Τετάρτη, 25 Απριλίου 2018

ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ : κεφάλαιο δωδέκατο




Πως έγινε αυτό; Ναι, είχαν πιεί κάτι ούζα. Πολλά ούζα… Δικαιολογίες! Δεν ήταν μεθυσμένοι. Λίγο ζαλισμένοι ίσως, μεθυσμένοι όμως όχι. Δεν μπορεί να έκαναν τέτοια μαλακία. Και άντε αυτή φημιζόταν για την παρορμητικότητα της, εκείνου πως του ήρθε στα καλά καθούμενα; Θα τρελαινόταν… Από την ώρα που κακήν κακώς τον είχε διώξει από το διαμέρισμα της, κόντευε να σπάσει το κεφάλι της. Ανάβοντας το ένα τσιγάρο πίσω από το άλλο, προσπαθούσε να βάλει λίγο τις σκέψεις της σε σειρά, αλλά μάταια.  Εικόνες χωρίς χρονική αλληλουχία τη χτυπούσαν σαν κύματα. Εικόνες άνευ λογικής.

Τα χέρια της κολλημένα στον τοίχο έξω από το διαμέρισμα της και εκείνος να παλεύει να βρει δίοδο ανάμεσα στα πόδια της. Τα μαλλιά της υγρά πάνω στο στέρνο του και ο ιδρώτας να στάζει από το κεφάλι της. Η γλώσσα του να λεηλατεί , η γλώσσα της να μην μπορεί να αρθρώσει λέξεις. Τα χέρια του να την κρατάνε σφιχτά από τους γλουτούς, τα νύχια της να γδέρνουν την πλάτη του. Λίγο ούζο που έτρεξε πάνω στο χέρι της καθώς το σέρβιρε και εκείνος με το στόμα του να το σκούπιζε. Ένα χέρι να τραβάει με δύναμη τα μαλλιά της προς τα πίσω. Τα χείλη του να κλέβουν το οξυγόνο από μέσα της, το σώμα της ολόκληρο ένα γυμνό καλώδιο. Κομμάτια ενός πάζλ που το μυαλό της αρνούταν να ολοκληρώσει. Λες και αν η εικόνα έπαιρνε τελικό σχήμα, δεν θα άντεχε τις τύψεις και τη ντροπή.
Εκνευρισμένη άρχισε να περπατάει μέσα στο δωμάτιο. Με όλους ήταν θυμωμένη. Με εκείνον που την αιφνιδίασε, με την Ερασμία που λες και το είχε κάνει επίτηδες, αλλά κυρίως με τον εαυτό της, που ακόμα και εκείνη τη στιγμή, που ένιωθε ναυτία με όσα είχαν κάνει λίγες ώρες πριν, η αδρεναλίνη συνέχιζε να γαργαλάει λάγνα τους πόρους του γυμνού δέρματός της
.
«Δύο ενήλικες , πηδήχτηκαν κοινή συναινέσει!» κατέληξε και άρχισε να ντύνετε βιαστικά, ενώ σχημάτιζε έναν αριθμό στο κινητό της.

-Εγώ είμαι κυρία Ερασμία, η Έρη. Θα ήθελα να ζητήσω άδεια μέχρι την Πέμπτη μετά το Πάσχα, αν δεν έχετε αντίρρηση και εσείς. Λέω να επισκεφτώ τους γονείς μου, είπε προετοιμασμένη να το απαιτήσει σε περίπτωση που της το αρνιόταν.
-Φυσικά και να πας. Θα τα πούμε μετά το Πάσχα. Καλή ανάσταση παιδί μου, απάντησε η γριά και έκλεισε το τηλέφωνο αφήνοντας την Έρη ακόμα πιο μπερδεμένη.

-Ερασμία γιατί τα κάνεις αυτά; ρώτησε αυστηρά ο Μενέλαος βλέποντας την Ερασμία να χαμογελάει στο ακουστικό του τηλεφώνου.
-Γιατί έχω γεροντική άνοια, απάντησε εκείνη και κάθισε στον καναπέ δίπλα του.
-Σε εμένα μην τα πουλάς αυτά. Έχεις αποτρελαθεί; Είναι παντρεμένος, έχει οικογένεια. Πόσο περισσότερο θα τον καταστρέψουμε;
-Σώπα Μενέλαε! Να τον σώσω προσπαθώ. Την χρειάζεται! Και αν δεν την χρειάζεται τώρα, θα τη χρειαστεί σύντομα. Τα είδες τα μούτρα του όταν ήρθε από τη Μαδρίτη. Ο χρόνος μας πιέζει. Πολλές παλαβομάρες έχω κάνει, αυτή είναι να ξέρεις όμως, είναι  η πιο λογική απ’ όλες.
-Τα μούτρα του εγώ τα είδα προχθές. Εσύ τα μούτρα του τα είδες πριν λίγο που μπήκε σπίτι;
-Τα είδα Μενέλαε… Αν δεν νιώσει, δεν θα καταλάβει ποτέ. Αυτό θες; Και δεν με νοιάζει για τις δικές μας ψυχές και το ξέρεις. Εκείνου τη ψυχή όμως δεν θα την πάρουμε μαζί μας στην κόλαση. Αυτός δεν έφταιξε σε τίποτα.
-Περίεργος τρόπος να στείλεις κάποιον στον παράδεισο. Από πότε ο δρόμος περνάει μέσα από τη μοιχεία;
-Από τότε που τον ανοίξαμε εσύ και εγώ, αγάπη μου.
-Αχ βρε Ερασμία… Πότε θα σταματήσεις να τιμωρείς τον εαυτό σου;
-Όταν θα σταματήσεις και εσύ. Μοιάζετε τόσο πολύ... Βλέπεις πόσο μοιάζετε;
-Το βλέπω και φοβάμαι… Φοβάμαι πολύ, είπε ο Μενέλαος και έπιασε το χέρι της γυναίκας του και το φίλησε γλυκά.   
……………………………………………………………………………………………………….

Αλεξάνδρεια 1966


Ένας μήνας, τόσο είχε περάσει από το βράδυ εκείνο. Ένας μήνας που η Λουκία είχε δοκιμάσει κάθε ανθρώπινο μέσο για να μην χάσει το μυαλό της. Ένας μήνας που το ξυράφι το είχε κρατήσει, με χέρια που έτρεμαν, δίπλα στις φλέβες τις άπειρες φορές, αλλά που ακόμα δεν είχε βρει το κουράγιο να το μπήξει μέσα τους. Οι αντοχές τις κάθε μέρα λιγόστευαν και μονόδρομος έμοιαζε η λύση. Δοκίμασε να μην αντιστέκεται. Τις μαρτυρικές ώρες που εκείνος βίαια διεκδικούσε το σώμα της, προσπαθούσε να βγαίνει μέσα από αυτό. Σαν αόρατο χέρι όμως η θέληση της την τραβούσε με βία και πάλι μέσα. Λες και  η αηδία που ξεχείλιζε από κάθε πόρο της, ερχόταν να της θυμίσει, πως όχι η ζωή της ,δεν άξιζε να είναι έτσι. 


Στους γονείς της δεν είχε πει κουβέντα. Δεν έφταιγαν εκείνοι… Και τον Μάρκο σταμάτησε να προσπαθεί να τον πλησιάσει. Η αρχική ελπίδα της πως μόνο εκείνος θα την καταλάβαινε, πολύ νωρίς είχε εξατμιστεί. Εκείνος άλλωστε είχε να αντιμετωπίσει τους δικούς του δαίμονες. Εκείνος σε λίγες μέρες θα αρραβωνιαζόταν. Σε λίγες μέρες θα έθαβε ο ανόητος  και αυτός τη ζωή του μέσα στη διαστροφή του πατέρα του. Τι τον κρατούσε; Γιατί δεν έφευγε να σωθεί, όπως της είχε δηλώσει;


Μα τι αναρωτιόταν; Ο φίλος του τον κρατούσε. Αυτός ο νεαρός που με την Ερασμία ζούσαν μια αγάπη, όπως θα έπρεπε να είναι η αγάπη. Στα μάτια της Ερασμίας έβλεπε η Λουκία το πρόσωπο του αληθινού έρωτα. Η γλυκιά της η Ερασμία, η αδελφή της καρδίας της, ήταν η μόνη που της έδινε κουράγιο να ανοίγει πλέον κάθε πρωί τα μάτια της. Με καλοσύνη της έκανε παρέα, με υπομονή της καθάριζε τα τραύματα κάθε φορά που ξέφευγε η κατάσταση, με αγάπη την παρηγορούσε πως εκείνη θα την έπαιρνε από εκεί μέσα και θα έφευγαν. Ώρες ατελείωτες στο κήπο οι δύο γυναίκες  με τσουγκράνες και χώμα προσπαθούσαν να σπρώξουν τον χρόνο. Και όσο και αν απέφευγε η Ερασμία να της λέει για τον Μενέλαο, η Λουκία το έβλεπε πόσο ερωτευμένη και πόσο ευτυχισμένη ήταν. Την έβλεπε να χαϊδεύει τον λαιμό της όταν γυρνούσε από τις εξόδους της. Και αναρωτιόταν, αναρωτιόταν με θλίψη πως άραγε να είναι ένα φιλί δοσμένο με αγάπη.


-Άφησε την επιτέλους να φύγει! Εσύ την κρατάς! Εσύ μας κρατάς όλους καρφωμένους σε τούτο τον αναθεματισμένο τόπο, της ούρλιαξε ο Μάρκος ένα απόγευμα που ήταν μόνοι οι δυο τους σπίτι και εκείνη τον κοίταξε με απορία.

-Ποιαν κρατάω; Την Ερασμία;

-Φυσικά και την Ερασμία! Της ζήτησε να παντρευτούν. Τον αγαπάει , αλλά δεν σε εγκαταλείπει λέει. Δεν μπορεί να φύγει και να σε αφήσει εδώ μέσα. Πες της πως μπορεί να φύγει, είπε απειλητικά και τα μάτια του πετούσαν φλόγες.

-Δεν το ήξερα… Έχεις δίκιο, θα της πω να ακολουθήσει την καρδιά της. Αυτή τουλάχιστον να είναι ευτυχισμένη. Εσύ τουλάχιστον να είσαι ευτυχισμένος. Κάποιοι τουλάχιστον να είναι επιτέλους ευτυχισμένοι.

-Τι δουλειά έχω εγώ; Εγώ δεν σε έχω ανάγκη για να είμαι ευτυχισμένος! Εμένα βγάλε με από τη μέση.

-Λυπάμαι Μάρκο, λυπάμαι για ό,τι μπορεί να έχεις περάσει εδώ μέσα. Λυπάμαι που εκείνη δεν βρήκε το κουράγιο να σε προστατεύσει. Λυπάμαι που εκείνος κατάφερε και έσπασε μέσα σου τα πάντα. Λυπάμαι που και εγώ έτσι θα γίνω…

-Σκάσε! Σκάσε σου λέω, ούρλιαξε και κινήθηκε απειλητικά προς το μέρος της

-Θα με χτυπήσεις και εσύ; Δεν φοβάμαι, χτύπησε με, αλλά μην του κάνεις τη χάρη. Μην γίνεις σαν και εκείνον. Μπορείς να είσαι διαφορετικός, αποκρίθηκε η Λουκία κοιτώντας τον κατάματα.

-Πως μπορείς; Πως το κάνεις αυτό; Πες μου, πως το κάνεις!!!! Πως μπορείς με τις μελανιές ακόμα πάνω σου να ελπίζεις στους ανθρώπους; Από τι είσαι φτιαγμένη;

-Πάω πάνω Μάρκο, σε λίγο θα γυρίσει σπίτι και καλό είναι να μην μας βρει να μιλάμε.  Αλήθεια δεν ήξερα πως της ζήτησε να παντρευτούν. Το περίμενα, αλλά δεν το ήξερα. Θα το τακτοποιήσω. Σύντομα όλοι σας, θα είσαστε ελεύθεροι, δήλωσε και βγήκε από το δωμάτιο για να μην τη δει να κλαίει.  


Με σφιγμένες τις γροθιές ακόμα, βγήκε έξω στον δρόμο και άρχισε να κατηφορίζει προς τη θάλασσα.  Γιατί δεν σηκωνόταν επιτέλους να φύγει; Γιατί καθόταν να βασανίζεται; Γιατί θα έκανε έναν αρραβώνα που δεν θα κατέληγε ποτέ σε γάμο; Γιατί κορόιδευε τον εαυτό του χρεώνοντας τον Μενέλαο;  Εκείνος ήταν αυτός που δεν μπορούσε να την εγκαταλείψει εκεί μέσα. Εκείνος ήταν που μόνο αυτή, η μητριά του, η κοπέλα με το μελαγχολικό βλέμμα και το σακατεμένο κορμί τον είχε κάνει επιτέλους να νιώσει κάτι μέσα του, μετά από τόσα χρόνια. Λες και όλα τα βασανιστήρια του παρελθόντος και του παρόντος είχαν συμβεί για να μπουν ο ένας μέσα στη ζωή του άλλου.  


Η Ερασμία με τον Μενέλαο έπρεπε να φύγουν. Θα τους πάντρευε και μετά θα τους έδιωχνε για την Ελλάδα. Αν η Ερασμία ήξερε πως θα έμενε εκείνος πίσω να προσέχει τη Λουκία, θα έφευγε με τον άντρα της. Τουλάχιστον κάποιοι να ζούσαν ευτυχισμένοι, όπως έλεγε και εκείνη…     

για τη συνέχεια πατήστε εδώ       

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλιαστε: