδόν τρέχοντας, μπήκαν μέσα στα στενά της πόλης. Και όσο προχωρούσαν, τόσο πλήθαιναν οι αιγύπτιοι στο οπτικό του πεδίο. Ένας φόβος τον διαπέρασε. Άραγε κινδύνευαν; Λαχανιασμένοι πλέον και οι δύο στάθηκαν έξω από μια παλιά πόρτα.


-Εδώ είναι! Μπες και πες του να έρθει μαζί μας! Διέταξε η Ερασμία και εκείνος την κοίταξε σαν χαμένος.

-Ο γιατρός! Εδώ είναι ο γιατρός! Δεν μιλάει ελληνικά. Εσύ λέει μιλάς αγγλικά. Ζήτα του να μας ακολουθήσει, εξήγησε η Ερασμία ενώ τον έσπρωχνε προς την πόρτα.

-Και τι να του πω; Ο Μάρκος είναι χτυπημένος; ρώτησε με φανερή αγωνία πλέον στο βλέμμα του. Τόση ώρα το μυαλό του δεν είχε πάει στο ενδεχόμενο να είναι ο Μάρκος κάπου χτυπημένος.

-Όχι ,ανόητε!  Ο κύριος Μάρκος μας στέλνει! Αυτό να του πεις! Λέει θα καταλάβει. Η κυρία μου αιμορραγεί. Βιάσου σε παρακαλώ, είπε το κορίτσι απελπισμένο και ο Μενέλαος κατάλαβε πως έπρεπε να την εμπιστευτεί τυφλά και να κάνει ό,τι του ζητούσε. Και το έκανε. Το έκανε παραμερίζοντας κάθε προσωπικό φραγμό. Εκείνο το μικρό δευτερόλεπτο που πέρασε μέχρι να χτυπήσει δυνατά την ξύλινη παλιά πόρτα, ήταν και το δευτερόλεπτο που παρέδωσε άνευ όρων την καρδία του σε αυτή τη πανικοβλημένη γυναίκα.  


Μέσα στην επόμενη μισή ώρα μόνος του είχε καταλάβει μέσες άκρες τι είχε συμβεί. Ο γιατρός πράγματι μόλις άκουσε το όνομα του Μάρκου, άρπαξε την τσάντα του και τους ακολούθησε. Έδειχνε σαν να το είχε ξαναζήσει στο παρελθόν. Μπαίνοντας στο σπίτι, λες και γνώριζε τα κατατόπια, έτρεξε, ανέβηκε τη σκάλα και πήγε στο υπνοδωμάτιο κλείνοντας πίσω με δύναμη την πόρτα, αφήνοντας την Ερασμία και τον Μένελαο απ' έξω να κοιτάζονται με αμηχανία.


-Με λένε Μενέλαο, είπε επιστρατεύοντας όση γοητεία του είχε απομείνει μετά το τόσο τρέξιμο

-Το ξέρω, απάντησε εκείνη αδιάφορα κοιτώντας με αγωνία την πόρτα.

-Και εσένα, εσένα πως σε λένε; ρώτησε αγνοώντας τον εκνευρισμό του κοριτσιού, επιμένοντας να μάθει τουλάχιστον το όνομα της.

-Ερασμία με λένε μωρέ! Δεν είναι ώρα για τέτοιες συζητήσεις όμως. Καμία προσευχή ξέρεις; Αν ξέρεις, ξεκίνα να τη λες από μέσα σου! τον διέταξε εκείνη που πλέον είχε κολλήσει το αυτί της κυριολεκτικά πάνω στην πόρτα. Και ύστερα η πόρτα άνοιξε απότομα και η Ερασμία παραλίγο να βρεθεί στο πάτωμα. Για λίγη ώρα ο γιατρός μιλούσε στα αγγλικά στον  Μενέλαο, που έδειχνε πλέον σοκαρισμένος. Ύστερα έχωσε στα χέρια της Ερασμία ένα φιαλίδιο με ένα υγρό και τρέχοντας έφυγε από το σπίτι.


Τα μάτια του Μενέλαου πλέον πετούσαν φωτιές και ας τον κοιτούσε η Ερασμία στο στόμα περιμένοντας να την ενημερώσει.

-Μιλά επιτέλους! Τι σου είπε!!!!!

-Σε έχει ακουμπήσει και εσένα;

-Δεν είμαι εγώ το θέμα καλέ μου άνθρωπε! Την έσωσε; Σταμάτησε την αιμορραγία; Συνήλθε;

-Θα γίνει καλά λέει. Χρειάστηκε να κάνει ένα εσωτερικό ράμμα που δεν θα το δει ο άλλος. Έχει χάσει αρκετό αίμα, γι' αυτό λιποθύμησε. Σε καμία ώρα είπε, να βάλεις αυτό το μπουκαλάκι κάτω από τη μύτη της και θα συνέλθει. Όσο μπορούμε να την αφήσουμε να ξεκουραστεί. Ευτυχώς το πρόβλημα είναι στον τράχηλο. Η μήτρα της είναι άθικτη. Απόψε όμως πρέπει να μην συνευρεθούν. Να θρέψει λίγο το τραύμα. Για λίγες μέρες θα είναι αδύναμη, αλλά θα συνέλθει. Τι σκατά έγινε ρε Ερασμία μέσα σε αυτό το δωμάτιο χθες βράδυ; Ποιος άντρας φέρεται έτσι στη γυναίκα του;  

-Δεν είναι άνθρωπος αυτός. Ο διάβολος είναι! Πάω να καθαρίσω την κάμαρη. Ο κύριος Μάρκος είπε θα σε συναντήσει στο ξενοδοχείο, μόλις ξεμπερδέψει. Πες και σε εκείνον ότι είπες σε μένα. Δεν σε πάω μέχρι την πόρτα. Πρέπει να βιαστώ. Σε ευχαριστώ  Κύριε Μενέλαε, ευχαριστώ για τη βοήθεια, είπε και έκανε να μπει μέσα στο δωμάτιο, όταν ο Μενέλαος τη σταμάτησε αγγίζοντας τη μαλακά στον αγκώνα.

-Μενέλαο να με λες, την παρακάλεσε και εκείνη του χάρισε ένα ντροπαλό χαμόγελο και χάθηκε μέσα στο δωμάτιο. 

για τη συνέχεια πατήστε εδώ 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλιαστε: