Παρασκευή, 20 Απριλίου 2018

ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ : κεφάλαιο όγδοο



Αλεξάνδρεια 1966

Η Λουκία κοίταξε με μελαγχολία τη θάλασσα. Πάντα την παρηγορούσε το μπλε της. Τουλάχιστον όπως είχαν έρθει τα πράγματα δεν θα αναγκαζόταν να εγκαταλείψει τον τόπο της. Με τον καιρό θα μάθαινε να τον αγαπάει. Τι κι αν εκείνος ήταν σχεδόν τριάντα χρόνια μεγαλύτερος της. Στα είκοσι τέσσερα της χρόνια, δεν είχε και πολλά περιθώρια να είναι επιλεκτική. Όμορφη δεν ήταν, πλούσια δεν ήταν, αρχοντική καταγωγή δεν είχε, αφού βρέθηκε έστω και εκείνος να τη ζητήσει σε γάμο το συνετότερο που θα έπρεπε να κάνει, ήταν να δεχτεί. Άλλωστε δεν ήταν κανένας τυχάρπαστος. Από τους μεγαλύτερους εμπόρους της πόλης ήταν, και ας ακουγόντουσαν ψίθυροι πως δεν ήταν και τόσο καθαρός. Αν πίστευε ότι λεγόταν για εκείνον, τότε θα έπρεπε να πάρει το πρώτο καράβι και να πάει παρακόρη σε κάποιο σπίτι πίσω στην Ελλάδα, όπως σκόπευε να κάνει πριν σκάσει το προξενιό. Εντάξει την ξένιζε λιγάκι που είχε γιο στην ηλικία της, αλλά αφού ήταν πρόθυμος να κάνει και μαζί της παιδιά ούτε γάτα, ούτε ζημιά. Όλα καλά θα πήγαιναν. Μόλις γνωριζόντουσαν καλύτερα εκείνος θα εκτιμούσε τις αρετές της. Γιατί για να τη ζήτησε σε γάμο, σίγουρα κάτι θα είχε δει σε εκείνη.

Ούτε που είχε περάσει από το μυαλό της, όταν την είχε στείλει ο πατέρας της να πάει κάτι παραστατικά στο γραφείο του, ότι λίγες εβδομάδες αργότερα θα τη ζητούσε σε γάμο. Αυστηρά την είχε υποδεχτεί και ακόμα πιο ψυχρά είχε αρπάξει από τα χέρια της τα τιμολόγια. Εντάξει δεν περίμενε να της πιάσει και κουβέντα. Το αφεντικό του πατέρα της ήταν τα τελευταία πέντε χρόνια. Ευτυχώς δηλαδή που τον είχε προσλάβει εκείνος τότε που είχε χάσει τη δουλειά του και μπορούσαν και επιβίωναν.

-Είναι σκληρός άνθρωπος παιδί μου, και μεγάλος, υπερβολικά μεγάλος, της είχε πει ο πατέρας της προβληματισμένος αν ο γάμος αυτός έπρεπε να γίνει.
-Πατέρα βλέπεις να κάνουν ουρά να με παντρευτούν; Τον Αύγουστο κλείνω τα είκοσι τέσσερα. Πρέπει να σκεφτώ και εσάς λιγάκι. Μεγαλώνεις... , είχε εξηγήσει με ηρεμία η Λουκία.
-Πολλά ακούγονται κόρη μου. Πολλά... Λένε πως εκείνος έφταιγε που πέθανε η πρώτη γυναίκα του. Λένε πως ήταν πολύ σκληρός μαζί της. Δεν θες να το σκεφτούμε λιγάκι; Η αδελφή μου στο Άργος μου έστειλε γράμμα. Βρήκε ένα σπίτι να πας να δουλέψεις. Ίσως είναι καλύτερα αν φύγεις από εδώ. Στην Ελλάδα ίσως έχεις καλύτερη τύχη.
-Μακρυά από την Αλεξάνδρεια θα μαραθώ. Μακριά από τη θάλασσα δεν θα μπορώ να ζήσω. Έχω ανάγκη τις ρίζες μου. Λες και δεν με ξέρεις, κάνεις.
-Καλά παιδί μου, καλά. Μακάρι να σου φερθεί όπως σου αξίζει. Γιατί Λουκία μου, φως της ζωής μου, μπορεί να μην είσαι όμορφη, αλλά είσαι πολύτιμη και στραβός είναι όποιος δεν το βλέπει αυτό, είχε πει ο πατέρας της και την είχε φιλήσει στο κεφάλι όπως έκανε πάντα.

Με το θαλασσινό αέρα να μαστιγώνει να μάγουλα της ήξερε πως έκανε το σωστό. Η πίστη της άλλωστε στους ανθρώπους ήταν και αυτό που την χαρακτήριζε. Μάζεψε έτσι όλο το θάρρος της και ξεκίνησε για το σπίτι του αρραβωνιαστικού της που σήμερα θα της γνώριζε το προσωπικό. Απίστευτο της φαινόταν πως θα είχε προσωπικό. Απίστευτο της φαινόταν και πως το νυφικό το είχε παραγγείλει ο ίδιος στο Παρίσι. Όλο κεντημένη δαντέλα στο χέρι της είχε πει με έπαρση πριν μέρες. Εντάξει ακόμα δεν ήξερε πως τη Λουκία οι πολυτέλειες την τρόμαζαν.Θα το καταλάβαινε με τον καιρό.

Σαν μαυσωλείο έμοιαζε το μεγάλο σπίτι. Παντού κρύο μάρμαρο. Αν ένα σπίτι έχει μείνει χωρίς γυναίκα τόσο καιρό, ρημάζει, σκέφτηκε και ακολούθησε τον μέλλοντα σύζυγό της με το κεφάλι σκυμμένο.

-Μην φέρεσαι σαν υπηρέτρια! Ψηλά το κεφάλι σου, τη μάλωσε και εκείνη προσπάθησε να μην δείχνει τόσο έξω από τα νερά της.
-Αυτός είναι ο σοφέρ ο Αχμέτ, μιλάει ελληνικά, τον έχω χρόνια. Αυτή είναι η Φεριχά η μαγείρισσα. Μόλις μάθεις να μαγειρεύεις καλά, θα πάρει πόδι. Εσύ θα μαγειρεύεις. Οι Έλληνες θέλουμε να μας μαγειρεύουν οι γυναίκες μας και όχι αυτοί οι αλλόθρησκοι. Και αυτό το μυξιάρικο είναι η Ερασμία. Μου την βρήκε ο κουμπάρος μου. Είναι πάνω κάτω στην ηλικία σου. Θα σε βοηθάει σε ότι χρειαστείς και θα καθαρίζει το σπίτι. Μην την κοιτάς που μοιάζει με καθυστερημένο. Δύσκολο να βρεις Έλληνες υπάλληλους, τώρα που όλοι γυρνάνε πίσω στην πατρίδα. Δεν θέλω πολλά, πολλά με το προσωπικό. Δεν τους πληρώνω για να μας κάτσουν στον σβέρκο. Μπορεί να μην έχεις ευγενική καταγωγή, αλλά τώρα που θα φέρεις το όνομα μου οφείλεις να συμπεριφέρεσαι και αναλόγως.
-Μάλιστα, αποκρίθηκε η Λουκία και εκείνος την αγριοκοίταξε
-Σε τρεις μέρες θα φτάσει ο γιος μου ο Μάρκος από την Αγγλία. Όπως είπα και στον πατέρα σου, ότι έχω ήδη απόγονο, δεν σημαίνει πως δεν θα κάνω και άλλους. Είμαι γερός σαν ταύρος και σύντομα θα στο αποδείξω και στην πράξη. Άλλωστε σκοπεύω να τον παντρέψω και αυτόν με την κόρη ενός συνεταίρου μου. Καλά έφαγε και ήπιε τόσα χρόνια στις πλάτες μου. Ώρα να αναλάβει και αυτός τις υποχρεώσεις του. Τον Μάρκο να μην τον θεωρείς εμπόδιο. Ο Μάρκος θα σε σέβεται, γιατί εγώ θα του το επιβάλλω. Έγινα κατανοητός;
-Απόλυτα, απάντησε η Λουκία κοιτώντας με την άκρη του ματιού της την Ερασμία που έμοιαζε κλαμμένη.  Άραγε γιατί έμοιαζε τόσο τρομοκρατημένη; αναρωτήθηκε και σημείωσε μέσα στο μυαλό της να πλησιάσει το κορίτσι όταν θα μετακόμιζε στο σπίτι.
-Για τις επόμενες μέρες δεν θα ιδωθούμε. Δεν πιστεύω στις προλήψεις, αλλά τη νύφη μου θα την δω κατευθείαν στην εκκλησία. Στην ηλικία μου δεν έχω καιρό για χάσιμο. Την ερχόμενη Κυριακή παντρευόμαστε. Το νυφικό σου αυτή τη στιγμή που μιλάμε θα φτάνει στο σπίτι σου. Φρόντισε να το τιμήσεις!  είπε και χωρίς να της ρίξει δεύτερη ματιά χάθηκε μέσα στη βιβλιοθήκη.

Μην ξέροντας τι να κάνει, μαρμαρωμένη σαν το μάρμαρο που πατούσε, κοίταξε την έξοδο. Άραγε έπρεπε να φύγει τώρα;
-Τρέξε κυρά μου να σωθείς, ακούστηκε η Ερασμία να ψελλίζει και η Λουκία αναρίγησε. 
-Ακόμα εδώ είσαι; ούρλιαξε εκείνος από τη βιβλιοθήκη πριν προλάβει η Λουκία να ρωτήσει το κορίτσι τι εννοούσε. Με βιαστικά βήματα άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω στο δρόμο. Κάτι δεν πήγαινε καλά εκεί μέσα της φώναζε το ένστικτό της, αλλά η λογική της το μάλωνε και το έβαζε στη θέση του.        


.................................................................................................................      


Πάλι στην εξορία θα την έβγαζε με το τσιγάρο τους επόμενους μήνες. Ευτυχώς που ο καιρός είχε αρχίσει ήδη να γλυκαίνει. Ο Βασίλης δεν άντεχε καθόλου το τσιγάρο της. Μέχρι και την ημέρα που υπέγραψαν την οριστική απόφαση του διαζυγίου, είχε φροντίσει να της τονίσει πως έπρεπε να το κόψει πάλι. Γιατί το είχε κόψει τους εννιά μήνες της εγκυμοσύνης της αβασάνιστα και χωρίς ιδιαίτερο κόπο. Τι ήθελε και τα σκεφτόταν αυτά απόψε. Λες και είχε περάσει και μια μέρα που να μη το σκεφτεί, έστω και φευγαλέα.

-Αύριο το πρωί φεύγω, δήλωσε βγαίνοντας έξω στον κήπο.
-Στο καλό και να μας γράφεις, είπε εκείνη και του γύρισε την πλάτη θέλοντας να τον διώξει
-Δεν με συμπαθείς, το έχω καταλάβει. Δεν χρειάζεται να φέρεσαι σαν μωρό.
-Εγώ φέρομαι σαν μωρό; Τρεις μέρες είναι που έχω έρθει στο σπίτι και φέρεσαι λες και δεν υπάρχω. Σε έπιασε πάλι καμία κρίση και είσαι φιλικός; Θες μήπως να ζητήσεις κάτι πάλι;
-Όχι Εριφύλη, δεν θέλω να ζητήσω κάτι. Να σε αποχαιρετίσω θέλω. Να σου πω ευχαριστώ θέλω, αλλά δεν μου το κάνεις και ιδιαίτερα εύκολο. Σε δύο εβδομάδες είναι το Πάσχα. Αν θες, τη μια εβδομάδα που θα είμαι εδώ με τη Μαρίνα και τα παιδιά, μπορείς να πας και εσύ στους δικούς σου, στη σχέση σου, όπου βασικά θες, πρότεινε φιλικά και η Έρη τον κοίταξε αινιγματικά.
-Αν ο κύριος Μενέλαος μου ζητήσει να φύγω, θα το κάνω. Από εκείνον παίρνω πλέον εντολές.
-Δεν σε διώχνω. Να γίνω λίγο συμπαθής προσπαθώ το φελέκι μου! Μείνε αν το θες, να σε γνωρίσουν και οι υπόλοιποι. Η Μαρίνα δεν είναι σαν εμάς. Θα μπορείς να συζητήσεις μαζί της. 
-Και πως έμπλεξε μαζί σου; 
-Συνεχίζεις να είσαι εριστική, αλλά θα σου απαντήσω. Δεν είναι όλοι οι άνθρωποι τόσο απόλυτοι όσο είσαι εσύ. Σοβαρά, αν μείνεις, θα είναι και σε εκείνη ευκολότερη η διαμονή εδώ. Αγαπάει τους γέρους μου, αλλά όπως θα έχεις παρατηρήσει, δεν είναι ιδιαίτερα ομιλητικοί. Τα παιδιά πάλι είναι σε τέτοιες ηλικίες, που δεν θα μένουν και πολύ σπίτι. Εφηβεία βλέπεις.
-Καλά πόσο χρονών είσαι και έχεις παιδιά στην εφηβεία;
-Σαράντα οχτώ. Μάλλον μου έκανες κομπλιμέντο μόλις. Ναι ξέρω πως δεν μου φαίνεται, αλλά τόσο είμαι. Ο Μενέλαος λέει πως μοιάζω του παππού μου. Και εκείνος όμως, αν δεν είχε τόσα θέματα υγείας, δεν θα φαινόταν η ηλικία του.
-Πράγματι. Εβδομήντα πέντε τα κεράκια στην τουρτα του νωρίτερα.
-Γενέθλια με χρονοκαθυστέρηση. Θα έσκαγε η Ερασμία αν δεν κάναμε γενέθλια. Σε έβαλε να φτιάξεις πάλι και λαχανοντολμάδες.
-Δεν πειράζει, αυτή τη φορά ήξερα και πως να το κάνω.
-Μεταξύ μας δεν τρωγόντουσαν... Έπρεπε να φας λαχανοντολμάδες από τη μάνα μου, να δεις τι πάει να πει μαγείρισσα παλιά κοπής.
-Μαγέιρεψε εσύ χωρίς αλάτι, χωρίς μπαχαρικά, χωρίς πολλά λάδια και τσιγαρίσματα και μετά έλα να μου πεις αν θα τρώγεται το φαί!
-Γιατί νομίζεις δεν μαγειρεύει η ίδια; Γιατί δεν μπορεί; Γιατί δεν θυμάται; Γιατί αρνείται να σερβίρει στον Μενέλαο άνοστο φαγητό που μαγείρεψε η ίδια. Ξέρει πως έτσι πρέπει να είναι το φαγητό τους, αλλά θέλει ο άντρας της να θυμάται τη γεύση της νιότης τους.
-Λες να παθαίνει πάλι κρίση; Την ώρα που σβήσαμε την τούρτα του είπε "σ'αγαπάω Μάρκο μου" και αυτός δάκρυσε.
-Πιθανόν. Μάρκο λένε το γιό μου. Ίσως να τον μπέρδεψε. Συχνά το κάνει πάντως αυτό τελευταία. Του έχει και αδυναμία του μικρού.
-Μάρκο; Πως και δεν απαίτησαν να τον βγάλεις Μενέλαο; Τον πεθερό σου λένε Μάρκο;
-Μεγάλη ιστορία... Μάρκο έλεγαν τον κολλητό του πατέρα μου που πέθανε νέος. Εκείνος ήταν η αιτία λένε που γνωρίστηκε η Ερασμία με τον Μενέλαο. Εκείνος τους πάντρεψε λίγο πριν πεθάνει. Γιαυτό η Ερασμία επέμενε να βγάλω το παιδί Μάρκο. Και αν η Ερασμία θέλει κάτι, εμείς τα αρσενικά της οικογένειας υπακούμε.
-Γι' αυτόν τη γουστάρω! Καλά σας κάνει!
-Γυναίκεια αλληλεγγύη; Μοιάζετε λιγάκι με την Ερασμία. Όχι στην εμφάνιση. Δεν μπορώ να το εξηγήσω, αλλά μοιάζετε. Σαν να κουβαλάτε κάτι κοινό. Τέλος πάντων πολλά είπαμε.
-Φυσικά, κάναμε διάλογο ανθρώπινο. Κάποιος φούρνος θα γκρεμίστηκε!
-Πάω να κοιμηθώ, γιατί πετάω αξημέρωτα. Τα λέμε Εριφύλη σε δύο εβδομάδες.
-Καλό ταξίδι και σταμάτα επιτέλους να με αποκαλείς με ολόκληρο το όνομα μου! Κανένας δεν με φωνάζει έτσι και μου φαίνεται περίεργο όταν το ακούω. Έρη!
-Έγκλημα που το έκοψες. Εγώ Εριφύλη θα σε λέω, κοίτα να το συνηθίσεις, είπε και έφυγε από το κήπο αφήνοντας την πάλι μόνη. Ανάποδος άντρας. Κυκλοθυμικός, αινιγματικός, υπερόπτης, κατέληξε η Έρη και άναψε ακόμα ένα τσιγάρο. Τα πιάτα στο νεροχύτη μπορούσαν να περίμενουν λίγο ακόμα.      

 για τη συνέχεια πατήστε εδώ         

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλιαστε: