Δευτέρα 23 Απριλίου 2018

ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ : κεφάλαιο δέκατο


Η Έρη στάθηκε έξω από την πόρτα του μπάνιου, μην ξέροντας τι πρέπει να κάνει. Η Ερασμία ήταν μέσα ήδη πάνω από μια ώρα. Από το συμβάν και μετά κάθε Τετάρτη, την ώρα του μπάνιου, έτρεμε η καρδιά της. Ποιος να το περίμενε πως η ώρα του μπάνιου της Ερασμίας, θα γινόταν δυσκολότερη από την ώρα του μπάνιου του Μενέλαου. Αυτός κάθε φορά γινόταν και πιο συνεργάσιμος. Εκείνη πάλι, κάθε φορά αργούσε και περισσότερο. «Αν χτυπήσω και απλά τη ρωτήσω αν είναι καλά, άραγε θα θυμώσει», αναρωτήθηκε και έκανε να σηκώσει το χέρι της. Αμέσως όμως το μάζεψε. Δέκα λεπτά ακόμα, θα της έδινε δέκα λεπτά ακόμα, αποφάσισε και βγήκε στον κήπο να κάνει ένα τσιγάρο.
«Ευτυχώς Μεγάλη Τετάρτη σήμερα, αύριο θα έρθει και ο περίεργος να με ξεκουράσει λίγο», σκέφτηκε και μάλωσε τον εαυτό της που τον περίμενε. Το θέμα ήταν να βγει η Ερασμία σώα από το αναθεματισμένο το μπάνιο επιτέλους! Με μια κίνηση πέταξε το μισό τσιγάρο που κρατούσε και αποφασιστικά προχώρησε προς το μπάνιο. Θα έμπαινε μέσα και ο Θεός βοηθός. Για καλή της τύχη όμως, μόλις πλησίασε την πόρτα, εκείνη άνοιξε μόνη της και η Ερασμία βγήκε από μέσα. 
-Θέλεις κάτι Έρη μου; ρώτησε η γριά που έμοιαζε κλαμμένη.
-Ανησύχησα λιγάκι. Αργήσατε παραπάνω από το συνηθισμένο γι’ αυτό, απολογήθηκε και της έκανε χώρο να περάσει.
-Έλα μαζί μου λίγο, παρακάλεσε η Ερασμία και η Έρη άρχισε να την ακολουθεί. Σύντομα κατάλαβε πως την οδηγούσε στο μικρό δωματιάκι που συνδεόταν με την κεντρική κρεβατοκάμαρα και που λειτουργούσε ως ντουλάπα μπουντουάρ.
-Μήπως δεν είναι τόσο καλή ιδέα; Θα ανησυχήσουμε τον κύριο Μενέλαο που κοιμάται δίπλα, είπε η Έρη διστακτικά, αλλά η Ερασμία είχε ήδη μπει μέσα και είχε καθίσει μπροστά στον μεγάλο καθρέφτη.
-Μπορείς να μου φτιάξεις λίγο τα μαλλιά; παρακάλεσε και έδωσε στην Έρη μια όμορφη, παλιά, επάργυρη, σκαλιστή βούρτσα . Για λίγα δευτερόλεπτα η ‘Ερη επεξεργάστηκε την όμορφη βούρτσα που κρατούσε.  Και ύστερα με απαλές κινήσεις, άρχισε να βουρτσίζει τα βρεγμένα, λευκά μαλλιά της Ερασμίας, που είχε κλείσει τα μάτια της λες και ταξίδευε κάπου.
-Δεν ήμουν ποτέ κοκέτα και ματαιόδοξη. Μου λείπει όμως τόσο η νιότη μου. Μου λείπει ο παλιός μου εαυτός. Μου η λείπει η ζωή μου στην Αλεξάνδρεια πριν. Πριν γνωρίσω τον Μενέλαο. Τότε που όλα ήταν τόσο απλά… Έχεις νιώσει Έρη ποτέ πως το καλύτερο πράγμα που συνέβη στη ζωή σου, ήταν ταυτόχρονα και το χειρότερο; ρώτησε και ένα δάκρυ κύλησε στο γέρικο μάγουλο της και η Έρη απάντησε. Απάντησε αυθόρμητα και με ειλικρίνεια.
-Ναι κυρία Ερασμία. Ξέρω ακριβώς τι λέτε. Αλλά να σας πω κάτι; Όσο στραβά και αν πήγαν τα πράγματα, αυτοί οι πέντε μήνες που τον κρατούσα στην αγκαλιά μου. Γι' αυτούς του πέντε μήνες, το ξαναζούσα όλο και ας πόνεσε τόσο, και ας πονάει ακόμα…

.......................................................................................................................

Αλεξάνδρεια 1966


Ο Μενέλαος βλέποντας το άγνωστο κορίτσι αναψοκοκκινισμένο και λαχανιασμένο, να τον περιμένει στο λόμπι του ξενοδοχείου, ένιωσε την καρδιά του να χάνει έναν χτύπο. Άραγε ποια ήταν, και τι ήθελε από εκείνον; Με βιαστικά βήματα την πλησίασε και πριν προλάβει να της συστηθεί το κορίτσι σαν χείμαρρος άρχισε να μιλάει . Η ταραχή της όμως και τα δακρυσμένα μάτια της, τον μπέρδευαν τόσο πολύ, που δυσκολευόταν να βγάλει άκρη.

Με το χέρι του την έπιασε από το μπράτσο μαλακά και την τράβηξε έξω από το κτήριο. 


-Σιγά, σιγά. Πες  μου ποια είσαι και πως μπορώ να σε βοηθήσω, την παρότρυνε και εκείνη του έχωσε ένα τσαλακωμένο χαρτονόμισμα μέσα στο χέρι.

-Εκεί πρέπει να πάμε! Εκεί! Θα πεθάνει! Ο κύριος Μάρκος το είπε. Τώρα! Τώρα σου λέω! είπε εκείνη και άρχισε να τον τραβάει στον δρόμο, ενώ τα ιδρωμένα μαλλιά της κολλούσαν πάνω στο πρόσωπο της. Ο Μενέλαος μαγεμένος από τη δύναμη που είχε το κορίτσι, άρχισε να το ακολουθεί σαν υπνωτισμένος και ας μην ήξερε που τον πήγαινε. Ο Μάρκος προφανώς την είχε στείλει. Κάπου έπρεπε να πάνε. Μάλλον στη διεύθυνση που έγραφε το χαρτονόμισμα. Εκείνος όμως δεν είχε ιδέα που βρισκόταν αυτή η διεύθυνση. Η μικρή όμως έμοιαζε να ξέρει. Τραβώντας τον σταθερά από τον χέρι, και σχεδόν τρέχοντας, μπήκαν μέσα στα στενά της πόλης. Και όσο προχωρούσαν, τόσο πλήθαιναν οι αιγύπτιοι στο οπτικό του πεδίο. Ένας φόβος τον διαπέρασε. Άραγε κινδύνευαν; Λαχανιασμένοι πλέον και οι δύο στάθηκαν έξω από μια παλιά πόρτα.


-Εδώ είναι! Μπες και πες του να έρθει μαζί μας! Διέταξε η Ερασμία και εκείνος την κοίταξε σαν χαμένος.

-Ο γιατρός! Εδώ είναι ο γιατρός! Δεν μιλάει ελληνικά. Εσύ λέει μιλάς αγγλικά. Ζήτα του να μας ακολουθήσει, εξήγησε η Ερασμία ενώ τον έσπρωχνε προς την πόρτα.

-Και τι να του πω; Ο Μάρκος είναι χτυπημένος; ρώτησε με φανερή αγωνία πλέον στο βλέμμα του. Τόση ώρα το μυαλό του δεν είχε πάει στο ενδεχόμενο να είναι ο Μάρκος κάπου χτυπημένος.

-Όχι ,ανόητε!  Ο κύριος Μάρκος μας στέλνει! Αυτό να του πεις! Λέει θα καταλάβει. Η κυρία μου αιμορραγεί. Βιάσου σε παρακαλώ, είπε το κορίτσι απελπισμένο και ο Μενέλαος κατάλαβε πως έπρεπε να την εμπιστευτεί τυφλά και να κάνει ό,τι του ζητούσε. Και το έκανε. Το έκανε παραμερίζοντας κάθε προσωπικό φραγμό. Εκείνο το μικρό δευτερόλεπτο που πέρασε μέχρι να χτυπήσει δυνατά την ξύλινη παλιά πόρτα, ήταν και το δευτερόλεπτο που παρέδωσε άνευ όρων την καρδία του σε αυτή τη πανικοβλημένη γυναίκα.  


Μέσα στην επόμενη μισή ώρα μόνος του είχε καταλάβει μέσες άκρες τι είχε συμβεί. Ο γιατρός πράγματι μόλις άκουσε το όνομα του Μάρκου, άρπαξε την τσάντα του και τους ακολούθησε. Έδειχνε σαν να το είχε ξαναζήσει στο παρελθόν. Μπαίνοντας στο σπίτι, λες και γνώριζε τα κατατόπια, έτρεξε, ανέβηκε τη σκάλα και πήγε στο υπνοδωμάτιο κλείνοντας πίσω με δύναμη την πόρτα, αφήνοντας την Ερασμία και τον Μένελαο απ' έξω να κοιτάζονται με αμηχανία.


-Με λένε Μενέλαο, είπε επιστρατεύοντας όση γοητεία του είχε απομείνει μετά το τόσο τρέξιμο

-Το ξέρω, απάντησε εκείνη αδιάφορα κοιτώντας με αγωνία την πόρτα.

-Και εσένα, εσένα πως σε λένε; ρώτησε αγνοώντας τον εκνευρισμό του κοριτσιού, επιμένοντας να μάθει τουλάχιστον το όνομα της.

-Ερασμία με λένε μωρέ! Δεν είναι ώρα για τέτοιες συζητήσεις όμως. Καμία προσευχή ξέρεις; Αν ξέρεις, ξεκίνα να τη λες από μέσα σου! τον διέταξε εκείνη που πλέον είχε κολλήσει το αυτί της κυριολεκτικά πάνω στην πόρτα. Και ύστερα η πόρτα άνοιξε απότομα και η Ερασμία παραλίγο να βρεθεί στο πάτωμα. Για λίγη ώρα ο γιατρός μιλούσε στα αγγλικά στον Μενέλαο, που έδειχνε πλέον σοκαρισμένος. Ύστερα έχωσε στα χέρια της Ερασμία ένα φιαλίδιο με ένα υγρό και τρέχοντας έφυγε από το σπίτι.


Τα μάτια του Μενέλαου πλέον πετούσαν φωτιές και ας τον κοιτούσε η Ερασμία στο στόμα περιμένοντας να την ενημερώσει.

-Μιλά επιτέλους! Τι σου είπε!!!!!

-Σε έχει ακουμπήσει και εσένα;

-Δεν είμαι εγώ το θέμα καλέ μου άνθρωπε! Την έσωσε; Σταμάτησε την αιμορραγία; Συνήλθε;

-Θα γίνει καλά λέει. Χρειάστηκε να κάνει ένα εσωτερικό ράμμα που δεν θα το δει ο άλλος. Έχει χάσει αρκετό αίμα, γι' αυτό λιποθύμησε. Σε καμία ώρα είπε, να βάλεις αυτό το μπουκαλάκι κάτω από τη μύτη της και θα συνέλθει. Όσο μπορούμε να την αφήσουμε να ξεκουραστεί. Ευτυχώς το πρόβλημα είναι στον τράχηλο. Η μήτρα της είναι άθικτη. Απόψε όμως πρέπει να μην συνευρεθούν. Να θρέψει λίγο το τραύμα. Για λίγες μέρες θα είναι αδύναμη, αλλά θα συνέλθει. Τι σκατά έγινε ρε Ερασμία μέσα σε αυτό το δωμάτιο χθες βράδυ; Ποιος άντρας φέρεται έτσι στη γυναίκα του;  

-Δεν είναι άνθρωπος αυτός. Ο διάβολος είναι! Πάω να καθαρίσω την κάμαρη. Ο κύριος Μάρκος είπε θα σε συναντήσει στο ξενοδοχείο, μόλις ξεμπερδέψει. Πες και σε εκείνον ότι είπες σε μένα. Δεν σε πάω μέχρι την πόρτα. Πρέπει να βιαστώ. Σε ευχαριστώ  Κύριε Μενέλαε, ευχαριστώ για τη βοήθεια, είπε και έκανε να μπει μέσα στο δωμάτιο, όταν ο Μενέλαος τη σταμάτησε αγγίζοντας τη μαλακά στον αγκώνα.

-Μενέλαο να με λες, την παρακάλεσε και εκείνη του χάρισε ένα ντροπαλό χαμόγελο και χάθηκε μέσα στο δωμάτιο. 

για τη συνέχεια πατήστε εδώ 

Σάββατο 21 Απριλίου 2018

ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ : κεφάλαιο ένατο





Αλεξάνδρεια 1966

Το πρωινό τραπέζι ήταν γεμάτο εξαιρετικές λιχουδιές. Η Φεριχά με την Ερασμία το ετοίμαζαν με σχολαστικότητα από τα ξημερώματα. Η εντολή του αφεντικού αυτή ήταν, και εκείνες την είχαν υπακούσει, όχι τόσο από φόβο αυτή τη φορά, όσο από την ανάγκη τους να ευχαριστήσουν την κυρά τους, που χθες βράδυ, με το κατάλευκο νυφικό της, είχε έρθει επιτέλους στο σπίτι.  Ίσως τώρα που θα  έμπαινε μια γυναίκα εκεί μέσα, τα πράγματα να άλλαζαν. Ίσως ο κύρης τους επιτέλους να μαλάκωνε λίγο.
-Μπορώ να έχω λίγο αγγλικό τσάι; ρώτησε ο νεαρός κύριος ευγενικά και η Ερασμία τσακίστηκε να του φέρει. Αυτός έμοιαζε διαφορετικός από τον άλλο. Αυτός ήταν ευγενικός και χαμογελαστός. Αυτός ακόμα και στην εμφάνιση έμοιαζε μάλλον της μάνα του, σκέφτηκε η Ερασμία όσο του σέρβιρε το τσάι.
-Άργησαν οι νεόνυμφοι, μονολόγησε προβληματισμένος ο Μάρκος τρώγοντας μια φέτα κέικ. Αν δεν κατέβαιναν άμεσα, θα έστηνε τον Μενέλαο που τον περίμενε στο ξενοδοχείο για να του δείξει την πόλη. Ούτε που το σκεφτόταν να φύγει πριν τους καλημερίσει. Αφορμή έψαχνε ο πατέρας του,  μέρες τώρα, να σκοτωθούν, αλλά το χατίρι δεν θα του το έκανε.  Ακόμα και το παράλογο να παντρευτεί μια γυναίκα στην ηλικία του ίδιου, το είχε καταπιεί αμάσητο. Αφού αυτή η ηλίθια είχε δεχτεί, δικό της το πρόβλημα. Εκείνος θα έκανε τα τυπικά, όπως όφειλε, και στη συνέχεια θα έπαιρνε τον Μενέλαο και θα γίνονταν καπνός. Πρώτα όμως θα εξασφάλιζε λίγες χρυσές λίρες. Ανάθεμα την ανάγκη, αλλά τις χρειαζόντουσαν μέχρι να πατήσουν στα πόδια τους. Και αν έβλεπε πως δεν θα τις έπαιρνε με το καλό, θα τις έκλεβε και με το νυχτερινό πλοίο θα έφευγαν. Λίγο ακόμα υπομονή. Σε λίγες εβδομάδες το τοπίο θα ξεκαθάριζε.
-Ερασμία τον καφέ μου! ακούστηκε η φωνή του πατέρα του από την σκάλα και η μικρή έτρεξε στην κουζίνα να τον ετοιμάσει.
-Καλημέρα πατέρα, είπε ο Μάρκος και εκείνος μούγκρισε κάτι απροσδιόριστο πιάνοντας την εφημερίδα, που ήταν ήδη πάνω στο τραπέζι και τον περίμενε. Προφανώς δεν είχε όρεξη για κουβέντες, σκέφτηκε ο Μάρκος που κοιτούσε τη σκάλα περιμένοντας και τη νύφη να κατέβει, να ξεμπερδεύει επιτέλους. Η Ερασμία έβαλε το φλιτζάνι με τον ελληνικό καφέ δίπλα στο αφεντικό της και πισωπατώντας, αρχισε να απομακρύνεται.
-Ανέβα στην κυρά σου! Δεν θα κατεβεί για πρωινό. Ανέβα να τη βοηθήσεις και μετά να της πας πάνω κάτι να φάει, διέταξε χωρίς να κατεβάζει την εφημερίδα του.
-Πατέρα την άδεια σας, να φύγω.  Αφού η σύζυγός σας δεν θα κατεβεί , μπορώ να πάω λίγο στην πόλη;
-Μητέρα θα την λες. Και όχι δεν έχεις την άδεια μου να πας στην πόλη. Σε μισή ώρα σε περιμένω στο γραφείο μου. Έχουμε μια κουβέντα να κάνουμε οι δύο μας! Μην αργήσεις, είπε και χτυπώντας την εφημερίδα στον τραπέζι σηκώθηκε και βγήκε από την τραπεζαρία.
Λίγη ώρα αργότερα ακούστηκε ο ήχος του αυτοκινήτου και ο Μάρκος μπορούσε επιτέλους να ανασάνει ελεύθερα. Άκου απαίτηση να τη φωνάζω μητέρα! Θα γελάνε και οι πέτρες αν μας ακούσει κανείς. Έχει ξεμωραθεί εντελώς, σκέφτηκε και σηκώθηκε και εκείνος. Θα περνούσε από το ξενοδοχείο πηγαίνοντας στο γραφείο να ενημερώσει και τον Μενέλαο πως η βόλτα τους θα καθυστερούσε κάποιες ώρες. Στην πόρτα τον πρόλαβε έντρομη η Ερασμία. Το κορίτσι έτρεμε σαν το φύλλο και τα χέρια της ήταν βαμμένα με αίμα.
-Βοήθεια… Βοήθησε με!!!! Ούρλιαζε απεγνωσμένη και σαστισμένη και ο Μάρκος ένιωσε μνήμες από το παρελθόν να ξυπνάνε.
-Τι έγινε; Κόπηκες; ρώτησε ελπίζοντας να είχε συμβεί κάτι τέτοιο.
-Όχι, όχι εγώ. Έλα μαζί μου!!!! Δεν μπορώ να το κάνω να σταματήσει! Θα πεθάνει! Θα πεθάνει σου λέω , είπε και άρχισε να τον τραβάει προς την σκάλα βάφοντας με αίμα το άσπρο πουκάμισο του.
Μπαίνοντας μέσα στο υπνοδωμάτιο, αυτό που αντίκρισε δεν θα το ξεχνούσε ποτέ. Η κοπέλα ημίγυμνη και αναίσθητη πάνω σε σεντόνια βαμμένα με αίμα.  Η Ερασμία με μια γρήγορη κίνηση έριξε πάνω στο κορίτσι ένα καθαρό σεντόνι για να καλύψει τη γύμνια του.
-Προσπαθώ να την ξυπνήσω, αλλά δεν ξυπνάει! Ακόμα αιμορραγεί… Τι να κάνω; Να πάρω τηλέφωνο τον γιατρό;
-Θα μας γδάρει όλους ζωντανούς αν ειδοποιήσουμε γιατρό. Είσαι σίγουρη πως ακόμα αιμορραγεί;
-Ναι, έχω βάλει πανιά να σταματήσω την αιμορραγία, αλλά φοβάμαι . Πως της το έκανε τέτοιο πράγμα;;; Είναι τέρας! Τέρας σου λέω!!!! Ούρλιαξε η Ερασμία.
-Του αντιστάθηκε. Δες το πρόσωπο της. Η ηλίθια του αντιστάθηκε! Ερασμία είπαμε σε λένε, σωστά; Ερασμία το ξενοδοχείο Widsor Palace ξέρεις που είναι;
-Ξέρω…
-Ωραία τρέξε εκεί. Ζήτα τον κύριο του 310. Μενέλαο τον λένε. Έλληνας είναι, φίλος μου. Μαζί να πάτε στη διεύθυνση που θα σου γράψω. Είναι στην παλιά αγορά. Είναι ένας Αιγύπτιος γιατρός εκεί. Ο Μενέλαος που μιλάει αγγλικά να του πει πως εγώ σας στέλνω. Θα καταλάβει. Με ξέρει. Να τον φέρετε εδώ να τη δει. Και Ερασμία κουβέντα. Σε κανέναν! Κατάλαβες;
-Κατάλαβα κύριε.
-Εγώ πρέπει να αλλάξω και να πάω στο γραφείο. Ήδη έχω καθυστερήσει και αν πάρει γραμμή ο άλλος τι κάνουμε, καήκαμε. Μέχρι το βράδυ που θα γυρίσει σπίτι, πρέπει η κυρά σου να έχει συνέλθει. Αν την βρει έτσι  θα κάνει χειρότερα. Πες στον Μενέλαο πως αφού βεβαιωθεί πως είναι καλά, να γυρίσει στο ξενοδοχείο. Θα τον συναντήσω εγώ εκεί μόλις ξεμπερδέψω. Εντάξει Ερασμία;
-Και η κυρία Λουκία; Θα την αφήσουμε μόνη της; Και αν πεθάνει μέχρι να έρθει ο γιατρός;
-Αν πεθάνει , θα έχει λυτρωθεί. Αυτή είναι η διεύθυνση, τρέχα Ερασμία, τρέχα!, είπε και έγραψε σε ένα χαρτονόμισμα τη διεύθυνση και ένα όνομα.  

...........................................................................................................................................  

-Τα γεράνια , τις πετούνιες, τα σκυλάκια, τους μενεξέδες και τους πανσέδες τα φυτεύουμε πάντα άνοιξη. Δεν θέλουν πολύ πότισμα. Τρείς φορές την εβδομάδα περίπου. Πιάνουμε όμως το χώμα, και αν είναι ακόμα υγρό, αραιώνουμε τα ποτίσματα, είπε η Ερασμία και έριξε τους σπόρους μέσα στα παρτέρια με το χώμα.
-Γιατί μου τα λέτε όλα αυτά; Νόμιζα πως στα φυτά σας δεν βάζει άλλος χέρι...
-Στο λέω γιατί Έρη πλέον ξεχνάω τόσο πολύ, που δεν θυμάμαι αν έχω ποτίσει και πότε. Τον μάρανα τον φίκο από το πότισμα. Και τον αγαπούσα τόσο πολύ. Μια φορά κάθε δύο με τρεις εβδομάδες ποτίζουμε τον φίκο. Σημειώνε!
-Κυρία Ερασμία, εγώ είμαι παντελώς άσχετη με τα φυτά. Κατάφερα φοιτήτρια να ξεράνω μέχρι και έναν κάκτο. Δεν το έχω, αλήθεια σας λέω, διαμαρτυρήθηκε η Έρη.
-Δεν χρειάζεται να το "έχεις". Αυτά τα ελληνικά που μιλάτε οι νέοι, πολύ με μπερδεύουν. Τι θα πει έχω; Δύο χέρια έχεις; Μυαλό έχεις; Αν έχεις αυτά τα δύο φτάνουν και περισσεύουν! 
-Δεν μπορώ να δεθώ μαζί τους και αν με κάτι δεν μπορείς να δεθείς, το ξεχνάς. Αυτό εννοώ.
-Και όμως υπάρχουν πράγματα με τα οποία δεν δέθηκες ποτέ και που δεν μπορείς να ξεχάσεις... είπε και σκοτείνιασε το βλέμμα της. Αμέσως η Έρη προσπάθησε να αλλάξει κουβέντα.
-Εσείς που τα μάθατε όλα αυτά; Πάντα αγαπούσατε τα λουλούδια;
-Εγώ κόρη μου δεν ήξερα καν τη διαφορά βολβού και σπόρου. Μαζί με τη Λουκία όμως, για να ξεφεύγει το μυαλό μας, το ρίξαμε στην κηπουρική. Εκείνη ήταν καλύτερη από μένα. Σε όλα της ήταν καλύτερη...
-Φίλη σας;
-Αδελφή μου Έρη, αδελφή από άλλη κοιλιά. Άσε με σε παρακαλώ τώρα λίγο μόνη, είπε και η Έρη μπήκε πάλι μέσα στο σπίτι. 

Το ένιωθε η Έρη πως η κυρία Ερασμία προσπαθούσε να επικοινωνήσει μαζί της, αλλά τα έλεγε όλα τόσο περίεργα, που τα μισά δεν τα καταλάβαινε. Ίσως να έφταιγε η αρρώστια της. Προσπαθούσε όμως τελευταία να την πλησιάσει, αυτό το αντιλαμβανόταν. Γι' αυτό μάλλον και την είχε πιάσει την Κυριακή, μετά το καθιερωμένο τηλεφώνημα με τη Μαδρίτη, να της γκρινιάξει για πρώτη φορά. 
-Μόνος του θα έρθει. Έχει ο Μάρκος λέει αγώνες τελικούς στο μπάσκετ και πρέπει να μείνει πίσω. Η δε μικρή δεν το συζητάει να έρθει μαζί με τον πατέρα της. Θα κάτσει και αυτή με τη νύφη μου πίσω. Τα εγγόνια μου, που τα αγαπάω όσο τίποτα στον κόσμο, μπήκαν στην ηλικία που δεν μας νοσταλγούν. Μεγαλώνουν... είχε πει πληγωμένη περιμένοντας από την Έρη να πει κάτι παρήγορο. Και είχε στύψει η Έρη το κεφάλι της να βρεί κάτι έξυπνο να πει, αλλά είχε καταφύγει σε μια κλισεδιά που έκανε την Ερασμία να την κοιτάξει ακόμα πιο απογοητευμένη.

για τη συνέχεια πατήστε εδώ

Παρασκευή 20 Απριλίου 2018

ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ : κεφάλαιο όγδοο



Αλεξάνδρεια 1966

Η Λουκία κοίταξε με μελαγχολία τη θάλασσα. Πάντα την παρηγορούσε το μπλε της. Τουλάχιστον όπως είχαν έρθει τα πράγματα δεν θα αναγκαζόταν να εγκαταλείψει τον τόπο της. Με τον καιρό θα μάθαινε να τον αγαπάει. Τι κι αν εκείνος ήταν σχεδόν τριάντα χρόνια μεγαλύτερος της. Στα είκοσι τέσσερα της χρόνια, δεν είχε και πολλά περιθώρια να είναι επιλεκτική. Όμορφη δεν ήταν, πλούσια δεν ήταν, αρχοντική καταγωγή δεν είχε, αφού βρέθηκε έστω και εκείνος να τη ζητήσει σε γάμο το συνετότερο που θα έπρεπε να κάνει, ήταν να δεχτεί. Άλλωστε δεν ήταν κανένας τυχάρπαστος. Από τους μεγαλύτερους εμπόρους της πόλης ήταν, και ας ακουγόντουσαν ψίθυροι πως δεν ήταν και τόσο καθαρός. Αν πίστευε ότι λεγόταν για εκείνον, τότε θα έπρεπε να πάρει το πρώτο καράβι και να πάει παρακόρη σε κάποιο σπίτι πίσω στην Ελλάδα, όπως σκόπευε να κάνει πριν σκάσει το προξενιό. Εντάξει την ξένιζε λιγάκι που είχε γιο στην ηλικία της, αλλά αφού ήταν πρόθυμος να κάνει και μαζί της παιδιά ούτε γάτα, ούτε ζημιά. Όλα καλά θα πήγαιναν. Μόλις γνωριζόντουσαν καλύτερα εκείνος θα εκτιμούσε τις αρετές της. Γιατί για να τη ζήτησε σε γάμο, σίγουρα κάτι θα είχε δει σε εκείνη.

Ούτε που είχε περάσει από το μυαλό της, όταν την είχε στείλει ο πατέρας της να πάει κάτι παραστατικά στο γραφείο του, ότι λίγες εβδομάδες αργότερα θα τη ζητούσε σε γάμο. Αυστηρά την είχε υποδεχτεί και ακόμα πιο ψυχρά είχε αρπάξει από τα χέρια της τα τιμολόγια. Εντάξει δεν περίμενε να της πιάσει και κουβέντα. Το αφεντικό του πατέρα της ήταν τα τελευταία πέντε χρόνια. Ευτυχώς δηλαδή που τον είχε προσλάβει εκείνος τότε που είχε χάσει τη δουλειά του και μπορούσαν και επιβίωναν.

-Είναι σκληρός άνθρωπος παιδί μου, και μεγάλος, υπερβολικά μεγάλος, της είχε πει ο πατέρας της προβληματισμένος αν ο γάμος αυτός έπρεπε να γίνει.
-Πατέρα βλέπεις να κάνουν ουρά να με παντρευτούν; Τον Αύγουστο κλείνω τα είκοσι τέσσερα. Πρέπει να σκεφτώ και εσάς λιγάκι. Μεγαλώνεις... , είχε εξηγήσει με ηρεμία η Λουκία.
-Πολλά ακούγονται κόρη μου. Πολλά... Λένε πως εκείνος έφταιγε που πέθανε η πρώτη γυναίκα του. Λένε πως ήταν πολύ σκληρός μαζί της. Δεν θες να το σκεφτούμε λιγάκι; Η αδελφή μου στο Άργος μου έστειλε γράμμα. Βρήκε ένα σπίτι να πας να δουλέψεις. Ίσως είναι καλύτερα αν φύγεις από εδώ. Στην Ελλάδα ίσως έχεις καλύτερη τύχη.
-Μακρυά από την Αλεξάνδρεια θα μαραθώ. Μακριά από τη θάλασσα δεν θα μπορώ να ζήσω. Έχω ανάγκη τις ρίζες μου. Λες και δεν με ξέρεις, κάνεις.
-Καλά παιδί μου, καλά. Μακάρι να σου φερθεί όπως σου αξίζει. Γιατί Λουκία μου, φως της ζωής μου, μπορεί να μην είσαι όμορφη, αλλά είσαι πολύτιμη και στραβός είναι όποιος δεν το βλέπει αυτό, είχε πει ο πατέρας της και την είχε φιλήσει στο κεφάλι όπως έκανε πάντα.

Με το θαλασσινό αέρα να μαστιγώνει να μάγουλα της ήξερε πως έκανε το σωστό. Η πίστη της άλλωστε στους ανθρώπους ήταν και αυτό που την χαρακτήριζε. Μάζεψε έτσι όλο το θάρρος της και ξεκίνησε για το σπίτι του αρραβωνιαστικού της που σήμερα θα της γνώριζε το προσωπικό. Απίστευτο της φαινόταν πως θα είχε προσωπικό. Απίστευτο της φαινόταν και πως το νυφικό το είχε παραγγείλει ο ίδιος στο Παρίσι. Όλο κεντημένη δαντέλα στο χέρι της είχε πει με έπαρση πριν μέρες. Εντάξει ακόμα δεν ήξερε πως τη Λουκία οι πολυτέλειες την τρόμαζαν.Θα το καταλάβαινε με τον καιρό.

Σαν μαυσωλείο έμοιαζε το μεγάλο σπίτι. Παντού κρύο μάρμαρο. Αν ένα σπίτι έχει μείνει χωρίς γυναίκα τόσο καιρό, ρημάζει, σκέφτηκε και ακολούθησε τον μέλλοντα σύζυγό της με το κεφάλι σκυμμένο.

-Μην φέρεσαι σαν υπηρέτρια! Ψηλά το κεφάλι σου, τη μάλωσε και εκείνη προσπάθησε να μην δείχνει τόσο έξω από τα νερά της.
-Αυτός είναι ο σοφέρ ο Αχμέτ, μιλάει ελληνικά, τον έχω χρόνια. Αυτή είναι η Φεριχά η μαγείρισσα. Μόλις μάθεις να μαγειρεύεις καλά, θα πάρει πόδι. Εσύ θα μαγειρεύεις. Οι Έλληνες θέλουμε να μας μαγειρεύουν οι γυναίκες μας και όχι αυτοί οι αλλόθρησκοι. Και αυτό το μυξιάρικο είναι η Ερασμία. Μου την βρήκε ο κουμπάρος μου. Είναι πάνω κάτω στην ηλικία σου. Θα σε βοηθάει σε ότι χρειαστείς και θα καθαρίζει το σπίτι. Μην την κοιτάς που μοιάζει με καθυστερημένο. Δύσκολο να βρεις Έλληνες υπάλληλους, τώρα που όλοι γυρνάνε πίσω στην πατρίδα. Δεν θέλω πολλά, πολλά με το προσωπικό. Δεν τους πληρώνω για να μας κάτσουν στον σβέρκο. Μπορεί να μην έχεις ευγενική καταγωγή, αλλά τώρα που θα φέρεις το όνομα μου οφείλεις να συμπεριφέρεσαι και αναλόγως.
-Μάλιστα, αποκρίθηκε η Λουκία και εκείνος την αγριοκοίταξε
-Σε τρεις μέρες θα φτάσει ο γιος μου ο Μάρκος από την Αγγλία. Όπως είπα και στον πατέρα σου, ότι έχω ήδη απόγονο, δεν σημαίνει πως δεν θα κάνω και άλλους. Είμαι γερός σαν ταύρος και σύντομα θα στο αποδείξω και στην πράξη. Άλλωστε σκοπεύω να τον παντρέψω και αυτόν με την κόρη ενός συνεταίρου μου. Καλά έφαγε και ήπιε τόσα χρόνια στις πλάτες μου. Ώρα να αναλάβει και αυτός τις υποχρεώσεις του. Τον Μάρκο να μην τον θεωρείς εμπόδιο. Ο Μάρκος θα σε σέβεται, γιατί εγώ θα του το επιβάλλω. Έγινα κατανοητός;
-Απόλυτα, απάντησε η Λουκία κοιτώντας με την άκρη του ματιού της την Ερασμία που έμοιαζε κλαμμένη.  Άραγε γιατί έμοιαζε τόσο τρομοκρατημένη; αναρωτήθηκε και σημείωσε μέσα στο μυαλό της να πλησιάσει το κορίτσι όταν θα μετακόμιζε στο σπίτι.
-Για τις επόμενες μέρες δεν θα ιδωθούμε. Δεν πιστεύω στις προλήψεις, αλλά τη νύφη μου θα την δω κατευθείαν στην εκκλησία. Στην ηλικία μου δεν έχω καιρό για χάσιμο. Την ερχόμενη Κυριακή παντρευόμαστε. Το νυφικό σου αυτή τη στιγμή που μιλάμε θα φτάνει στο σπίτι σου. Φρόντισε να το τιμήσεις!  είπε και χωρίς να της ρίξει δεύτερη ματιά χάθηκε μέσα στη βιβλιοθήκη.

Μην ξέροντας τι να κάνει, μαρμαρωμένη σαν το μάρμαρο που πατούσε, κοίταξε την έξοδο. Άραγε έπρεπε να φύγει τώρα;
-Τρέξε κυρά μου να σωθείς, ακούστηκε η Ερασμία να ψελλίζει και η Λουκία αναρίγησε. 
-Ακόμα εδώ είσαι; ούρλιαξε εκείνος από τη βιβλιοθήκη πριν προλάβει η Λουκία να ρωτήσει το κορίτσι τι εννοούσε. Με βιαστικά βήματα άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω στο δρόμο. Κάτι δεν πήγαινε καλά εκεί μέσα της φώναζε το ένστικτό της, αλλά η λογική της το μάλωνε και το έβαζε στη θέση του.        


.................................................................................................................      


Πάλι στην εξορία θα την έβγαζε με το τσιγάρο τους επόμενους μήνες. Ευτυχώς που ο καιρός είχε αρχίσει ήδη να γλυκαίνει. Ο Βασίλης δεν άντεχε καθόλου το τσιγάρο της. Μέχρι και την ημέρα που υπέγραψαν την οριστική απόφαση του διαζυγίου, είχε φροντίσει να της τονίσει πως έπρεπε να το κόψει πάλι. Γιατί το είχε κόψει τους εννιά μήνες της εγκυμοσύνης της αβασάνιστα και χωρίς ιδιαίτερο κόπο. Τι ήθελε και τα σκεφτόταν αυτά απόψε. Λες και είχε περάσει και μια μέρα που να μη το σκεφτεί, έστω και φευγαλέα.

-Αύριο το πρωί φεύγω, δήλωσε βγαίνοντας έξω στον κήπο.
-Στο καλό και να μας γράφεις, είπε εκείνη και του γύρισε την πλάτη θέλοντας να τον διώξει
-Δεν με συμπαθείς, το έχω καταλάβει. Δεν χρειάζεται να φέρεσαι σαν μωρό.
-Εγώ φέρομαι σαν μωρό; Τρεις μέρες είναι που έχω έρθει στο σπίτι και φέρεσαι λες και δεν υπάρχω. Σε έπιασε πάλι καμία κρίση και είσαι φιλικός; Θες μήπως να ζητήσεις κάτι πάλι;
-Όχι Εριφύλη, δεν θέλω να ζητήσω κάτι. Να σε αποχαιρετίσω θέλω. Να σου πω ευχαριστώ θέλω, αλλά δεν μου το κάνεις και ιδιαίτερα εύκολο. Σε δύο εβδομάδες είναι το Πάσχα. Αν θες, τη μια εβδομάδα που θα είμαι εδώ με τη Μαρίνα και τα παιδιά, μπορείς να πας και εσύ στους δικούς σου, στη σχέση σου, όπου βασικά θες, πρότεινε φιλικά και η Έρη τον κοίταξε αινιγματικά.
-Αν ο κύριος Μενέλαος μου ζητήσει να φύγω, θα το κάνω. Από εκείνον παίρνω πλέον εντολές.
-Δεν σε διώχνω. Να γίνω λίγο συμπαθής προσπαθώ το φελέκι μου! Μείνε αν το θες, να σε γνωρίσουν και οι υπόλοιποι. Η Μαρίνα δεν είναι σαν εμάς. Θα μπορείς να συζητήσεις μαζί της. 
-Και πως έμπλεξε μαζί σου; 
-Συνεχίζεις να είσαι εριστική, αλλά θα σου απαντήσω. Δεν είναι όλοι οι άνθρωποι τόσο απόλυτοι όσο είσαι εσύ. Σοβαρά, αν μείνεις, θα είναι και σε εκείνη ευκολότερη η διαμονή εδώ. Αγαπάει τους γέρους μου, αλλά όπως θα έχεις παρατηρήσει, δεν είναι ιδιαίτερα ομιλητικοί. Τα παιδιά πάλι είναι σε τέτοιες ηλικίες, που δεν θα μένουν και πολύ σπίτι. Εφηβεία βλέπεις.
-Καλά πόσο χρονών είσαι και έχεις παιδιά στην εφηβεία;
-Σαράντα οχτώ. Μάλλον μου έκανες κομπλιμέντο μόλις. Ναι ξέρω πως δεν μου φαίνεται, αλλά τόσο είμαι. Ο Μενέλαος λέει πως μοιάζω του παππού μου. Και εκείνος όμως, αν δεν είχε τόσα θέματα υγείας, δεν θα φαινόταν η ηλικία του.
-Πράγματι. Εβδομήντα πέντε τα κεράκια στην τούρτα του νωρίτερα.
-Γενέθλια με χρονοκαθυστέρηση. Θα έσκαγε η Ερασμία αν δεν κάναμε γενέθλια. Σε έβαλε να φτιάξεις πάλι και λαχανοντολμάδες.
-Δεν πειράζει, αυτή τη φορά ήξερα και πως να το κάνω.
-Μεταξύ μας δεν τρωγόντουσαν... Έπρεπε να φας λαχανοντολμάδες από τη μάνα μου, να δεις τι πάει να πει μαγείρισσα παλιά κοπής.
-Μαγέιρεψε εσύ χωρίς αλάτι, χωρίς μπαχαρικά, χωρίς πολλά λάδια και τσιγαρίσματα και μετά έλα να μου πεις αν θα τρώγεται το φαί!
-Γιατί νομίζεις δεν μαγειρεύει η ίδια; Γιατί δεν μπορεί; Γιατί δεν θυμάται; Γιατί αρνείται να σερβίρει στον Μενέλαο άνοστο φαγητό που μαγείρεψε η ίδια. Ξέρει πως έτσι πρέπει να είναι το φαγητό τους, αλλά θέλει ο άντρας της να θυμάται τη γεύση της νιότης τους.
-Λες να παθαίνει πάλι κρίση; Την ώρα που σβήσαμε την τούρτα του είπε "σ'αγαπάω Μάρκο μου" και αυτός δάκρυσε.
-Πιθανόν. Μάρκο λένε το γιό μου. Ίσως να τον μπέρδεψε. Συχνά το κάνει πάντως αυτό τελευταία. Του έχει και αδυναμία του μικρού.
-Μάρκο; Πως και δεν απαίτησαν να τον βγάλεις Μενέλαο; Τον πεθερό σου λένε Μάρκο;
-Μεγάλη ιστορία... Μάρκο έλεγαν τον κολλητό του πατέρα μου που πέθανε νέος. Εκείνος ήταν η αιτία λένε που γνωρίστηκε η Ερασμία με τον Μενέλαο. Εκείνος τους πάντρεψε λίγο πριν πεθάνει. Γι' αυτό η Ερασμία επέμενε να βγάλω το παιδί Μάρκο. Και αν η Ερασμία θέλει κάτι, εμείς τα αρσενικά της οικογένειας υπακούμε.
-Γι' αυτόν τη γουστάρω! Καλά σας κάνει!
-Γυναίκεια αλληλεγγύη; Μοιάζετε λιγάκι με την Ερασμία. Όχι στην εμφάνιση. Δεν μπορώ να το εξηγήσω, αλλά μοιάζετε. Σαν να κουβαλάτε κάτι κοινό. Τέλος πάντων πολλά είπαμε.
-Φυσικά, κάναμε διάλογο ανθρώπινο. Κάποιος φούρνος θα γκρεμίστηκε!
-Πάω να κοιμηθώ, γιατί πετάω αξημέρωτα. Τα λέμε Εριφύλη σε δύο εβδομάδες.
-Καλό ταξίδι και σταμάτα επιτέλους να με αποκαλείς με ολόκληρο το όνομα μου! Κανένας δεν με φωνάζει έτσι και μου φαίνεται περίεργο όταν το ακούω. Έρη!
-Έγκλημα που το έκοψες. Εγώ Εριφύλη θα σε λέω, κοίτα να το συνηθίσεις, είπε και έφυγε από το κήπο αφήνοντας την πάλι μόνη. Ανάποδος άντρας. Κυκλοθυμικός, αινιγματικός, υπερόπτης, κατέληξε η Έρη και άναψε ακόμα ένα τσιγάρο. Τα πιάτα στο νεροχύτη μπορούσαν να περιμένουν λίγο ακόμα.      

 για τη συνέχεια πατήστε εδώ