Παρασκευή 13 Απριλίου 2018

ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ: κεφάλαιο τέταρτο

Ο "Γιώργης μου", έτσι τον αποκαλούσε η κυρία Ερασμία όποτε αναφερόταν σε εκείνον και μαμαδίστικη γλύκα την πλημμύριζε και μόνο που έβρεχε με το όνομα του τη γλώσσα της. Η αλήθεια ήταν πως οι μόνες φωτογραφίες που ήταν στολισμένες μέσα στο σπίτι ήταν φωτογραφίες του Γιώργη της. Φωτογραφίες από διάφορες φάσεις της ζωής του. Εκείνος μωρό στην αγκαλιά της, εκείνος καθισμένος στο θρανίο στην κλασσική φωτογραφία του σχολείου με τους γεωφυσικούς χάρτες πίσω, εκείνος την ημέρα που είχε πάρει το πτυχίο του παρέα με τους φίλους του, εκείνος στη φωτογραφία του γάμου του μέσα σε ένα μαύρο κουστούμι δίπλα στην απαστράπτουσα νύφη του, εκείνος σε μια οικογενειακή φωτογραφία με τη γυναίκα και τα δύο παιδιά του σε κάποιο πάρκο στο εξωτερικό. Αυτές ήταν στολισμένες σε όμορφες κορνίζες και τακτοποιημένες με χρονολογική ευλάβεια στο τραπεζάκι δίπλα στον καναπέ. Και ανάμεσα τους παράταιρη μια ασπρόμαυρη φωτογραφία φθαρμένη από τον χρόνο. Μια φωτογραφία του ζευγαριού σε κάποιο νησί μάλλον. Η κυρία Ερασμία να φοράει ένα φόρεμα με μικρά λουλουδάκια που ο αέρας σήκωνε λίγο στο ύψος της γάμπας και ο κύριος Μενέλαος να την κοιτάζει στα μάτια αγνοώντας τον φωτογραφικό φακό. Σε αυτή τη φωτογραφία πάντα κοντοστεκόταν το βλέμμα της Έρης και ας μην είχε κάτι φαινομενικά ιδιαίτερο. Μια κοινότυπη φωτογραφία ήταν από εκείνες που έβγαζαν τότε που δεν υπήρχαν φίλτρα και σέλφι. Ούτε καν όμορφους δεν τους έλεγες στα νιάτα τους. Ένα απλό συνηθισμένο ζευγάρι, σε ένα απλό συνηθισμένο κάδρο. Και όμως για κάποιο λόγο που δεν αντιλαμβανόταν, πάντα όποτε έμπαινε στον χώρο, η συγκεκριμένη φωτογραφία της τραβούσε την προσοχή. Μάλλον το ίδιο θα είχε συμβεί και στην προκάτοχο της, γι αυτό και είχε αναζητήσει τα οικογενειακά άλμπουμ. Μήπως και λύσει το μυστήριο, γιατί αυτή η φωτογραφία εξέπεμπε μια μαγεία που αντικειμενικά δεν της άξιζε.

Δεν τόλμησε όμως να κάνει και εκείνη το ίδιο. Μετά το συμβάν με την κρίση της κυρίας Ερασμίας είχε πλέον πειστεί, πως για να έμενε εκεί μέσα, θα έπρεπε να παίξει με τους κανόνες του ζευγαριού. Καμία προσωπική ερώτηση. Καθόλου παράξενο δεν της είχε φανεί, όταν μέσα Δεκεμβρίου, η κυρία Ερασμία της είχε ανακοινώσει χαρούμενη πως από την παραμονή των Χριστουγέννων, μέχρι και τη δεύτερη μέρα του νέου έτους δεν θα χρειαζόντουσαν τις υπηρεσίες της. "Έκλεισε εισιτήρια ο Γιώργης μου" είχε συμπληρώσει και σχεδόν χορεύοντας είχε βγει από την κουζίνα.

Έχοντας δύο κουραστικούς μήνες προσαρμογής στην πλάτη της ήδη, η ανακοίνωση της αναμενόμενης άδειας έμοιαζε με καλό νέο. Και μόνο όταν έκλεισε την πόρτα της μονοκατοικίας την παραμονή της άφιξης του εργοδότη της, μόνο τότε κατάλαβε, πως θα της έλειπε η ρουτίνα της. Στο χρονικό αυτό διάστημα την απορροφούσε τόσο πολύ το οχτάωρο που δούλευε, που όταν γυρνούσε στο σπίτι της δεν προλάβαινε να σκεφτεί το πόσο αναίτια και βαρετή είχε γίνει η δική της ζωή, τώρα που το βιοποριστικό ζήτημα είχε χαθεί από τον ορίζοντα.

Ολομόναχη είχε περάσει τη μέρα των Χριστουγέννων, αγκαλιά με ένα μεγάλο σακουλάκι πατατάκια, χαζεύοντας ταινίες στον υπολογιστή μέχρι το ξημέρωμα, λιγάκι θυμωμένη που ο περιβόητος "Γιώργης", εκτός από το δώρο Χριστουγέννων που είχε καταθέσει στον τραπεζικό λογαριασμό της, δεν είχε επιδιώξει καν να γνωρίσει τον άνθρωπο, που δύο μήνες τώρα, είχε σταθεί στο ύψος των περιστάσεων όπως ισχυριζόταν. Ψέματα είχε πει στους γονείς της πως θα δούλευε και ενδιάμεσα των γιορτών για να αποφύγει το ταξίδι στο πατρικό της. Δεν ήταν πως δεν της είχαν λείψει. Ακόμα όμως δεν ένιωθε έτοιμη να γυρίσει στην πόλη που είχε παιχτεί το δικό της δράμα. Ίσως το Πάσχα να έβρισκε το κουράγιο.

Ανήμερα πάλι της Πρωτοχρονιάς, αφού έσπρωξε στο πίσω μέρος του μυαλού της την ανάγκη της να τηλεφωνήσει στο ηλικιωμένο ζευγάρι για ευχές, αποφάσισε να ναρκώσει κάπως διαφορετικά τις αισθήσεις της. Ένα μήνυμα ήταν αρκετό. Πάντα μαζί του ένα μήνυμα της ήταν αρκετό, και αυτό ήταν ότι πλησιέστερο είχε σε "σχέση" τον τελευταίο χρόνο. Μια γρήγορη υπενθύμιση πως ακόμα δεν είχαν αδρανοποιηθεί πλήρως οι νευρικές της απολήξεις. Ένα γρήγορο πήδημα, χωρίς τρυφερότητες, χωρίς υποσχέσεις, χωρίς προσδοκίες. Μια θριαμβολογία της σάρκας πάνω στο γαμημένο συναίσθημα που τόσο την είχε παιδέψει. Λίγο αλκοόλ και ένα γυμνό, ξένο αντρικό σώμα ήταν το μόνο που χρειαζόταν. Ένα αντρικό σώμα πρόθυμο να δώσει και να πάρει μέσα σε μια δίωρη συνεύρεση.

Κάπως έτσι είχε περάσει τις γιορτές της και μόνο όταν είχε γυρίσει στο παλιό αρχοντικό, που μια βαριά ατμόσφαιρα λύπης πλανιόταν στον αέρα διάχυτα, λόγω της αναχώρησης του "Γιώργη", είχε αρχίσει να ανασαίνει και πάλι κανονικά. Αυτό το ηλικιωμένο ζευγάρι είχε όλα εκείνα που ευχόταν και η ίδια να αποκτήσει κάποτε. Αυτό το ηλικιωμένο ζευγάρι είχε το γιο τους ζωντανό. Αυτό το ηλικιωμένο ζευγάρι είχε το " για πάντα" που ακόμα και ο χρόνος και η φθορά δυσκολευόταν να διαλύσει. Αυτό το ηλικιωμένο ζευγάρι ήταν το παράλληλο σύμπαν της, που έστω και ως θεατής, αποτελούσε πλέον κομμάτι του. Με κάποιο διαστροφικό τρόπο η ζωή της έδειχνε πως θα μπορούσε να είχε υπάρξει η ζωή της και ενώ θα περίμενε αυτό να την πονάει αφόρητα, να σκίζει η ζήλια τις σάρκες της, απεναντίας ένιωθε αργά και σταδιακά μια ευγνωμοσύνη, που έστω και στο πλάι της κορνίζας, αποτελούσε ένα μικρό-μικρό κομματάκι του.

Τίποτα όμως δεν ήταν όπως φαινόταν. Η εικόνα από το πλάι ήταν διαστρεβλωμένη, λειψή. Τα κομμάτια του παζλ που κρατούσε στα χέρια της μηδαμινά και η ανάγκη της να πιστέψει πως υπάρχουν "ευτυχισμένες ζωές" τόσο μεγάλη, που ακόμα και αυτά τα λίγα κομμάτια αδυνατούσε να τα κολλήσει μεταξύ τους. Ακόμα το "εγώ" του δικού της πόνου την τύφλωνε, αλλά σύντομα αυτό θα άλλαζε.            

για τη συνέχεια πατήστε εδώ



Πέμπτη 12 Απριλίου 2018

ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ: κεφάλαιο τρίτο


Οι πρώτες εβδομάδες στο σπίτι ήταν μαρτυρικές για την Έρη. Πράγματι η θεωρία από την πράξη απείχαν χιλιόμετρα και μίλια. Το ηλικιωμένο ζευγάρι ήταν ευγενικό σε γενικές γραμμές, αλλά αρκετά παράξενο. Η παραξενιά του όμως δεν θύμιζε άλλους ηλικιωμένους και αυτό ήταν που έκανε την Έρη να προβληματίζεται. Σε αντίθεση με τη δική της γιαγιά που δεν βαριόταν να μιλάει για το παρελθόν, σε βαθμό που ευχόσουν να υπήρχε κάπου πάνω της κουμπί σίγασης, αυτά τα δύο γεροντάκια σπάνια της απεύθυναν τον λόγο. Όποτε η Έρη έμπαινε στο χώρο, εκείνα σταματούσαν ακόμα και να συνομιλούν μεταξύ τους. Αυτό όμως δεν ήταν εκείνο που την κούραζε. Την άντεχε τη σιωπή και ακόμα και την έμφυτη περιέργεια της, μπορούσε να την ελέγξει.

Αυτό που την τσάκιζε συναισθηματικά και σωματικά ήταν τα αλλάγματα του κυρίου Μενέλαου. Όχι, δεν ήταν σιχασιάρα. Το είχε δουλέψει άλλωστε μέσα της πως αυτό θα ήταν στο πρόγραμμα από την πρώτη στιγμή που είχε διαβάσει την αγγελία. Σε ένα βαθμό ίσως και να το αποζητούσε... Το ήξερε πως δεν θα ήταν ένα μωρό, όπως το μωρό που είχε χάσει, αλλά θα έμοιαζε λίγο η διαδικασία. Τα ξεσπάσματα όμως του ίδιου, η άρνηση του να αποδεχτεί πως αυτό πλέον αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της καθημερινότητας του, αυτό έκανε το θέμα τόσο δύσκολο. Εκείνες τις ώρες δεν ήξερε ποιον από όλους τους να λυπηθεί περισσότερο. Τον εαυτό της που έβγαινε μελανιασμένος από τις σπρωξιές που της έδινε, την κυρία Ερασμία που έκλαιγε και του γλυκομιλούσε καθ' όλη τη διάρκεια ή εκείνον που σαν αγρίμι σε κλουβί μαχόταν για την χαμένη του αξιοπρέπεια. Γιατί αν κάτι είχε καταλάβει για τον κύριο Μενέλαο η Έρη ήταν αυτό. Μια ψυχή αγριμιού φυλακισμένη σε ένα ανήμπορο, γέρικο σώμα ήταν. Και κάθε φορά όταν τελείωναν, η κυρία Ερασμία την έδιωχνε από το δωμάτιο. Ώρες της έπαιρνε να τον κάνει να ξεθυμώσει με την κατάντια της ζωής του.

Και εκείνη όμως δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Μπορεί να ήταν λίγο πιο φιλική, να της έδινε λεπτομερείς οδηγίες γύρω από το μαγείρεμα, δείχνοντας ανοχή στα λάθη και την απειρία της, όταν όμως κατέβαζε διακόπτες το μυαλό της, το σπίτι της ησυχίας γινόταν βατερλό. Την πρώτη φορά που την είχε βρει να στέκεται σχεδόν ημίγυμνη στη μέση του κήπου να μιλάει σε μια γαρδένια, ενστικτωδώς και χωρίς να θυμηθεί τη συμβουλή της κυρίας Άννας, είχε τρέξει έξω να την τυλίξει με μια κουβέρτα. Καταχείμωνο, στην καλύτερη θα πάθαινε καμία πνευμονία, είχε σκεφτεί. Που να περίμενε αυτό που είχε ακολουθήσει. Μόλις η Ερασμία την είδε, είχε αρχίσει να ουρλιάζει τρομαγμένη και πριν προλάβει η Έρη να αντιδράσει, είχε ανοίξει την καγκελόπορτα και είχε βγει έξω στους δρόμους.Δύο ώρες οδυνηρής αγωνίας και ταπείνωσης είχαν ακολουθήσει. Δύο ώρες που ο κύριος Μενέλαος την είχε στολίσει με δεκάδες κοσμητικά επίθετα παλαβωμένος και εκείνος, που καρφωμένος στο αναπηρικό καροτσάκι του, δεν μπορούσε να τρέξει πίσω από τη γυναίκα του. Η αστυνομία την είχε φέρει πίσω, με πληγές στα πόδια και στα γόνατα, σε άθλια κατάσταση. Κακήν κακώς την είχε διώξει εκείνη τη μέρα ο κύριος Μενέλαος και ας ήθελε άλλες τρεις ώρες για να σχολάσει επίσημα. Τι κι αν εκείνη παρακαλούσε να τον βοηθήσει να καθαρίσουν τουλάχιστον μαζί τις πληγές της. Τότε πίστεψε πως την είχε χάσει τη δουλειά της. Γι΄αυτό και ενώ βγήκε από την κεντρική πόρτα, ξανατρύπωσε κρυφά από την πόρτα της κουζίνας. Να βεβαιωθεί ήθελε πως θα τα κατάφερναν οι δύο τους.

Ποτέ της δεν θα ξεχνούσε την εικόνα που είχε αντικρίσει εκείνο το απόβραδο. Στην αγκαλιά του την κρατούσε. Μια μικρή μπάλα έμοιαζε εκείνη κουλουριασμένη πάνω στα γόνατά του. Και εκείνος να προσπαθεί να μετακινήσει το αμαξίδιο. Να προσπαθεί να το οδηγήσει μέσα στο μπάνιο. Να αγκομαχάει και να αναθεματίζει τις χαμένες του δυνάμεις. Μισή ώρα μετά είχε καταφέρει να φτάσει στο φαρμακείο του μπάνιου.

"Σήκω Ερασμία μου. Σήκω και πιάσε το ιώδιο. Έλα μάτια μου... Μπορείς!"
"Πάλι με χτύπησε; Πάλι με χτύπησε αφού πονάω..."
"Άνοιξε τα μάτια σου και κοίτα με! Κοίτα με σου λέω! Κανένας δεν θα σε ξαναχτυπήσει ποτέ! Κανένας! Έλα κοκόνα μου ", να την παρακαλάει και ταυτόχρονα να τεντώνεται προσπαθώντας να φτάσει το ντουλαπάκι του φαρμακείου. Και ύστερα ένας αφύσικος γδούπος και οι δυο τους πεσμένοι και αγκαλιασμένοι στο πάτωμα πλέον. Να θέλει η Έρη να τρέξει και να μην μπορεί να κινήσει τα πόδια της. Δάκρυα να τρέχουν από τα μάτια της ανεξέλεγκτα, δάκρυα να τρέχουν και από τα μάτια εκείνου.
"Ένα λεπτό θα κάνω. Ένα λεπτό Ερασμία, στο υπόσχομαι" της είχε πει και στηριζόμενος στην πλαϊνή μπάρα είχε καταφέρει να σταθεί όρθιος και να πιάσει το βαμβάκι και το ιώδιο.

Εκείνη τη μέρα η Έρη είχε δει για πρώτη φορά πως μοιάζει η αληθινή αγάπη. Μια αγάπη που έκανε εκείνα τα δύο γεροντάκια να θυμίζουν φλογερούς εραστές του παρελθόντος. Τα γέρικα χέρια του να χαϊδεύουν τρυφερά με το βαμβάκι τα κοψίματα και τα γδαρσίματα που χανόντουσαν μέσα στο τσαλακωμένο γερασμένο δέρμα της. Και εκείνη να τον κοιτάζει στα μάτια με τέτοια λατρεία, που να θυμίζει κάτι από πόθο. Έναν πόθο απαλλαγμένο από τη νεανική ματαιοδοξία που τόσο είχε κοστίσει στην ίδια.

Σιωπηλά είχε φύγει από την πίσω πόρτα, νιώθοντας βρώμικη που είχε παραβιάσει τον προσωπικό τους χώρο. Και όταν δεν έλαβε τηλεφώνημα απόλυσης, όπως περίμενε, χωρίς να ρωτήσει κανέναν, με ένα καρφάκι, είχε χαμηλώσει το φαρμακείο στο ύψος της μπάρας.  

για τη συνέχεια πατήστε εδώ
                   

Τετάρτη 11 Απριλίου 2018

ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ κεφάλαιο δεύτερο


Το σπίτι μύριζε «παρελθόν». Ναι, αν το παρελθόν είχε μυρωδιά, κάπως έτσι θα μύριζε. Μια μεσήλικη γυναίκα της είχε ανοίξει, με μια έκφραση τόσο ουδέτερη, που δεν μπορούσε η Έρη να καταλάβει αν χαιρόταν που είχε έρθει ή όχι.
«Βγάλε τα παπούτσια σου που στάζουν. Μόλις καθάρισα τα πατώματα», την είχε παρακαλέσει στην είσοδο και εκείνη είχε υπακούσει. Το ξύλινο παρκέ άλλωστε δεν συγχωρούσε εύκολα ατασθαλίες.  Μαζί με τα μποτάκια της είχε βγάλει και τις χοντρές κάλτσες της, αλλά και το βρεγμένο μπουφάν της, ενώ η κυρία Άννα της έδινε μια μοσχομυριστή πετσέτα για να σκουπίσει τα μακριά μαλλιά της.

«Εγώ είμαι η Άννα και έρχομαι στο σπίτι κάθε τρεις μέρες τα τελευταία δύο χρόνια. Εγώ έχω αναλάβει ό,τι άφορα την καθαριότητα. Αυτά δεν θα σε απασχολήσουν καθόλου, εκτός φυσικά από ότι αφορά το μαγείρεμα. Εγώ καθαρίζω, βάζω πλυντήρια και σίδερα και έχω αναλάβει και τον κήπο, όσο βασικά μου επιτρέπει η κυρία Ερασμία. Κανόνας νούμερο ένα: δεν ασχολείσαι καθόλου με τα φυτά της, εκτός και αν εκείνη σου το ζητήσει. Αν κάνεις το λάθος και ποτίσεις κάτι ενώ δεν πρέπει, εκνευρίζεται και όταν εκνευρίζεται, την πληρώνει ο κύριος Μενέλαος. Και αν σκέφτεσαι αυτή τη στιγμή πως εσύ θα τη βγάλεις καθαρή, τότε ξέχασε το. Εδώ μέσα οι ισορροπίες είναι πολύ λεπτές, θα το καταλάβεις με τον χρόνο. Όλα σαν ντόμινο δουλεύουν, πίστεψε με», είπε δείχνοντας με το γεροδεμένο της χέρι από το παράθυρο έναν μικρό κήπο στο πλάι του σπιτιού που η Έρη δεν είχε προσέξει με τη βροχή.

«Κανόνας νούμερο δύο: δεν έρχεσαι ότι ώρα γουστάρεις και δεν φεύγεις ότι ώρα γουστάρεις. Το ωράριο σου είναι σταθερό και αδιαπραγμάτευτο. Γι αυτό και η αμοιβή σου θα είναι τόσο καλή. Το πρόγραμμα εδώ μέσα έχει τεράστια σημασία. Έρχεσαι καθημερινά, έξι μέρες την εβδομάδα, δώδεκα με οχτώ. Μέσα σε αυτές τις ώρες κάνεις και τα ψώνια για τις ανάγκες του σπιτιού, αλλά και των φαρμάκων. Πάνω στο τραπέζι της κουζίνας είναι τα χάπια που πίνει ο καθένας τους, αλλά και οι ώρες που πρέπει να τα πίνουν. Η προκάτοχος σου έχει αφήσει εκτενέστατες οδηγίες σχετικές με αυτό, καθώς και το ιατρικό ιστορικό και των δύο», συνέχισε η Άννα να αγορεύει ενώ προχωρούσε προς την κουζίνα δείχνοντας αυτή τη φορά το τραπέζι που ένας φάκελος με λάστιχο βρισκόταν πάνω, ενώ παραδίπλα ήταν παρατεταγμένα κουτιά με χάπια που έγραφαν με στυλό διάφορα νούμερα.
«Κανόνας νούμερο τρία: η διατροφή τους επίσης πρέπει να ακολουθεί συγκεκριμένο διαιτολόγιο εξαιτίας των παθήσεων τους. Για καλή σου τύχη θα φτιάχνεις ένα φαγητό και για τους δύο. Έχουν παραξενιές ως προς αυτό το θέμα, αλλά η ίδια η κυρία Ερασμία θα σε κατατοπίσει στις φάσεις διαύγειας της. Βλέπεις εκείνη ώρες- ώρες το χάνει και όταν συμβαίνει αυτό, απλά άφηνε τον κύριο Μενέλαο να αναλαμβάνει. Μόνο εκείνος μπορεί και την επαναφέρει. Αυτή αυτοεξυπηρετείται όπως θα διαπιστώσεις σύντομα. Κινητικά είναι σε πολύ καλύτερη κατάσταση από εκείνον. Λες και ο Θεός τους τα είχε μοιρασμένα. Εκείνη δεν ακούει καλά, αυτός δεν βλέπει καλά, εκείνης το μυαλό φθείρεται γρηγορότερα, εκείνου το σώμα φθείρεται γρηγορότερα. Με την αφαίρεση του προστάτη που έκανε πέρσι, το κινητικό πρόβλημα ήρθε και έδεσε.  Πλέον φοράει σταθερά πάνες ακράτειας τις οποίες όμως δεν δέχεται να του τις αλλάξει άλλος, παρά μόνο αν είναι η Ερασμία παρούσα. Αυτό θα είναι και το δυσκολότερο κομμάτι της μέρας σου εδώ μέσα. Η γυναίκα του κάνει τα περισσότερα, αλλά χρειάζεται βοήθεια. Δεν θα μπω σε λεπτομέρειες γι αυτό το κομμάτι. Μόνη σου θα βρεις τον τρόπο να σε εμπιστευτούν, αν πραγματικά το θες. Όλα είναι θέμα εμπιστοσύνης και οικειότητας, να το θυμάσαι τώρα στις αρχές.
Κανόνας νούμερο τέσσερα: το μπάνιο. Μια φορά την εβδομάδα κάνουν και οι δύο μπάνιο. Τετάρτες συμβαίνει αυτό. Να φροντίζεις εκείνες τις μέρες να έχεις μαγειρέψει από την προηγούμενη μέρα. Μπορεί εσένα να σου ακούγεται σαν μια απλή διαδικασία, αλλά για ανθρώπους αυτής της ηλικίας είναι ολόκληρη επιχείρηση. Το μπάνιο όπως βλέπει είναι ειδικά διαμορφωμένο. Πρώτα θα κάνετε μαζί μπάνιο τον κύριο Μενέλαο και στη συνέχεια αφού εκείνος ξαπλώσει, πάντα ξαπλώνει μετά γιατί κουράζεται, θα κάνει εκείνη μόνη της. Μην ανησυχήσεις αν αργήσει. Συνήθως χρειάζεται πάνω από μια ώρα να τελειώσει. Μην μπουκάρεις ποτέ όμως μέσα επειδή ανησύχησες, όπως έκανε η προηγούμενη από εσένα. Μην τη βλέπεις έτσι μικροκαμωμένη την Ερασμία, αν για οποιοδήποτε λόγο παραβιάσεις τον προσωπικό της χώρο, θα σε πάρει και θα σε σηκώσει» , προειδοποίησε ενώ έδειχνε αυτή τη φορά ένα ευρύχωρο μπάνιο με μπάρες τριγύρω και ειδικό κάθισμα μέσα στην μπανιέρα. Πρώτη φορά έβλεπε τέτοιο μπάνιο η Έρη.

«Κανόνας νούμερο πέντε και τελευταίος: η συμπεριφορά σου. Οι άνθρωποι αυτοί είναι καλοί άνθρωποι, αρκεί να μην τους ενοχλήσεις. Δεν είναι ιδιαίτερα ομιλητικοί. Είναι ευγενικοί συνήθως, αλλά αρκετά απόμακροι. Δύο χρόνια μπαινοβγαίνω και ξέρω ελάχιστα πράγματα για τις ζωές τους. Δεν ρώτησα ποτέ τίποτα και το ίδιο προτείνω και σε σένα.  Μια από αυτές που έφυγαν, πριν προλάβει καλά καλά να πατήσει το πόδι της, έφυγε επειδή έχωνε τη μύτη της. Την έπιασε η κυρία Ερασμία να ξεφυλλίζει τα οικογενειακά τους άλμπουμ και την πέταξε κυριολεκτικά έξω από το σπίτι. Δεν τους ενδιαφέρει ποια είσαι και τι κάνεις στη ζωή σου και  το ίδιο απαιτούν και από σένα. Δεν ψάχνουν αποκούμπια. Έχουν ο ένας τον άλλο. Η σχέση τους όπως θα διαπιστώσεις είναι πολύ ιδιαίτερη. Τσακώνονται κατά τη διάρκεια της μέρας, σχεδόν συνεχώς, για χαζούς λόγους. Μην μπεις ποτέ στη μέση όταν συμβαίνει αυτό. Να είσαι σίγουρη πως ακόμα και αν δεν μιλιούνται για μέρες, το βράδυ θα ξαπλώσουν ο ένας δίπλα στον άλλο. Ο κύριος Γιώργος θα έρθει τα Χριστούγεννα. Έρχεται πάντα μια εβδομάδα τα Χριστούγεννα, μια το Πάσχα και μια τον Αύγουστο που έχει τα γενέθλια της η μάνα του. Τις εβδομάδες αυτές παίρνουμε και εμείς άδεια. Έχεις καμία απορία;», ρώτησε και κοντοστάθηκε μπροστά στην κλειστή πόρτα ενός δωματίου.

«Δεν μου έρχεται κάτι αυτή τη στιγμή», αποκρίθηκε με ειλικρίνεια η Έρη που ακόμα επεξεργαζόταν την πληθώρα των πληροφοριών που σαν πολυβόλο η Άννα είχε εκτοξεύσει τα τελευταία δέκα λεπτά.  

«Είσαι υπερβολικά νέα… Απορώ τι σκεφτόταν ο κύριος Γιώργος όταν σε προσέλαβε. Εύχομαι να στεριώσεις κορίτσι μου», ευχήθηκε γλυκά η κυρία Άννα και άνοιξε την συρόμενη πόρτα μέσα από την οποία ακουγόταν στη διαπασών η τηλεόραση να παίζει.

για τη συνέχεια πατήστε εδώ