Τρίτη 10 Απριλίου 2018

ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ: κεφάλαιο πρώτο





Το ρύζι έβραζε μέσα στην κατσαρόλα αχνίζοντας και εκείνη με την κουτάλα της το ανακάτευε να μην κολλήσει στον πάτο. Ακόμα θυμόταν πόση ώρα είχε χρειαστεί την προηγούμενη φορά να βγάλει  τα καμένα υπολείμματα με το σύρμα και δεν θα άντεχε να το ξαναπεράσει. Τότε μάλιστα απελπισμένη είχε σκεφτεί να τρίψει τον πάτο με το μεταπτυχιακό της μπας και βοηθούσε κάπου επιτέλους και αυτό, αλλά για καλή της τύχη δεν το είχε μαζί της. Αυτό το είχε κορνιζαρισμένο στο σαλόνι η μάνα της, δίπλα στο πτυχίο της.  Πέντε χρόνια στις κορνίζες να πιάνουν σκόνη τα όνειρα της.  

«Στην κοτόσουπα να χυλώνεις καλά το ρυζάκι. Να το αφήνεις να μελώνει. Αυτό μαζί με το αυγολέμονο θα πήξουν τη σούπα και θα την κάνουν νόστιμη. Έτσι την τρώει το στραβάδι, κόρη μου. Πηχτή. Αν είναι αραιή μπορεί και να σε λούσει με δαύτη», της είχε πει η κυρία Ερασμία και εκείνη ανακάτευε μέχρι να χυλώσει το ρύζι μηχανικά, ενώ ο ήχος της τηλεόρασης από το σαλόνι, την προειδοποιούσε πως η εκπομπή που έβλεπαν σε λίγο θα τελείωνε.  
Πέντε μήνες σε αυτό το σπίτι είχε μάθει  πως την ώρα εκεί μέσα δεν την καθόριζε το παλιό ρολόι τοίχου με τον εκνευριστικό κούκο, αλλά οι εκπομπές στην τηλεόραση. Απέξω είχε μάθει το εβδομαδιαίο πρόγραμμα εκείνη που ποτέ της δεν έβλεπε τηλεόραση. Και να καθόριζε μόνο την ώρα το χαζοκούτι. Επηρέαζε και τη διάθεση του ηλικιωμένου ζευγαριού, δυστυχώς.

«Ξέρετε να μαγειρεύετε;»
«Λίγα πράγματα…»
«Καπνίζετε;»
«Δυστυχώς ναι.»
«Στο σπίτι απαγορεύεται το κάπνισμα, ο πατέρας μου πάσχει από ΧΑΠ. Θα μπορείτε τόσες ώρες χωρίς τσιγάρο;»
«Θα μπορώ. Έχω μεγάλη ανάγκη αυτή τη δουλειά.»
«Έχετε προϋπηρεσία σε ανάλογη θέση; Έχετε αναλάβει ποτέ στο παρελθόν ηλικιωμένους;»
«Όχι.»
«Μάλιστα. Οικογενειακή κατάσταση;»
«Διαζευγμένη χωρίς παιδιά.»
«Ηλικία;»
«29 ετών»
«Κυρία… θυμίστε μου το όνομα σας;»
«Ευσταθίου. Εριφύλη Ευσταθίου.»
«Κυρία Ευσταθίου λοιπόν, η θέση της αγγελίας είναι ιδιαίτερα απαιτητική. Μιλάμε για δύο ηλικιωμένους ανθρώπους με πολλά προβλήματα υγείας. Μέχρι στιγμής έχω αλλάξει τρία άτομα με περισσότερη εμπειρία από εσάς και κανένα δεν κατάφερε να ανταπεξέλθει επαρκώς. Η αδυναμία μου να αναλάβω ο ίδιος την περίθαλψη των γονιών μου, με καθιστά υπεύθυνο να εξασφαλίσω τουλάχιστον ό,τι καλύτερο είναι δυνατό. Ήδη έχουν κουραστεί από τις συνεχείς αλλαγές προσώπων. Δεν είναι κακοί άνθρωποι οι γονείς μου, αλλά όσο μεγαλώνουν γίνονται όλο και πιο παράξενοι. Καταλαβαίνετε επομένως πως…»
«Συγνώμη που σας διακόπτω. Έχω πραγματικά μεγάλη ανάγκη αυτή τη δουλειά. Το ξέρω πως υστερώ σε προσόντα, αλλά πιστέψτε με το κίνητρό μου είναι τόσο ισχυρό που θα αποδειχτώ το κατάλληλο άτομο  για αυτή τη δουλειά. Τι σας ενδιαφέρει περισσότερο, ένας άνθρωπος με μαγειρικές και ιατρικές γνώσεις ή μήπως ένας άνθρωπος πρόθυμος να κάνει ότι χρειαστεί για να είναι οι γονείς σας καλά;»
«Ωραία τα λέτε θεωρητικά, στην πράξη όμως θα δείτε πως υπάρχει τεράστια διαφορά… Και σας εξηγώ πως δεν μπορώ να τους το κάνω αυτό πάλι. Δεν μπορώ να τους υποβάλλω ξανά και ξανά στην ίδια διαδικασία ευχόμενος να υλοποιήσετε αυτά που ελπίζετε, απλά επειδή έχετε ανάγκη τη δουλειά. Μεγάλοι άνθρωποι χρειάζονται σταθερότητα.»
«Τους υποτιμάτε. Πάτε εμμονικά βάσει λογικής και ας βλέπετε πως αυτό δεν σας έβγαλε πουθενά μέχρι στιγμής. Σας ευχαριστώ για το χρόνο σας» , είχε πει και είχε κλείσει απογοητευμένη τότε το τηλέφωνο. Ό,τι και αν έλεγε μάταιο έμοιαζε. Η ψυχρή φωνή στην  άλλη άκρη του ακουστικού δεν άφηνε κανένα περιθώριο. Το ήξερε και η ίδια πως δεν είχε εξαρχής καμία ελπίδα να πάρει τη δουλειά, αλλά η απελπισία της την είχε κάνει πλέον να παίρνει τηλέφωνο σε όλες τις αγγελίες , χωρίς να εξετάζει αν ήταν σχετικές με το δικό της αντικείμενο.

Νευριασμένη είχε  ανάψει ένα τσιγάρο και είχε βρίσει από μέσα της τον μαλάκα γιό που νόμιζε πως μπορούσε «να αγοράσει» το κενό που ο ίδιος άφηνε. Αναλογιζόταν άραγε μήπως αυτό έφταιγε που κανένας δεν είχε καταφέρει να ριζώσει στη θέση;  Τα δόλια γεροντάκια δεν είχαν μάλλον ανάγκη μια νοσοκόμα/μαγείρισσα. Το παιδί τους είχαν ανάγκη. Αυτό έπρεπε να του είχε πει του παπάρα, αφού ούτως ή άλλως δεν θα της έδινε τη δουλειά.  Γιατί γαμώτο τις καλύτερες απαντήσεις πάντα τις σκεφτόταν ετεροχρονισμένα;  

Ευτυχώς όμως που δεν το είχε κάνει τότε. Για πρώτη φορά η σωστή ατάκα καλώς και δεν είχε ειπωθεί. Για λόγους που μέχρι και σήμερα αγνοούσε, δυο μέρες μετά, είχε λάβει  ένα δεύτερο τηλεφώνημα που την ενημέρωνε πως θα μπορούσε να ξεκινήσει, αφού έστελνε με κούριερ μια πληθώρα χαρτιών σε μια διεύθυνση στη Μαδρίτη. Μια ληξιαρχική πράξη γέννησης της, ένα πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης, ένα αντίγραφο ποινικού μητρώου, μια βεβαίωση με το IBAN του άδειου τραπεζικού λογαριασμού της και μια σειρά από ιατρικές εξετάσεις που εκείνος θα κάλυπτε οικονομικά μπήκαν σε ένα χοντρό καφέ φάκελο, χωρίς να σκεφτεί καν πόσο καταπατούσε τα προσωπικά δεδομένα της με αυτή του την απαίτηση. Όταν εκείνη έλεγε πως θα έκανε τα πάντα για μια δουλειά, το εννοούσε!

Μια εβδομάδα μετά ο λογαριασμό της είχε πιστωθεί ένα ποσό προκαταβολικά. Και με ένα email είχε λάβει τη διεύθυνση του σπιτιού μαζί με την εξής μια οδηγία, «Στο σπίτι θα σας περιμένει την ερχόμενη Κυριακή η κυρία Άννα, που έχει αναλάβει την καθαριότητα. Εκείνη θα σας κατατοπίσει για τα περεταίρω. Εύχομαι να αποδειχθείτε άξια των προσδοκιών μου».    

Νοέμβριος ήταν όταν βρεγμένη σαν το παπί είχε σταθεί στο πλατύσκαλο της παλιάς μονοκατοικίας στην Φιλοθέη. Έτρεμε από το κρύο, αλλά όχι από το φόβο για το τι θα έπρεπε να αντιμετωπίσει. Για έναν περίεργο λόγο τίποτα πλέον δεν μπορούσε να την φοβίσει. Όταν έχεις χάσει τα πάντα δεν φοβάσαι τίποτα, είχε σκεφτεί και είχε χτυπήσει θαρεττά το κουδούνι.  Και άνοιξε η βαριά δρύινη πόρτα και μαζί της είχε ανοίξει και η πόρτα σε μια ιστορία που θα άλλαζε τις ζωές τόσων ανθρώπων.

για τη συνέχεια πατήστε εδώ         

Τετάρτη 7 Μαρτίου 2018

Μέχρι το τέλος





Το μικρό περίπτερο εκείνο το βράδυ του Μαρτίου, για κάποιο λόγο, της Κικής της έμοιαζε ακόμα πιο μικρό. Σαν ένα κλουβί με τοίχους από τσιγάρα, σοκολάτες και τσίχλες. Και παρά τη "δροσιά" μιας άνοιξης, που έκανε τα νεύρα του κόσμου κρόσσια με τις τεράστιες αποκλίσεις θερμοκρασίας ανάμεσα στη μέρα και τη νύχτα, εκείνη ένιωθε να καίγεται μέσα στο κουβούκλιο που η ζωή ήθελε να έχει ως εργασιακό χώρο.

Όχι παραπονιάρα δεν ήταν η Κική.... Για την ακρίβεια ήταν ένας αισιόδοξος και θετικός άνθρωπος, που από μικρή έμαθε να βαφτίζει τις τυχόν ατυχίες της ζωής της "μαθήματα". Έτσι πάλεψε την απώλεια των γονιών της, έτσι πάλεψε τα ατελείωτα χρόνια που οι προσωπικές ανάγκες της μπήκαν σε δεύτερη γραμμή πίσω από τις ανάγκες των παιδιών της, έτσι πάλευε και τώρα την οικονομική κρίση που την είχε κάνει λίγο μετά τα πενήντα, να πρέπει να δουλεύει στο περίπτερο για να συμπληρώνει το κουτσουρεμένο εισόδημα του άντρα της.

Και ήταν καλή η ως τώρα ζωή της. Καλή χωρίς να είναι και εύκολη ταυτόχρονα. Γιατί το ήξερε η Κική πως το καλό συνήθως, δεν είναι και εύκολο. Το έμαθε νωρίς αυτό με έναν δύσκολο τρόπο και τότε ήταν που αποφάσισε πως όλα είναι θέμα προτεραιοτήτων. Αν έμεινε λοιπόν τότε που το πήρε γραμμή, δεν ήταν γιατί ένα αγόρι 4 χρονών και ένα κορίτσι 6 χρονών κρεμόντουσαν από πάνω της σαν βδέλλες, αλλά γιατί τον αγαπούσε. Ποτέ της δεν παραμύθιασε τον εαυτό της πως έγινε θυσία στο βωμό της μητρότητας. Θυσία έγινε στο βωμό της μνήμης του μεγαλύτερου πάθους της ζωής της. Και έκανε η Κική με στωικότητα τα στραβά τα μάτια στις δικές του κουτσουκέλες, γιατί τον ήθελε και στο δικό της κρεβάτι, τι και αν αυτός ερχόταν κατευθείαν από κάποιο ξένο. Όσο άνοιγε ακόμα την αγκαλιά του και την έχωνε μέσα, ο κόσμος της κινούταν σε ορθή τροχιά! Και εκείνος πάντα γυρνούσε στο δικό της κρεβάτι και πάντα άνοιγε την αγκαλιά του...

Μα τι της είχε έρθει Μάρτη μήνα να φτιάξει γεμιστά. Αυτά τα ρημάδια τα γεμιστά έφταιγαν για όλα. Αν είχε φτιάξει σουπιές με σπανάκι, όπως σκεφτόταν αρχικά, τώρα θα έλυνε σταυρόλεξα μέσα στο περίπτερο αντί να προσπαθεί να πάρει ανάσα. Μα ήταν ο καιρός τόσο όμορφος σήμερα το πρωί, και ο ήλιος θύμιζε τόσο καλοκαίρι, που ζήλεψε ένα καλοκαιρινό φαγητό. Χωρίς λογική λοιπόν αγόρασε τα υλικά στο σούπερ μάρκετ και μόνο όταν έφτασε στο ταμείο, κατάλαβε την γκάφα που είχε κάνει. Εφτά πιπεριές τις είχε πληρώσει 5,5 ευρώ, αλλά ήταν πλέον αργά να κάνει πίσω. Έτσι όμως ήταν με όλα τα πράγματα, όχι μόνο με τα ζαρζαβατικά. Όταν κάτι πας να το διεκδικήσεις εκτός εποχής το πληρώνεις κομματάκι ακριβότερα. Αγνοώντας λοιπόν το πρώτο σοκ, γύρισε χαρούμενη σπίτι της και βάζοντας το ραδιόφωνο να παίζει, ξεκίνησε να μαγειρεύει το φαγητό. Και αφού το ταψί μπήκε στο φούρνο, κάθισε στο τραπέζι της κουζίνας και άναψε ένα τσιγάρο.

-Ελένη...Ελένη έλα λίγο που σε θέλω.
-Τι θέλεις ρε μαμά; Γράφω μια εργασία για τη σχολή;
-Βρε παιδί μου, έλα ένα λεπτό.
-Αμάν, ήρθα, λέγε!
-Ποιο τραγούδι είναι αυτό; Το ξέρεις;
-Άτσα η μάνα. Ακούς και Μποφίλιου κυρα Κικίτσα;
-Δεν με νοιάζει ποια το λέει. Να μου το γράψεις θέλω σε cd. Μπορείς;
-Δεν χρειάζεται να στο γράψω. Το έχω το cd.  "Mέχρι το τέλος" λέγεται το άσμα και στο χαρίζω το cd. Εγώ δεν την αντέχω την Μποφίλιου, μες την κλάψα είναι. Δώρο μου το έκανε μια φίλη, θα στο αφήσω πάνω στο τραπέζι του σαλονιού. Τι μαγειρεύεις;
-Γεμιστά φτιάχνω.
-Αμάν ρε μαμά! Αφού σου είπα κάνω δίαιτα! Θα κόψω μια σαλάτα να φάω πιο αργά. Πάω να τελειώσω την εργασία, είπε η Ελένη και έφυγε από την κουζίνα αφήνοντας την Κική πάλι μόνη της.

Αυτό που η κόρη της κάθε τρεις και λίγο το έριχνε στα μαρούλια, πολύ τη δυσκόλευε στον προγραμματισμό του φαγητού. Γιατί η Ελένη μονίμως σε μια κατάσταση "κάνω δίαιτα" ήταν, αλλά ποτέ δεν ήξερε αν το εννοούσε ή αν το έλεγε έτσι. Σήμερα μάλλον το εννοούσε, αν έκρινε από την αποστροφή της στο άκουσμα της λέξης γεμιστά. Δύο πιπεριές θα έμεναν... Δεν πειράζει θα τις έτρωγε εκείνη την επόμενη μέρα...

-Μάνα φεύγω..
-Που πας; Σε μισή ώρα το φαγητό θα είναι έτοιμο αγόρι μου.
-Έχω κανονίσει με παρέα να φάω έξω.
-Και γιατί βρε παιδί μου δεν μου το είπες νωρίτερα;
-Άσε μας ρε μάνα, που θα πρέπει να σου δίνω και αναφορά.
-Και εγώ τι θα το κάνω τόσο φαΐ; Που είσαστε όλοι κακομαθημένοι και δεν το τρώτε την επόμενη μέρα, μου λες; Να σου φυλάξω δύο πιπεριές, που σου αρέσουν, για το βράδυ;
-Φεύγω λέμε και θα αργήσω να γυρίσω. Δώσε στον Αζόρ τις πιπεριές μου.  Δώρο πες του από μένα. Άντε γεια.... είπε και κοπάνησε την πόρτα πίσω του.

Ωραία, ούτε ο Νίκος θα έτρωγε. Τα "χρυσά" γεμιστά εκείνη και ο σκύλος θα τα έτρωγαν όπως πήγαινε το πράγμα. Αλλά όχι, θα γύριζε εκείνος. Εκείνος λάτρευε τις γεμιστές πιπεριές , σκέφτηκε και έσβησε τον φούρνο. Είχε ακόμα μια ώρα μέχρι να γυρίσει εκείνος. Θα έκανε ένα μπάνιο, θα έστρωνε όμορφα το τραπέζι και θα έτρωγαν οι δυο τους, όπως τότε που είχαν πρωτογνωριστεί.

Εκείνος όμως δεν είχε έρθει. Και ούτε τηλέφωνο δεν είχε μπει στον κόπο να την πάρει. Και όταν εκείνη ανήσυχη τον αναζήτησε, πήρε τις γνωστές δικαιολογίες, που είχε πιστέψει εδώ και δύο χρόνια πως δεν θα ξανάκουγε. Και έφυγε και η Ελένη και έμεινε ολομόναχη να μετράει τις ώρες για να πάει στη δουλειά, με το ταψί με τις γεμιστές πιπεριές άθικτο πάνω στο πάγκο της κουζίνας να παγώνει και μαζί με αυτό να παγώνει και η ψυχή της.

Έτσι παγωμένη έφτασε στο περίπτερο να αναλάβει τη νυχτερινή βάρδια εκείνο το βράδυ του Μάρτη. Και χωρίς να καταλάβει πως και γιατί, σταδιακά ένιωσε το πάγωμα να γίνεται μια πυρκαγιά από παράπονο και να την καίει συθέμελη. Όχι δεν ήταν παραπονιάρα η Κική. Αλλά εκείνο το βράδυ του Μάρτη, μ' ένα άθικτο ταψί γεμιστές πιπεριές, που είχαν στοιχίσει χρυσάφι, είχε κάνει μια διαπίστωση, που ήξερε πως θα της άλλαζε τη ζωή. " Όταν κάτι πας να το διεκδικήσεις εκτός εποχής, το πληρώνεις κομματάκι ακριβότερα". Και όπως είχε πληρώσει τις πιπεριές, έτσι ήταν επιτέλους διατεθειμένη να "πληρώσει" το όποιο κόστος για κάτι που καιρό πριν έπρεπε να είχε διεκδικήσει. "Μέχρι το τέλος", σκέφτηκε αναψοκοκκινισμένη και έβαλε το cd της κόρης της να παίζει τέρμα.

"Μέχρι το τέλος η ψυχή 
και όμως πηγαίνει και πιο εκεί..
καλά που βρέθηκες εσύ 
να μου την ταξιδέψεις.."
και μια παρέα από πιτσιρικάδες που κατηφόριζαν τον δρόμο, γύρισαν ξαφνιασμένοι, να εντοπίσουν από που ερχόταν ο ήχος.

"και μην σε νοιάζουν τα λεφτά 
αν μ αρνηθείς ως τις εφτά ...
θα περισσέψουν αρκετά 
τριάντα θα ξοδέψεις"
και μαγνητισμένοι από το απρόσμενο ηχητικό ερέθισμα, άρχισαν να πλησιάζουν το περίπτερο χασκογελώντας.

"όχι που τρέμω τον σταυρό 
αλλά που δεν μπορώ να βρω
χρυσά καρφιά που να αξίζουν τη θυσία"
και λίγο κάτι μπύρες που είχαν πιει νωρίτερα, λίγο η περιπτερού που τραγουδούσε μερακλωμένη τους στίχους, λίγο η ηλικία τους και άρχισαν εκεί, μες την μέση του δρόμου, να χορεύουν.

"δεν φεύγω για παλικαριά 
αλλά που μου πεσε βαριά
μες τον Παράδεισο η τόση προδοσία" 
και εκεί μέσα σε ένα δρομάκι, σε μια πόλη τόσων εκατομμυρίων ανθρώπων, μπροστά σε ένα περίπτερο, το παράπονο της Κικής άρχισε να μοιάζει με κάλεσμα σειρήνας κάνοντας και άλλους διερχόμενους να σταματάνε μαγνητισμένοι. Εκείνο το βράδυ του Μαρτίου η Κική κέρασε μπύρες όλους όσους σταμάτησαν και το τραγούδι έπαιξε άπειρες φορές στην επανάληψη, έπειτα από παράκληση του κόσμου.  Εκείνο το βράδυ η Κική  αποφάσισε οριστικά πως "μέχρι το τέλος η ψυχή και όμως πηγαίνει και πιο εκεί..." και πέταξε στα σκουπίδια, χωρίς δεύτερη σκέψη, γυρνώντας στο σπίτι, το ταψί με τα γεμιστά, αλλά και όλα εκείνα που τη βάραιναν.



Εμπνευσμένο από ένα σχόλιο στο youtube, κάτω από αυτό το τραγούδι. Γιατί μια περιπτερού, κάποτε, κοντά στο Μοναστηράκι, πραγματικά έπαιζε το τραγούδι αυτό τέρμα...  


Παρασκευή 23 Φεβρουαρίου 2018

Τα άσπρα λουστρίνια


«Ελπίζω να είσαι επιτέλους ευτυχισμένη. Κοίταξε με, άσπρα λουστρίνια φοράω και τώρα. Τα πήρα επίτηδες ένα νούμερο μικρότερο, να με στενεύουν. Να μου πληγιάζουν τα πόδια, να μου ματώνουν τις φτέρνες και τα δάχτυλα. Δεν είναι 28 νούμερο όπως τότε , είναι 38, αλλά μικρή η διαφορά. Δέκα πόντους μεγάλωσε το πόδι μου όλα αυτά τα χρόνια, μα καθόλου η ψυχή μου. Φρόντισες εσύ να την κλείσεις μέσα σε ένα γυαλιστερό, άσπρο ζευγάρι λουστρινάκια νούμερο 28 και μ’ ένα χαστούκι να επιβεβαιώσεις πως θα μείνει για πάντα κλεισμένη εκεί. Πόσο διαφορετική θα ήταν η ζωή μου αν τότε μου είχες αγοράσει εκείνα τα κόκκινα που σε παρακαλούσα. Όχι όμως, η κόρη η δική σου θα φορούσε λευκά λουστρίνια και άσπρο φουρό, για να σου λένε όλοι πως μοιάζω με μπομπονιερίτσα. Ακόμα και τώρα δεν κατανοώ την ικανοποίηση που σου έδινε αυτός ο χαρακτηρισμός… Μέσα στα λευκά έτσι, παραδόθηκα στη θέληση σου τότε. Μέσα στα λευκά παραδίνομαι και τώρα. Δεν πρέπει να κλάψω. Θα χαλάσει το μακιγιάζ. Από την Αθήνα έφερες μακιγιέζ για να με βάψει. Βλέπεις, μόνο ένας καλός επαγγελματίας θα μπορούσε να χτίσει το προσωπείο που χρειαζόσουν. Με αγαπάει και αυτό σε κάνει να πιστεύεις πως είναι αρκετό. Και εσύ με αγαπάς, το ξέρω, και ας μην με άφησες ποτέ να αναπνεύσω. Με αγαπάς με μια αγάπη που χρόνια προσπαθώ να καταλάβω. Δεν θα έπρεπε όμως να ναι έτσι και το ξέρεις. Την αγάπη δεν πρέπει να προσπαθείς να την δικαιολογήσεις, ρε μάνα. Μακάρι να είχα τα αρχίδια να μπορούσα να σου το φωνάξω. Είδα όμως και εκείνους που αγαπάς και που έχουν αρχίδια πόσο μπόρεσαν να σου επιβληθούν. Του ενός τα «αγόρασες» γιατί τον λάτρεψες και του άλλου του τα έκοψες γιατί τον «γέννησες». Δεν έμαθες από τα λάθη σου όμως και αυτό είναι και εκείνο που με τρελαίνει. Ή μάλλον νόμιζες ότι έμαθες. Νόμιζες πως επειδή εσύ τον ερωτεύτηκες, ήταν αρκετό. Νόμιζες πως θα σε ερωτευόταν και εκείνος, κάποια στιγμή. Νόμιζες πως η προίκα σου μπορούσε να αγοράσει την ευτυχία. Και αγόρασε κάτι, όχι όμως την ευτυχία. Αγόρασε τη ματαιοδοξία του . Τον ευνούχισες έτσι, πριν καν τον νιώσεις μέσα σου. Με τον καημό αυτό νομίζω θα κλείσεις κάποτε τα μάτια σου. Με τον καημό πως όσες φορές και να τον καλωσόρισες εντός σου, πάντα εκείνος ήταν απών και ας πότιζε με το σπέρμα του τα χωράφια του κορμιού σου. Μεγαλογαιοκτήμονα τον έκανες , τσιφλικά, τι περίμενες; Και άνθισε το κορμί σου και έβγαλε καρπούς. Εσύ όμως ακόμα και τους καρπούς αυτούς βρήκες τρόπο να τους ξεράνεις. Στον έναν καρπό αρρωστημένα έριχνες τόνους νερό, από φόβο μην σου πάθει κάτι και τον άλλο τον άφηνες απότιστο, για να δυναμώσει μόνος του, όπως έλεγες. Οι γυναίκες πρέπει να είναι σκληρές, οι γυναίκες πρέπει να αντέχουν, οι γυναίκες σηκώνουν όλο το βάρος, οι γυναίκες είναι εκείνες που πληγώνονται, τέτοια μου έλεγες, για να δικαιολογήσεις την αδυναμία που είχες στον αδελφό μου. Λες και ήμουν καμία κουτή και δεν έβλεπα πόσο έμοιαζε σε εκείνον. Λες και δεν έβλεπα πως περίμενες από το γιο σου, να σου χαρίσει το βλέμμα που ο πατέρας δεν σου χάρισε ποτέ. Γιατί, μάνα, αυτό το έβλεπα και σε δικαιολογούσα. Το έβλεπα και ας με εξόργιζε που έλεγες στις φιλενάδες σου, κάθε φορά που σε τσιγκλούσαν, πως όλα τα δάχτυλα αν τα κόψεις το ίδιο θα πονέσουν. Εκείνο που δεν έβλεπα όμως, ήταν πως σε εμένα λανθασμένα καθρέφτιζες τον εαυτό σου και ας μην σου έμοιαζα σε τίποτα. Σε εμένα έβλεπες το είδωλο της δεύτερης ευκαιρίας σου. Σε εμένα έβλεπες τη συνέχεια σου, που δεν θα έκανε τα ίδια λάθη με σένα. Σε μένα έβλεπες εκείνη που δεν θα ερωτευόταν ποτέ. Εκείνη που θα φρόντιζες να μην υποφέρει, όπως υπέφερες εσύ. Και όσο φοβόσουν να μην πατήσω πάνω στα χνάρια σου, έκανες για δεύτερη φορά το ίδιο λάθος. Μου αγόρασες έτσι έναν γαμπρό, όπως αγόρασες και τον δικό σου. Μόνο που τον διάλεξες εσύ για μένα. Και αυτή τη φορά είπες το έργο να παίξει ανάποδα, μπας και έχει καλύτερο φινάλε. Δεν τον αγόρασες επειδή εγώ τον ερωτεύτηκα, αλλά επειδή με ερωτεύτηκε αυτός. Ανόητη μανούλα μου… Πόσο λάθος τα βλέπεις όλα! Δεν πονούσε ο έρωτας, μάνα. Πονούσε που πίστεψες και τις δύο φορές πως αρκεί ο έρωτας του ενός. Παιχνίδι για δύο είναι αυτό, πότε επιτέλους θα το δεις; Πώς να σου αντισταθώ όμως έτσι στριμωγμένη που 'μαι σ' εκείνα τα παιδικά λευκά λουστρίνια; Από νωρίς με έμαθες να “περπατάω” με τα θέλω σου και ας έγδερναν τις φτέρνες και την ψυχή μου. Σήμερα παντρεύομαι. Σήμερα ντύθηκα στα λευκά. Σήμερα φόρεσα τα άσπρα λουστρίνια που λίγο με στενεύουν και το πληθωρικό λευκό φουρό. Σήμερα κάλυψα τις δικές μου επιθυμίες με ακριβό make up. Σήμερα έδιωξα την μπόχα των σαπισμένων μου ονείρων με ακριβό άρωμα. Σήμερα πήρα το μακρύ, δαντελένιο, φρεσκοσιδερωμένο πέπλο μου και το φόρεσα σφιχτά. Μα γιατί κλαις; Αυτό δεν ήθελες;»
Μια αχτίδα φωτός έμπαινε μέσα από την κουρτίνα και χάιδευε το αιωρούμενο λευκοντυμένο κορμί. Σαν παραφωνία, ένα άσπρο ψηλοτάκουνο λουστρίνι είχε δραπετεύσει από το ένα πόδι και αναποδογυρισμένο στεκόταν λίγο παραπέρα. Αν πρόσεχες λίγο καλύτερα το πόδι από όπου είχε ξεφύγει, μπορούσες να διακρίνεις τις κοκκινίλες και τις φουσκάλες στις φτέρνες και στα δάχτυλα. Το πικ απ που λίγο νωρίτερα έπαιζε τραγούδια, είχε σωπάσει. Το μόνο που ακουγόταν ήταν τα ουρλιαχτά της γυναίκας, που γονατιστή, κάτω από το ακόμα κρεμασμένο άψυχο σώμα της κόρης της, φιλούσε και χάιδευε το ξυπόλυτο πόδι. Όταν είχαν προσπαθήσει συγγενείς να την απομακρύνουν εκείνη τους είχε γρατζουνίσει με τα νύχια της. Μόλις όμως ο άντρας της την έπιασε από το χέρι και την κοίταξε κατάματα, εκείνη χαμήλωσε το βλέμμα, σκούπισε τα δάκρυα και πειθήνια δέχτηκε να σηκωθεί. Πήγε να απομακρυνθεί αποκαμωμένη, στηριζόμενη στην αγκαλιά του, αλλά κάτι την σταμάτησε απότομα. Γύρισε αργά, μάζεψε το αναποδογυρισμένο παπούτσι και το φόρεσε στο γυμνό πόδι. Καινούργια δάκρυα άρχισαν να τρέχουν και πάλι στα μάγουλα της.

«Κοίτα την, Κωστή μου. Κοίτα την κόρη μας. Σαν μπομπονιερίτσα είναι…» είπε μέσα σε αναφιλητά και χώθηκε στην αγκαλιά του.