Κυριακή 6 Ιουλίου 2025

"Sugar Daddy" ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ




Το σχέδιο της Λίτσα ήταν απλό, κινηματογραφικό και άκρως ηλίθιο. Μετά τη δουλειά μου θα έμπαινα αμέριμνη στο μετρό από την Ηλιούπολη και θα κατέβαινα στο Σύνταγμα για να πάρω και καλά όπως έκανα κάθε μέρα τη μπλε γραμμή για Νίκαια. Μόλις όμως βεβαιωνόμουν πως όλοι είχαν αποβιβαστεί και λίγο πριν κλείσουν οι πόρτες, θα ξαναέμπαινα στον ίδιο συρμό. Στο επόμενο σταθμό θα κατέβαινα και θα έπαιρνα πάλι την κόκκινη γραμμή προς την αντίθετη κατεύθυνση αυτή τη φορά. Στο Ελληνικό θα αποβιβαζόμουν και η Λίτσα θα με περίμενε απέξω με το αυτοκίνητο. Ο λόγος που θα έκανα γύρους ήταν για να με χάσει όποιος με ακολουθούσε. Και αν και η Λίτσα ένα δίκιο το είχε πως θα έπρεπε να ξεφύγω από τους υπαλλήλους του Χίλμαρ, τους οποίους ακόμα και γνωρίζοντας την ύπαρξή τους αδυνατούσα να εντοπίσω, δεν έπαυα να νιώθω σαν ηλίθια όταν σαν άνθρωπος με Αλτσχάιμερ μπαινόβγαινα σε συρμούς και πήγαινα τα μπρος πίσω.        

Ήρεμες πως κανένας δεν μας ακολουθούσε, πιάσαμε παραλιακή και μια ώρα μετά παρκάραμε έξω από μια ψαροταβέρνα. Η Λίτσα είχε βρει πως το μόνο που ήταν κοντά στο σπίτι του Σουνίου ήταν η συγκεκριμένη ψαροταβέρνα, έτσι αντί για καφέ παραγγείλαμε τσίπουρα και μαρίδες αφού πιάσαμε ένα τραπεζάκι με θέα. Ευτυχώς το μαγαζί ήταν άδειο. Λίγο η ώρα, λίγο ότι ήταν εργάσιμη μετά το Πάσχα, οι μόνοι πελάτες ήμασταν εμείς και ένα ηλικιωμένο ζευγάρι. Χωρίς να αφήνει τον χρόνο να πάει χαμένος μέχρι να έρθει το χταποδάκι η Λίτσα είχε καταφέρει να πιάσει φιλίες με τον σερβιτόρο/ιδιοκτήτη που γκρίνιαζε για την οικονομική καταστροφή του τουρισμού με την πανδημία.

-Έτοιμο και το χταποδάκι σας.

-Ρε κυρ Ηλία να σε ρωτήσω κάτι μήπως ξέρεις. Το σπίτι πάνω στο λόφο, αυτό το πολυτελές, μήπως ξέρεις ποιανού είναι;

-Το νοικιάρικο λες; 

-Α το νοικιάζουν; Σωθήκαμε...

-Ναι το νοικιάζουν καλέ σε αυτά τα airbnb. Που με δαύτα έχουν καταστρέψει τα γύρω ξενοδοχεία.  

-Λίτσα άστο, θα το είχε νοικιάσει, της ψιθύρισα διακριτικά και αυτή μου απάντησε ένα σκάσε και συνέχισε απτόητη να κοιτάζει με προσποιητό ενδιαφέρον τον Κυρ Ηλία που ανενόχλητος εξακολουθούσε να απαριθμεί όλα τα μείον των airbnb.

-Σας ενδιαφέρει να το νοικιάσετε; μας ρώτησε όταν επιτέλους τελείωσε τον μονόλογο του.

-Ναι, ναι μας ενδιαφέρει, του απάντησε η Λίτσα λες και πείθαμε για ανθρώπους που είχαν λεφτά να νοικιάσουν τέτοιο σπίτι.

-Κάτσε να σας δώσω το τηλέφωνο της Ευτυχίας που έχει αναλάβει τη διαχείριση του. Αυτή κάνει κουμάντο και επικοινωνεί με το ξένο που το έχει, είπε και έκανε να φύγει, αλλά η Λίτσα τον σταμάτησε.

-Ξένος το έχει; Τι ξένος;

-Δεν ξέρω κούκλα μου. Άγγλος, Γερμανός, Σουηδός όλοι ίδιοι είναι.

-Τον έχετε δει εσείς αυτόν το ξένο;

-Που να τον δω καλέ. Αυτοί μόνο έρχονται στη χώρα μας, αγοράζουν τη γη μας, χτίζουν τις σπιταρόνες τους και μετά εξαφανίζονται. Εγώ χρόνια τα λέω.... και μια δεύτερη βαρετή αγόρευση ξεκίνησε σχετικά με τις επενδύσεις των ξένων στην Ελλάδα. Όταν επιτέλους τελείωσε και πήγε να μας φέρει το τηλέφωνο η Λίτσα μου έπιασε το χέρι που κρατούσε το πιρούνι και μου το τράβηξε.

-Καλά μωρή αναίσθητη τρως; Δεν άκουσες τι είπε; Ξένος το έχει!

-Φοβερή πληροφορία! Εσύ δεν άκουσες ότι το σπίτι είναι airbnb; Απορώ γιατί ασχολείσαι ακόμα, είπα με γεμάτο στόμα τη στιγμή που ο κυρ Ηλίας επέστρεφε.

-Βρε κορίτσια δεν το βρίσκω το τηλέφωνο της Ευτυχίας. Κάπου θα το έχει χώσει η γυναίκα μου. Μήπως θέλετε να με πάρετε αύριο ένα τηλέφωνο να το βρω και να σας το δώσω;

-Κυρ Ηλία μου, μήπως ξέρεις που μένει αυτή η κυρία Ευτυχία; ρώτησε μελιστάλαχτα η Λίτσα πεταρίζοντας τις βλεφαρίδες της και κόντεψα να πνιγώ με το χταπόδι και με τα καμώματα της.

-Καλέ φυσικά και ξέρω που μένει η κόρη του δασκάλου. Στα Λεγρενά εδώ δίπλα. Καρπενησίου 10, σε μια μονοκατοικία με κόκκινα κεραμίδια. Ήταν συμμαθήτρια της γυναίκας μου. Απέναντι μένει ο κουνιάδος μου τώρα. Η Ευτυχία δεν έφυγε ποτέ από το πατρικό της. Αλλά να μην πάτε από εκεί, να σας δώσω το τηλέφωνο καλύτερα. Η Ευτυχία από τότε που έχασε την αδελφή της έχει γίνει μυστήρια. Τι ήταν και αυτό τότε νέα κοπέλα.

-Εντάξει κυρ Ηλία, θα σας πάρουμε τηλέφωνο αύριο να μας δώσετε το νούμερο, σχολίασε δήθεν αδιάφορα η Λίτσα, αλλά εγώ την έβλεπα την ικανοποίηση στα μάτια της.

-Τελείωνε να φύγουμε, μου είπε μόλις απομακρύνθηκε ο μαγαζάτορας.

-Κάτσε ρε να φάμε μια μπουκιά που είμαι νηστική από το πρωί!

-Μαργαρίτα put the χταπόδι down! Έχουμε να πάμε και στα Λεγρενά και κάποια στιγμή πρέπει να γυρίσω και σπίτι μου να μαζέψω το παιδί μου. Που με τις γκομενοδουλειές σου, διαζύγιο θα πάρω στο τέλος.

-Δεν άκουσες τι είπε ο άνθρωπος; Να μην πάμε είπε. Είναι στριμμένη είπε. Ας την πάρουμε τηλέφωνο καλύτερα. 

-Μαργαρίτα εγώ στου διαόλου τον κώλο δεν ξανατραβιέμαι. 

-Εγώ λέω να τα παρατήσουμε, είπα τη στιγμή που ένα μήνυμα ερχόταν στο κινητό μου

"I am at the airport. Where are you? Please baby don't hide from my men. Please don't do this to me..." έγραφε το μήνυμα του που το έδειξα στη Λίτσα. Τους είχαμε ξεφύγει όντως και ο Χίλμαρ το είχε μάθει. 

"I am fine. Go home. Have a safe flight" του απάντησα, έβαλα το κινητό στο αθόρυβο και το έριξα στην τσάντα.

-Σήκω, πάμε στα Λεγρενά, είπα και πήγα να πληρώσω τον λογαριασμό.

.................................................................................................

Με ευκολία βρήκαμε το σπίτι της κυρίας Ευτυχίας. Αραιοκατοικημένη η περιοχή. Σταθήκαμε έτσι αμήχανα στο κατώφλι και χτυπήσαμε την πόρτα.

-Τι θέλετε; Δεν αγοράζω εγώ από πλασιέ. Ούτε Ιεχωβάδες και Ευαγγελιστές θέλω, μας είπε μια θυμωμένη φωνή πίσω από την πόρτα. 

-Είστε η κυρία Ευτυχία; Για το σπίτι στο Σούνιο έχουμε έρθει, την πληροφόρησε η Λίτσα με αποφασιστικότητα και η πόρτα μισάνοιξε.

-Ε τι; Τι τρέχει με το σπίτι στο Σούνιο; γάβγισε στη Λίτσα η ηλικιωμένη γυναίκα, όταν το βλέμμα της έπεσε πάνω μου και από θυμωμένο έγινε τρομοκρατημένο.

-Τι γυρεύεις εσύ εδώ; Ω Χριστέ μου! Μπείτε μέσα! είπε και άρχισε να μας τραβάει προς το εσωτερικό του σπιτιού κοιτάζοντας ταυτόχρονα νευρικά απ' έξω. Αφού βεβαιώθηκε πως κανένας δεν μας είχε δει, έκλεισε την πόρτα και αναστέναξε.

-Με ξέρετε; ρώτησα αποσβολωμένη και εκείνη μας έκανε νόημα να την ακολουθήσουμε σε ένα σαλονάκι. Μας κάθισε σε μια τραπεζαρία και μας έφερε από ένα παγωμένο νερό. Ύστερα πήρε και η ίδια μια καρέκλα και κάθισε. 

-Τι κάνεις εδώ κόρη μου; Ο Χίλμαρ ξέρει ότι είσαι εδώ; με ρώτησε και εγώ κοίταξα τη Λίτσα και η Λίτσα εμένα.

-Κυρία Ευτυχία, με ξέρετε; Ξέρετε τον Χίλμαρ;

-Πολλά ξέρω... περισσότερα ίσως από όσα αντέχει η γέρικη καρδία μου. Πρέπει να φύγεις, για το καλό σου. Να φύγεις και να μην ξαναέρθεις εδώ, με κατάλαβες; μου είπε με απόλυτο τόνο και εγώ το ένιωθα πως αν δεν έκανα κάτι δεν θα μου έλεγε τίποτα και λύγισα. Έπρεπε να πάρω απαντήσεις.

-Τον αγαπάω κυρία Ευτυχία και είμαι στο σκοτάδι. Είμαι απελπισμένη! Αν αγαπήσατε ποτέ κάποιον, θα μου πείτε ότι ξέρετε. Θα τρελαθώ αν δεν μάθω!

-Χριστέ μου η ιστορία επαναλαμβάνεται...είπε και τα χέρια της άρχισαν να τρέμουν. 

-Σας παρακαλώ, ικέτευσα και έπιασα τα χέρια της και η κυρία Ευτυχία άρχισε να μιλάει.

-Τη βλέπεις την κοπέλα στη φωτογραφία στη σερβάντα; Όμορφη δεν είναι; Η αδελφή μου η Βιολέτα. Ήταν, ήταν όμορφη. Η γλυκιά μου η Βιολέτα. Ο πατέρας μας πάντα έλεγε πως εγώ ήμουν το μυαλό της οικογένειας και εκείνη η καρδιά. Δύο πράγματα αγαπούσε η αδελφή μου, τα αστέρια και εκείνον. Τριτοετής φοιτήτρια ήταν στο φυσικό όταν τον γνώρισε εκείνο το καλοκαίρι. Ήθελε να γίνει αστροφυσικός. Για να βγάλει λίγα λεφτά είχε πάει να δουλέψει καμαριέρα εκείνο το καλοκαίρι στο μεγάλο ξενοδοχείο στο Σούνιο και εκεί τον συνάντησε πρώτη φορά. Ωραίος άντρας ο Σβεν, λεβέντης. Ψηλός σαν τους γιούς του. Ο Χίλμαρ του μοιάζει περισσότερο. Αμέσως γοητεύτηκαν ο ένας από τον άλλο και ας είχαν μεγάλη διαφορά ηλικίας. Εκείνος φτασμένος, πλούσιος και παντρεμένος, εκείνη νέα, επιπόλαια, με ανήσυχο πνεύμα. Ο Σβεν της έταζε τον ουρανό με τα άστρα και εκείνη πετούσε. Κάθε τρεις και λίγο ερχόταν Ελλάδα εκείνος να τη βλέπει. Και εκείνη όμως πήγαινε και τον συναντούσε σε διάφορες πόλεις της Ευρώπης. Με μια βαλίτσα στο χέρι ήταν εκείνη την εποχή. Ώσπου έμεινε έγκυος... Εκείνη ήθελε να το ρίξει, αυτός όμως δεν την άφησε. Θα χωρίσω της έλεγε, θα μας φτιάξω ένα σπίτι στην Ελλάδα, στο Σούνιο και θα μείνουμε μαζί. Αγόρασε μάλιστα και οικόπεδο και όσο εκείνης η κοιλιά φούσκωνε τα θεμέλια του σπιτιού είχαν μπει. Όλα τότε έμοιαζαν παραμυθένια και τη ζήλευα λίγο. Μάρτιο έτσι, γεννήθηκε ο Παύλος μου και στο μαιευτήριο ήμουν μόνο εγώ. Ένα μήνα μετά κατάφερε ο πατέρας του να έρθει να τον δει. Βλέπεις ο Χίλμαρ τότε είχε κάτι αγώνες κωπηλασίας. Γιατί ο Σβεν αγαπούσε τη Βιολέτα, αλλά περισσότερο από τη Βιολέτα αγαπούσε τον Χίλμαρ. Τρομερή αδυναμία είχε στον πρωτότοκο γιο του. Δύο χρονών ήταν ο Παύλος όταν η Σουηδέζα έμαθε για την αδελφή μου και το μπάσταρδο και πάτησε πάνω στον κάλο του Σβεν. Αν δεν έκοβε κάθε επαφή με την Ελληνίδα, τον Χίλμαρ δεν θα τον ξανά έβλεπε. Θα τα έλεγε όλα στο 12χρονο γιο της. Θα τον έκανε να τον μισήσει. Πανικόβλητος ο Σβεν, και ότι το σπίτι στο Σούνιο είχε ολοκληρωθεί, τη χώρισε με ένα τηλεφώνημα. Με ένα τηλεφώνημα, ούτε καν από κοντά! Θα της έγραφε λέει το σπίτι και θα αναλάμβανε τα έξοδα του παιδιού, αλλά εκείνον δεν θα τον ξανάβλεπε. Θόλωσε η Βιολέτα, δεν το άντεξε η καρδιά της.

Εκείνο το απόγευμα όταν γύρισα σπίτι και δεν βρήκα ούτε εκείνη, ούτε τον Παύλο πίστεψα ότι είχαν πάει βόλτα στη θάλασσα. Όταν όμως η ώρα περνούσε και εκείνοι δεν γύριζαν, άρχισα να ανησυχώ. Πρώτα την έψαξα στην παραλία, αλλά δεν τη βρήκα εκεί. Όταν γύρισα στο σπίτι και είδα ότι έλειπαν τα κλειδιά του σπιτιού στο Σούνιο, έτρεξα εκεί, αλλά ήταν αργά. Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη και μπήκα μέσα σαν την τρελή. Φώναξα το όνομα της, αλλά απάντηση δεν πήρα. Και ύστερα είδα τα ίχνη από μικρά κόκκινα πατουσάκια πάνω στο λευκό μάρμαρο που οδηγούσαν σε ένα δωμάτιο στο τέλος του διαδρόμου. Άνοιξα την πόρτα και έμεινα έκθαμβή από τον θόλο με τους γαλαξίες. Ξεπερνώντας το αρχικό σοκ μου κοίταξα τριγύρω και είδα τον Παύλο ξαπλωμένο να κοιτάζει τον ουρανό. Έτρεξα κοντά του και τότε είδα πως το παιδί ήταν βουτηγμένο στο αίμα. Πανικός με έπιασε και άρχισα να τον ταρακουνάω, να τον αγγίζω, να ψάχνω να δω αν κάπου είχε χτυπήσει. Το παιδί όμως ήταν ήρεμο και δεν έμοιαζε να έχει χτυπήσει κάπου. Απλά με κοιτούσε χαμογελαστό και μου έδειχνε τα άστρα εντυπωσιασμένο. "Που είναι η μαμά Παύλο;" τον ρώτησα και εκείνος μη μπορώντας να μιλήσει μου έδειξε την πόρτα. Τόσα χρόνια μετά και δεν μπορώ να βγάλω την εικόνα της από το μυαλό μου. Στο μπάνιο τη βρήκα. Πόσο αίμα Θεέ μου... Με ξυράφι στο μπάνιο πήρε τη ζωή της. Μάλλον έβαλε στο παιδί να δει την προβολή στο πλανητάριο που ο Σβεν είχε φτιάξει για εκείνη και πήγε στο μπάνιο και έκοψε τις φλέβες της. Ο μικρός σε κάποια φάση πρέπει να την αναζήτησε, γι' αυτό και το πουλάκι μου είχε πασαλειφθεί ολόκληρο στο αίμα. Μάλλον είχε γλιστρήσει μπαίνοντας μέσα. Όταν το παιδάκι είδε πως η μαμά του δεν σηκωνόταν, πήγε πίσω στο πλανητάριο και συνέχισε να βλέπει την προβολή. Η αστυνομία δεν ασχολήθηκε ιδιαίτερα, κλασσική αυτοκτονία είπαν. 

Η κηδεμονία του παιδιού πέρασε σε εμένα. Βλέπεις οι γονείς μας είχαν πεθάνει νωρίτερα και το παιδί ήταν αγνώστου πατρός. Δέκα μέρες μετά την κηδεία της Βιολέτας ήρθε ο Σβεν Ελλάδα. Ήθελε να της πει ότι θα χώριζε, ήθελε να της ζητήσει συγνώμη, αλλά το μόνο που βρήκε ήταν μια ταφόπλακα και έναν γιο που όποτε τον κοιτούσε έβλεπε την αποτυχία του να προστατεύσει τη γυναίκα που αγαπούσε. Βαθιά πληγωμένος μου ζήτησε να μεγαλώσω το παιδί. Μου είπε πως θα το εξασφάλιζε, πως μόλις μεγάλωνε θα του έγραφε το σπίτι στο Σούνιο, πως θα κάλυπτε όλα του τα έξοδα και εγώ τα δέχτηκα εγωιστικά όλα. Δεν ήθελα να μου πάρει τον Παύλο μου. Ήταν ότι μου είχε απομείνει από την αδελφή μου. Είναι φοβερό πως οι άνθρωποι σε πένθος κάνουν λάθη πάνω στη θλίψη τους και εμείς πενθούσαμε και οι δυο. Στα χρόνια που ακολούθησαν ο Σβεν έγινε μια τραπεζική επιταγή κάθε μήνα. Δεν άντεχε να έρχεται Ελλάδα και εγώ δεν τον ήθελα κοντά στον Παύλο που πίστευε πως ο πατέρας του είχε πεθάνει πριν γεννηθεί ο ίδιος και η μητέρα του στη γέννα. 

Πέμπτη δημοτικού πήγαινε το αγοράκι μου όταν με κάλεσαν από το σχολείο του πρώτη φορά. Η δασκάλα του ήταν προβληματισμένη με τη συμπεριφορά του. Το παιδί έλεγε πως άκουγε διάφορα, πως έβλεπε διάφορα, πράγματα που ξέφευγαν της παιδικής φαντασίας. Αρχικά δεν έδωσα βάση, αλλά όσο τον έβλεπα και στο σπίτι να συμπεριφέρεται περίεργα, να χάνεται μέσα στο μυαλό του, να έχει βίαια ξεσπάσματα, να μιλάει μόνο του, ξεκίνησα να το ψάχνω. Για καιρό οι γιατροί δεν έβρισκαν κάτι, οι αξονικές του κεφαλιού ήταν φυσιολογικές, το ίδιο και τα εγκεφαλογραφήματα. Ώσπου ένας καθηγητής ψυχιατρικής μας έδωσε τη διάγνωση. Αν και πολύ σπάνιο σε τόσο μικρή ηλικία ο Παύλος έπασχε από σχιζοφρένεια. Όταν άκουσα τη λέξη κόντεψα να πεθάνω. Ο καθηγητής όμως με καθησύχασε. Με παρακολούθηση και σωστή αγωγή το παιδί θα ήταν μια χαρά. Τα ιατρικά έξοδα όμως ήταν δυσβάσταχτα και η τελευταία επιταγή του Σβεν είχε καθυστερήσει. Έριξα έτσι τα μούτρα μου και τον κάλεσα σε ένα τηλέφωνο που είχα και που ποτέ δεν είχα χρησιμοποιήσει για να πληροφορηθώ πως ο Σβεν είχε πεθάνει από καρκίνο του παγκρέατος. Απελπισία με είχε πιάσει. Πως θα μεγάλωνα ένα άρρωστο παιδί μονάχη; Πως θα κάλυπτα τα φάρμακα και τις θεραπείες του; 

Και πάνω που πίστευα πως κάποιος μας είχε καταραστεί, τρείς μήνες μετά, ένα καλοκαιρινό απόγευμα, χτύπησε την πόρτα μου ένα ψηλό παλικαράκι 20 χρονών που δεν μιλούσε γρι ελληνικά. Και να μην μου είχε συστηθεί αμέσως θα είχα καταλάβει ποιος στεκόταν στο κατώφλι μου, η ομοιότητα με τον πατέρα του ήταν απαράμιλλη. Σε εκείνη την πρώτη μας συνάντηση άκρη δεν είχαμε βγάλει και ευτυχώς ο Παύλος ήταν φροντιστήριο και δεν τον είδε. Κουτσά στραβά κανονίσαμε να βρεθούμε έξω από το σπίτι σε μια εβδομάδα κάπου στο κέντρο και ο νεαρός αυτή τη φορά ήρθε μαζί με έναν άλλο νεαρό που μου συστήθηκε ως Βασίλης. Ο Βασίλης ήταν Έλληνας φοιτητής τότε στο Ρέικιαβικ όπου μάθαινε την ισλανδική γλώσσα και γνωστός του Χίλμαρ. Με τη βοήθεια του Βασίλη κατάφερα να μάθω τι γύρευε ο Χίλμαρ στην Ελλάδα. Ο πατέρας του παραμονές πριν πεθάνει, μάλλον θέλοντας να παραδώσει τη ψυχή του καθαρή στον Κύριο, εξομολογήθηκε στον Χίλμαρ όλη την ιστορία ξορκίζοντας τον να προστατέψει τον αδελφό του στην Ελλάδα. Τόσα χρόνια μετά και πλέον μπορώ να πω με βεβαιότητα πως μεγαλύτερο εγωιστικό καθίκι από το Σβεν δεν πρέπει να έχει υπάρξει. Αντί να φροντίσει ο ίδιος τον μικρό του γιο, πέταξε την ευθύνη στις πλάτες του Χίλμαρ. Και εκείνος παρά το ότι ήταν τόσο νέος, μπήκε χωρίς κανένα ενδοιασμό κάτω από τον σταυρό του πατέρα του και μέχρι και σήμερα τον σηκώνει αγόγγυστα. Μαζί με τον Χίλμαρ και με τη σύμφωνη γνώμη του ψυχιάτρου του, αποφασίσαμε να μην πούμε στον Παύλο όλες τις λεπτομέρειες. Παρουσιάστηκε έτσι ο Χίλμαρ στον αδελφό του ως οικογενειακός φίλος από τη μακρινή Ισλανδία και αγάπησαν ο ένας τον άλλο από το πρώτο λεπτό. Αυτό το ταλαιπωρημένο παιδί που μήτε μάνα, μήτε πατέρας το αγάπησαν αρκετά για να το βάλουν πάνω από τον εαυτό τους, βρήκε στον Χίλμαρ τον μόνο άνθρωπο που θα έκανε τα πάντα για εκείνον. 

Από τα 10 έως και τα 15 του Παύλου ο Χίλμαρ αποτελούσε σταθερή φιγούρα στη ζωή του και ο μικρός τον λάτρευε. Σταθερός με την αγωγή του για χρόνια, έβλεπε τον Χίλμαρ σαν πρότυπο. Μάλιστα τελειοποίησε τα αγγλικά του για να μπορεί να επικοινωνεί μαζί του. Τα έξοδα του Παύλου συνέχιζε να τα καλύπτει ο Χίλμαρ διακριτικά και μας επισκεπτόταν μαζί με τον Βασίλη τρείς με τέσσερις φορές το χρόνο όποτε έβρισκε κενό από τις σπουδές του. Όταν παραμονές των 16 γενεθλίων του Παύλου αντιλήφθηκα πως η αγωγή που έπαιρνε δεν λειτουργούσε πιά, αμέσως ενημέρωσα τον Χίλμαρ. Άλλωστε ποτέ δεν του έκρυψα την αλήθεια για τη ψυχική νόσο του αδελφού του. Θορυβημένος και ο ίδιος, έκανε μια έρευνα και μέσω του Βασίλη με ενημέρωσε πως υπήρχε ένα πιλοτικό πρόγραμμα στην Ουψάλα για περιπτώσεις σαν του Παύλου. Με παρακάλεσε να του επιτρέψω να πάει τον αδελφό του εκεί, αλλά εγώ αρνήθηκα. Γιατί όσο εγωιστικό κάθαρμα ήταν ο Σβεν, αλλά τόσο εγωίστρια γεροντοκόρη ήμουν εγώ και τον Παύλο μου δεν ήμουν διατεθειμένη να τον χάσω. Η ψυχική υγεία του Παύλου όμως έφθινε όλο και περισσότερο και όταν άρχισε να μου λέει πως οι φωνές τον διέταζαν επίμονα μέσα στο κεφάλι του να πάρει ένα μαχαίρι και να κόψει τον λαιμό του, κάλεσα τον Χίλμαρ και του είπα να έρθει να πάρει τον Παύλο για να τον κάνει καλά. Υπέγραψα έτσι τις απαιτούμενες συναινέσεις ως νόμιμος κηδεμόνας του και τον συνόδευσα μέχρι την Ουψάλα. Ο Χίλμαρ σε όλη τη διαδικασία ήταν εκεί και ας ήταν νιόπαντρος και η γυναίκα του περίμενε το πρώτο τους παιδί. Ακόμα και όταν εγώ έφυγα, εκείνος έμεινε στη Σουηδία και σταθερά επισκεπτόταν τον αδελφό του μεταφέροντας μου νέα μέσω του Βασίλη. Άλλαξε τότε μάλιστα και δουλειά και από ένα γραφείο στο Λονδίνο που δούλευε, ξεκίνησε να δουλεύει σε ένα γραφείο στη Στοκχόλμη για να είναι κοντά στον Παύλο, που πήγαινε όλο και καλύτερα. 

Έτσι κύλησαν τα επόμενα πέντε χρόνια μέσα στα οποία ο Παύλος ξεκίνησε να σπουδάζει στην Ουψάλα μηχανολογία, πάντα κάτω από την προστασία και την καθοδήγηση του Χίλμαρ που πλέον είχε αποκτήσει και την κόρη του. Στη γυναίκα του Χίλμαρ όμως δεν καλάρεσε η σχέση του με τον Παύλο. Μισούσε τη Στοκχόλμη και ήθελε να φύγει από εκεί. Με τη βοήθεια του πατέρα της συγχώνευσαν με τον Χίλμαρ τα κεφάλαια τους και βρέθηκε ο Χίλμαρ διευθύνων σύμβουλος στην άλλη άκρη του κόσμου. Ο Παύλος από τη στιγμή που ο αδελφός του μετακόμισε, άλλαξε. Το έβλεπα εγώ κάθε φορά που ερχόταν να με δει στην Ελλάδα. Αδιαφορούσε για τις σπουδές του, έπινε και άρχισε να κάνει και χρήση ουσιών. Ο Χίλμαρ προσπαθούσε να τον βοηθήσει, αλλά πόσα κομμάτια να γινόταν και αυτός ο άνθρωπος. Τα παιδιά του ήταν μικρά, η γυναίκα του απαιτητική, οι υποχρεώσεις της θέσης του άπειρες και τα χιλιόμετρα πολλά. Περνούσαν έτσι τα χρόνια και ο Χίλμαρ μονίμως έσβηνε τις φωτιές του Παύλου. Από την Αμερική πετούσε στη Στοκχόλμη για να τον βγάλει από τη φυλακή όταν έκανε χαζομάρες. Του έβρισκες δουλειές γιατί το πανεπιστήμιο το είχε εγκαταλείψει και το ευχαριστώ του Παύλου ήταν να τις παρατάει μετά από λίγες μέρες. Του κάλυπτε όλα τα έξοδα και ας κόντευε τα 30. 

Ώσπου το 2013 έφτασε ο κόμπος στο χτένι και τον έκλεισε με τη βοήθεια μου σε ένα κέντρο απεξάρτησης στη Ρώμη. Αγόρασε τότε και ένα σπίτι εκεί για να μπορεί να μένει όποτε τον επισκεπτόταν. Και τα κατάφερε ο Παύλος. Με την αγάπη  και το πείσμα του Χίλμαρ, καθάρισε από τα ναρκωτικά, ξεκίνησε να παίρνει και πάλι σωστά την αγωγή του, έγινε άλλος άνθρωπος. Θυμάμαι όταν είχε έρθει να με δει εκείνη την εποχή ήταν πιο όμορφος από ποτέ. Είχε πάρει λίγο βάρος, τα μάγουλα του ήταν κόκκινα και τα μάτια του ήταν τόσο καθαρό γκρι που έμοιαζαν με πάγο. Διότι δυο μόνο κοινά έχουν να ξέρεις τα δύο αδέλφια, το ύψος και τα μάτια. Ο Παύλος μου είναι μελαχρινός σαν τη Βιολέτα. Όλο του το πρόσωπο, εκτός από τα μάτια, είναι δικά της. Ήταν τόσο χαρούμενος τότε. Με ένα τεράστιο χαμόγελο μου είχε πει πως είχε γνωρίσει στη Ρώμη και μια κοπελίτσα και ήταν ερωτευμένος. Δικιά μας, Ρωμιά, φοιτήτρια της ιατρικής. Μου υποσχέθηκε μάλιστα ότι το καλοκαίρι που θα ερχόντουσαν Ελλάδα θα μου την έφερνε να τη γνωρίσω και μου την έφερε. Αλίκη την έλεγαν, καλό κορίτσι, όμορφο, πράο. Ο Χίλμαρ για να τον βοηθήσει περισσότερο και βλέποντας πόσο καλύτερα ήταν, του άνοιξε μια αντιπροσωπεία αυτοκινήτων για να έχει και δουλειά. Ήξερε πως ο Παύλος αγαπούσε τα αμάξια και ήθελε να είναι επιτέλους υγιής και ευτυχισμένος ο αδελφός του. Και θα ήταν, αν όλα δεν πήγαιναν κατά διαόλου και πάλι. 

Το 2018 ο Παύλος και η Αλίκη παντρεύτηκαν και ο Χίλμαρ τους έκανε γαμήλιο δώρο ένα σπίτι στη Σαντορίνη. Αρχικά ήθελε να του περάσει το σπίτι στο Σούνιο. Ήταν μια καλή ευκαιρία να δικαιολογήσει στον Παύλο τη μεταβίβαση του ακινήτου που δικαιωματικά του άνηκε. Του είπα όμως πως θα ήταν ατυχία για τους νιόπαντρους να τους κάνει δώρο ένα σπίτι που είχε βαφτεί στο αίμα. Και εκείνος με άκουσε και τους αγόρασε ένα καινούργιο σπίτι στη Σαντορίνη και ας έγινε η έξαλλη η γυναίκα του που σπαταλούσε έτσι την περιουσία τους. Τότε ήρθε και η αρχική ρήξη ανάμεσα τους. Ένα χρόνο μετά η Αλίκη ήταν έγκυος. Η χαρά του Παύλου ήταν σε αστρονομικά επίπεδα. "Ευτυχούλα μου θα γίνω μπαμπάς και είναι κορίτσι. Βιολέτα θα το πούμε. Ο Χίλμαρ θα το βαφτίσει. Μου υποσχέθηκε να βαφτιστεί χριστιανός ο ίδιος πρώτα για να μπορέσει να βαφτίσει το παιδί" μου είχε πει και είχα βάλει τα κλάματα στο τηλεφώνημα εκείνο. Πόση ευτυχία Θεέ μου και τη ζήλεψες! Γιατί τη ζήλεψες Θεέ μου; Δεν σου έφταναν όλα όσα είχαν γίνει; 

Εφτά μηνών ήταν η Αλίκη όταν σήκωσε πίεση ένα βράδυ. Προεκλαμψία το είπαν και δεν σώθηκαν ούτε η μάνα, ούτε το παιδί. Άρον άρον μου έβγαλε εισιτήρια για Ρώμη ο Χίλμαρ και όταν έφτασα και είδα τον Παύλο φοβήθηκα. Για πρώτη φορά τον φοβήθηκα. Με τα χίλια ζόρια του δίναμε τα φάρμακα του για να μην ξεφύγει η κατάσταση. Ο Χίλμαρ έφυγε από τη Νέα Υόρκη και πάλι και ήρθε στη Ρώμη να είναι κοντά. Η γυναίκα του τον απείλησε, πως αν έφευγε, εκείνη θα γυρνούσε στο Λονδίνο, αλλά εκείνος δεν θα εγκατέλειπε τον αδελφό του την ώρα που τον είχε τη μεγαλύτερη ανάγκη. Η πανδημία έτσι βρήκε εμένα εγκλωβισμένη στην Ελλάδα, τον Χίλμαρ και τον Παύλο στη Ρώμη και τη γυναίκα του Χίλμαρ με τα παιδιά στο Λονδίνο. Για ένα χρόνο ο Χίλμαρ εκεί δίπλα στον Παύλο να τον τρέχει στους γιατρούς και να δουλεύει από απόσταση. Και άνοιξαν λίγο οι μετακινήσεις και έκανε ο Χίλμαρ το λάθος να πάρει τον Παύλο μαζί του στο Λονδίνο. Του είχαν λείψει τα παιδιά του και ήθελε να τα δει, δεν ήθελε να αφήσει όμως και τον Παύλο που ακόμα δεν είχε συνέλθει μόνο του. 

Τι του είπε ακριβώς μέχρι και σήμερα δεν ξέρω. Χολωμένη που ο Χίλμαρ είχε επιλέξει τον αδελφό του, άνοιξε το στόμα της και τον αποτρέλανε. Από εκείνη έμαθε ο Παύλος ότι ο Χιλμαρ ήταν αδελφός του και δεν την άντεξε την προδοσία μας. Δεν άντεξε όλα όσα του είχαμε κρύψει. Έναν ολόκληρο χρόνο δεν είχαμε νέα του ούτε εγώ, ούτε ο Χίλμαρ και κοντεύαμε να τρελαθούμε. Σήκωσε ότι λεφτά είχε και εξαφανίστηκε λες και άνοιξε η γη και τον κατάπιε. Ο Χίλμαρ απελπισμένος να τον βρει ενημέρωσε όσους γνώριζε σε Ρώμη και Σουηδία πως ο Παύλος ήταν αδελφός του και πως αν τον έβλεπαν να τον ενημέρωναν. Προσέλαβε και ανθρώπους σε Αθήνα, Στοκχόλμη και Ρώμη, αλλά μάταια. Ώσπου τέλος Αυγούστου πέρσι, μου χτύπησε ο Παύλος την πόρτα και κατάλαβα πως δεν ήταν καλά. Μιλούσε ασυνάρτητα και δεν έβγαζε νόημα. Ήταν σκιά του εαυτού του. Αδύνατος, βρώμικος, άκουγε πάλι τις φωνές και οι φωνές του μίλαγαν για αίμα. Του έλεγαν πως και εκείνος έπρεπε να κάνει μπάνιο στο αίμα σαν τη μαμά του. Σοκ έπαθα όταν μου το είπε γιατί πάντα πίστευα ότι δεν είχε μνήμες από τότε. Δεν ήξερα τι να κάνω. Δεν με άφηνε να τον πλησιάσω. Κάθισε λίγη ώρα, κάπνισε ένα πακέτο τσιγάρα και μετά έφυγε όσο απρόοπτα ήρθε. Τρομοκρατημένη πήρα τον Χίλμαρ, που είχε επιστρέψει στη Νέα Υόρκη, και με το πρώτο αεροπλάνο ήρθε με τον Βασίλη Ελλάδα. Δέκα μέρες έκατσε και τον έψαχνε, αλλά μάταια. Λίγο πριν φύγει τότε θαρρώ γνώρισε και εσένα. 

Περίπου ένα μήνα μετά και ενώ ο Χίλμαρ ήταν στη Ρώμη για δικές του δουλειές, του ήρθε μια πληροφορία πως και ο Παύλος ήταν στη Ρώμη. Τον πήραν ένα βράδυ και του είπαν πως είχαν δει τον Παύλο να περιφέρεται στα σοκάκια της Ρώμης. Αμέσως έτρεξε σε όλα το σημεία που ήξερε πως σύχναζε ο Παύλος παλιά, αλλά δεν τον βρήκε. Πέρασε και από το σπίτι που έμεναν τότε με την Αλίκη, ούτε και εκεί ήταν όμως. Θεώρησε έτσι ότι ήταν λάθος η πληροφορία, ώσπου το επόμενο βράδυ τον ενημέρωσαν πως κάποιος διέρρηξε και έβαλε φωτιά στην αντιπροσωπεία του Παύλου. Έντρομος έτρεξε στο σημείο και όταν είδε τα πλάνα από τις κάμερες με φρίκη διαπίστωσε πως το είχε κάνει ο ίδιος ο Παύλος. Ειλικρινά δεν ξέρω πόσα λεφτά έδωσε για να τα καλύψει όλα και να μην εκδοθεί ένταλμα για τον Παύλο. Για ένα μήνα έτρεχε με τις ασφαλιστικές για να κάνει συμβιβασμό, ώστε να μην τον κατηγορήσουν για ασφαλιστική απάτη. Κατάκοπος ήρθε να με βρει μέσα Δεκεμβρίου με τον Βασίλη για να μου πει πως όλα είχαν τακτοποιηθεί και τότε μου μίλησε για σένα πρώτη φορά. Μου είπε ότι σε είχε γνωρίσει την προηγούμενη φορά που ήταν Ελλάδα. Μου είπε ότι ήσουν και εσύ στη Ρώμη τότε που έγινε ο εμπρησμός. Ήταν σε άθλια κατάσταση. Δεν ήξερε τι άλλο να κάνει για τον Παύλο. Χαμένα τα είχε. Ετοίμαζε και το άνοιγμα του παραρτήματος στη Βουδαπέστη. Για πρώτη φορά στα τόσα χρόνια το βάρος στην πλάτη του έμοιαζε να τον γονατίζει. Και επειδή εγώ είχα προσέξει το ύφος του όταν είχε αναφέρει εσένα του είπα να πιαστεί πάνω σου, αφού μέσα σε όλα αυτά μόνο εσύ τον ξεκούραζες. Που να 'ξερα! Που να ήξερα τι θα γινόταν στη Βουδαπέστη. Συγνώμη κοπέλα μου.... Αν ήξερα...

Όταν ο Βασίλης με πήρε μια εβδομάδα μετά και μου είπε τι είχε γίνει τρελάθηκα. Ο Χίλμαρ ήταν σε άθλια κατάσταση, εσύ στο νοσοκομείο και εκείνος να πρέπει να τρέχει να καλύψει και πάλι τον Παύλο. Γιατί αυτός ο άντρας ακόμα και αφού ο αδελφός του πήγε να τον σκοτώσει, ήθελε να τον σώσει. Πλήρωσε και συγκάλυψε στοιχεία, τον μάζεψε σε άθλια κατάσταση και τον φυγάδεψε από τη Βουδαπέστη στην Αυστρία. Ο Βασίλης μου είπε πως δεν είχε ξαναδεί τον Χίλμαρ έτσι. Όταν τον είχε βρει είχε θολώσει. Τον είχε αρπάξει και τον χτυπούσε γι' αυτό που σου είχε κάνει, ώσπου κατάλαβε πως ήταν υπό την επήρεια ναρκωτικών πάλι. Ματωμένο και ημιαναίσθητο λέει τον κρατούσε στην αγκαλιά του μέσα στο χιόνι και έκλαιγε από πάνω του ζητώντας του συγνώμη. Στην Αυστρία και αφού συνήλθε λίγο ο Παύλος, προσπάθησε να συζητήσει μαζί του, αλλά ο εκείνος ήταν στην ίδια κατάσταση που ήταν και την τελευταία φορά που τον είχα δει και εγώ. Μιλούσε μόνο ελληνικά και μόνο για αίμα. Έλεγε αυτά που έλεγε και σε εμένα, λίγο διαφορετικά όμως. Ότι πρέπει να κάνει μπάνιο στο αίμα, σαν το αίμα της μαμάς του...Ο Χίλμαρ φοβόταν να τον πάει σε κλινική μην έλεγε τίποτα και καταλάβαιναν τι είχε κάνει. Τον κρατούσε έτσι σε ένα διαμέρισμα και πληρώνοντας συμβόλαια εχεμύθειας έφερνε γιατρούς να τον δουν. Όλοι του έλεγαν το ίδιο και το ίδιο. Ο Παύλος πλέον έχρηζε εγκλεισμό σε ψυχιατρική κλινική για την ασφάλεια του εαυτού του και των γύρω του. Και όσο πάλευε να βρει το κουράγιο να το κάνει και έψαχνε να βρει που θα τον πήγαινε, ο Παύλος το έσκασε και άφησε πίσω ένα μήνυμα γραμμένο στα ελληνικά εκατοντάδες φορές με ακανόνιστα γράμματα στους τοίχους του δωματίου του. Το μήνυμα έγραφε "μπάνιο σε αίμα γυναικείας αγάπης". Οι γιατροί που το διάβασαν είπαν του Χίλμαρ πως το πιθανότερο ήταν πως ο Παύλος ήθελε υποσυνείδητα να αναβιώσει αυτό που έζησε στα δύο. Πως επειδή είχε κάνει μπάνιο στο αίμα της μητέρας του, θεωρούσε πως ο μόνος τρόπος να σταματήσουν οι φωνές ήταν να κάνει μπάνιο στο αίμα μιας γυναίκας, μιας γυναίκας που όπως η μητέρα του έτσι και εκείνη θα θυσίαζε το αίμα της για την αγάπη. Και ενώ αυτά δεν έβγαζαν και πολύ νόημα στους ειδικούς ο Χίλμαρ ήξερε πως η δική σου αυτοθυσία ήταν εκείνη που είχε βάλει το τελευταίο κομμάτι στην παράνοια του μυαλού του Παύλου. Τρομοκρατημένος, αμέσως έβαλε ανθρώπους να σε παρακολουθούν. 4,5 μήνες έψαχνε να τον βρει. Προσπαθούσε να μάθει πως ο Παύλος είχε βρεθεί αρχικά στη Βουδαπέστη, γιατί ήθελε να τον σκοτώσει. Και πριν μια εβδομάδα έμαθε. Ένα πρεζάκι φίλος του στη Ρώμη, που τον έβλεπε την περίοδο που τον είχαμε χαμένο, του είπε πως ο Παύλος σε φάσεις διαύγειας έλεγε ξανά και ξανά πως για όλα έφταιγε ο Ισλανδός. Πως εκείνος θα σκότωνε τον Ισλανδό. Δεν έλεγε όνομα, μόνο ο Ισλανδός. Στο άρρωστο μυαλό του μάλλον έβλεπε στον Χίλμαρ, τον Σβεν. Δεν μπορούσε πλέον να ξεχωρίσει τον έναν, από τον άλλο. Όπως και εσένα μάλλον σε μπερδεύει με τη μάνα του. Τόσο καιρό ο Χίλμαρ έψαχνε τον Παύλο, όταν στην πραγματικότητα ο Παύλος ακολουθούσε τον Ισλανδό. 

Μεγάλη Τρίτη δέχτηκα μια κλήση. Ήταν ο Παύλος. "Ευτυχούλα μου" έλεγε μόνο ξανά και ξανά και τίποτα άλλο. "Που είσαι φως μου;" τον ρωτούσα κλαίγοντας, αλλά εκείνος δεν μου απαντούσε, μόνο το όνομα μου έλεγε και ύστερα από λίγο το έκλεισε.  Το νούμερο ήταν σταθερό, από Κομοτηνή με έπαιρνε. Μόλις ο Χίλμαρ έμαθε πως ο μικρός ήταν και πάλι στην Ελλάδα, παρανόησε. Εκείνος κρατιόταν μακριά σου για να σε προστατέψει, για να μην δέσει και τη δική σου μοίρα με αυτή την τραγική ιστορία και ο Παύλος σε πλησίαζε και πάλι. Τι να έκανε; Να έμενε μακριά; Να ερχόταν; Και σε σένα τι να έλεγε; Σε ντρεπόταν και σε φοβόταν. Αν στα έλεγε όλα, πάντα θα υπήρχε ο κίνδυνος να καταδώσεις στις αρχές τον Παύλο. Μια γυναίκα άλλωστε που ήξερε όλη την ιστορία είχε ήδη προδώσει την εμπιστοσύνη του. Στο τέλος δεν άντεξε και ήρθε Ελλάδα. Μόνος του πέρασε Μεγάλη Πέμπτη αργά το βράδυ από εδώ, χωρίς τον Βασίλη. Δεν είπαμε πολλά, μου είπε μόνο ότι μου είπες και εσύ πριν λίγο, αλλά στα αγγλικά. "Την αγαπάω, είμαι απελπισμένος, θα τρελαθώ". Μου έδειξε μια φωτογραφία σου. Την είχε στο κινητό του. Μάλλον στη Ρώμη την είχε τραβήξει χωρίς να το ξέρεις, γιατί δεν πόζαρες. Ήσουν μέσα σε ένα κήπο λουσμένη στο φως. Μου είπε πως σε λένε Μαργαρίτα και έβαλα τα γέλια με την ειρωνεία της ζωής. Με ρώτησε γιατί γελάω και του εξήγησα, όπως μπορούσα, πως οι βιολέτες δεν αντέχουν τον παγετό σε αντίθεση με τις μαργαρίτες που αντέχουν στις χαμηλές θερμοκρασίες. Του έπιασα το χέρι και του είπα πως φτάνει. Ως εδώ. Αρκετά πάλεψε. Θα βρίσκαμε τον Παύλο, θα τον κλείναμε σε ένα ίδρυμα και εκείνος θα μπορούσε να ζήσει πάλι. Και ήταν λες και η δική μου αποδοχή της κατάστασης είχε σηκώσει λίγο από το βάρος που κουβαλούσε. Πήρε τα κλειδιά του σπιτιού του Σουνίου και έφυγε. Σήμερα το πρωί με πήρε ο Βασίλης και με ενημέρωσε πως επέστρεφαν Νέα Υόρκη. Τον Παύλο δεν είχαν καταφέρει να τον εντοπίσουν. Δεν μπορούσαν να μείνουν περισσότερο. Κάτι είχε προκύψει στη δουλειά του Χίλμαρ και έπρεπε να γυρίσουν. Μου υποσχέθηκαν πως μόλις τακτοποιήσουν αυτό που είχε προκύψει, θα επιστρέψουν. 

Κοπέλα μου ο Χίλμαρ είναι καλός και έντιμος άντρας. Από τα 20 του σηκώνει όπως σου είπα έναν σταυρό που δεν είναι καν δικός του. Το μόνο λάθος που έχει κάνει είναι πως προσπαθεί να προστατέψει όλους όσους αγαπάει. Στη Βουδαπέστη έπρεπε να παραδώσει τον Παύλο στις αρχές. Αν το είχε κάνει μπορεί να τον είχα μισήσει, αλλά αυτό ήταν το σωστό. Ο Χίλμαρ όμως δεν θα βρει ποτέ το κουράγιο να το κάνει, ούτε και εγώ. Αν δέχτηκα να στα πω όλα αυτά και μάλιστα παρουσία τρίτου ατόμου είναι γιατί εγώ φόνο στη συνείδηση μου δεν θα τον αντέξω. Όσο ο Παύλος είναι ελεύθερος κινδυνεύτε και εσύ και ο Χίλμαρ. Σκέφτηκα πολλές φορές να σε αναζητήσω και εγώ, αλλά δεν είχα κανένα στοιχείο, εδώ και το όνομα σου πριν λίγες μέρες το έμαθα. Μακάρι να είχα κάνει τα πράγματα αλλιώς. Μακάρι να είχα πιέσει τον Σβεν να αναλάβει τον Παύλο. Να τον αναγνωρίσει. Να τον πάρει κοντά του όσο ήταν μικρός. Τώρα όμως είναι αργά. Εδώ δεν πρέπει να ξαναέρθεις. Εδώ είσαι εύκολος στόχος για τον Παύλο. Πάρε τη φίλη σου και φύγετε. Το πως θα χειριστείς όσα σου είπα είναι δική σου απόφαση. Αν θες να πεις του Χίλμαρ ότι στα είπα όλα κάνε το. Αν θες να πας στην αστυνομία, πήγαινε. Μόνο πρόσεχε!" είπε τελειώνοντας την αφήγηση της και έσκυψε το κεφάλι. Ήθελα απαντήσεις και τώρα που τις είχα δεν ήξερα πως να τις διαχειριστώ. Αυτή η ιστορία ήταν αδιανόητη. Η Λίτσα το ίδιο βουβή με εμένα κοιτούσε σαν τον χάνο την Ευτυχία. Για μερικά λεπτά καμία από τις τρεις μας δεν έλεγε τίποτα.

-Σας ευχαριστώ κυρία Ευτυχία, της είπα τελικά και σηκώθηκα από την καρέκλα.

-Μπορώ να πάω λίγο τουαλέτα πριν φύγουμε, την παρακάλεσε η Λίτσα και η κυρία Ευτυχία την οδήγησε στο μπάνιο όσο εγώ προχωρούσα προς την εξώπορτα για να την περιμένω.

Δεν θυμάμαι την πόρτα να ανοίγει, θυμάμαι όμως τα δύο γκρίζα μάτια. Εκείνα τα μάτια που πάνω σε ένα άλλο πρόσωπο μια μέρα νωρίτερα με κοιτάζαν με αγάπη και πόθο. Αυτά τα γκρίζα μάτια όμως με κοίταζαν θολά με μίσος. Η πρώτη μαχαιριά με βρήκε στο χέρι που έβαλα πάνω από το κεφάλι μου προστατευτικά, η δεύτερη κάπου στα πλευρά μου, η τρίτη στο πόδι μου και πλέον ήμουν στο πάτωμα.

-Παύλο μου όχι!!!!! Άκουσα το ουρλιαχτό της Ευτυχίας όσο σερνόμουν προς τα μέσα αιμόφυρτη. Αλλά το μαχαίρι κατέβαινε και πάλι προς το μέρος μου. Και τότε ακούστηκε ένας πυροβολισμός. Κουρασμένη σήκωσα το κεφάλι μου και είδα τη Λίτσα να βγαίνει έντρομη από το μπάνιο. Δίπλα μου ένα όπλο και η Ευτυχία στα γόνατα να αγκαλιάζει κλαίγοντας ένα ψηλό σώμα βαμμένο στο αίμα. Βαμμένο στο δικό μου αίμα και στο δικό του. Οι φωνές του Παύλου είχαν επιτέλους σταματήσει.

-Μαργαρίτα, κοίταξε με! Μαργαρίτα μην κλείνεις τα μάτια σου. Πήρα την αστυνομία, πήρα και το ΕΚΑΒ, με ακούς; Έρχονται! Κάνε λίγο υπομονή! Έρχονται!!!! άκουσα τη Λίτσα να ουρλιάζει και αυτό ήταν το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι.   

για τη συνέχεια πατήστε εδώ                

                                                                                                                             

   


  

            

        

            

"Sugar Daddy" ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ ΠΡΩΤΟ


 

Ξύπνησα ιδρωμένη με κάτι ζεστό και τριχωτό να πιέζει την πλάτη μου. Νυσταγμένη άπλωσα το χέρι μου και μια υγρή γλώσσα έγλυψε τα δάχτυλα μου παιχνιδιάρικα. Αναστενάζοντας, γύρισα και κοίταξα τον σκύλο με δολοφονική διάθεση.

-Πόσες φορές θα τα πούμε ρε Θωρ, μην κολλάς πάνω μου διαβολεμένη κινητή θερμοφόρα!!! τον μάλωσα και πήγα στο μπάνιο για να με υποδεχτεί η υπέροχη μυρωδιά των αποχετεύσεων. Βιαστικά έπλυνα το πρόσωπο μου και τα δόντια μου, και αφού ανακούφισα τη γεμάτη κύστη μου, επέστρεψα στο δωμάτιο της συμφοράς που λουσμένο στο μεσημεριανό φως ήταν ακόμα πιο θλιβερό. Αναζήτησα με το βλέμμα μου τον Χίλμαρ και όταν δεν τον βρήκα πανικός με έπιασε. Με είχε αφήσει πάλι; αναρωτήθηκα τρομοκρατημένη, όταν πρόσεξα πως ο σάκος του ήταν εκεί δίπλα στον δικό μου ακόμα. Ανακουφισμένη ντύθηκα και βάλθηκα να συμμαζεύω τα πεταμένα μας ρούχα από το πάτωμα του μπάνιου όταν άκουσα την πόρτα του δωματίου να ανοίγει. Τρέχοντας με τα ρούχα στα χέρια βγήκα από το μπάνιο και τον είδα να στέκεται φρέσκος φρέσκος με δυο καφέδες στο ένα χέρι και μια σακούλα φούρνου στο άλλο. Παρατώντας τα βρώμικα ρούχα σε μια καρέκλα άρπαξα τον ένα καφέ και αφού ήπια μια μεγάλη γουλιά του χαμογέλασα.

-Goodmorning, είπα εύθυμα

-Goodmorning to you too, μου απάντησε και ακούμπησε την σακούλα πάνω στο κομοδίνο. Κρατώντας τον δικό του καφέ στο ένα χέρι κάθισε στο κρεβάτι και με κοίταξε σοβαρά.

-Your beast hates me! He actually loathes me. He almost dragged me out of bed to take my place, παραπονέθηκε δείχνοντας τον σκύλο που του είχε γυρίσει επιδεικτικά την πλάτη και έγλυφε τα αχαμνά του.  

-My baby is the cutest baby of the world! 

-He?? HE??? He is your baby? Seriously?

-Yes, he γιατί αυτός δεν με παρατάει με την πρώτη ευκαιρία! είπα επίτηδες στα ελληνικά γιατί ήθελα να το βγάλω από μέσα μου χωρίς να βαρύνω το κλίμα.

-English Rita! Well, we have to pack. We are leaving.

-Hilmar we are not going to find another hotel room. It's a greek holiday these days. Everything will be already booked, του εξήγησα και κάθισα δίπλα του. 

- I found us somewhere to stay.

-You turned on your phone? ρώτησα πληγωμένη και εκείνος έβγαλε το κλειστό κινητό του από την τσέπη του και μου το έδωσε.

-Νο, I didn't. Keep it if you don't believe me. 

-How then? ρώτησα με ειλικρινή περιέργεια και όσο μαζεύαμε τα πράγματα μας μου εξήγησε τι είχε κάνει όσο εγώ κοιμόμουν τον ύπνο του δικαίου. Πιασμένος από το άβολο κρεβάτι και αφού ο Θωρ τον ξύπνησε, κατέβηκε στη ρεσεψιόν και έπιασε κουβέντα με τον ξενοδόχο. Μαθημένος να παίρνει ότι θέλει, κατάφερε μετά από μια δύσκολη στη συνεννόηση κουβέντα μαζί του να εξασφαλίσει τα κλειδιά του εξοχικού σπιτιού του σε ένα ορεινό χωριό 22 χιλιόμετρα από την Μονεμβάσια με το αζημίωτο φυσικά, για τις επόμενες δυο μέρες. Μισή ώρα έτσι μετά βρέθηκα στη ρεσεψιόν με τον σκύλο και τα πράγματα μας να περιμένω τον Χίλμαρ να φέρει το τζιπ από εκεί που το είχαμε παρατήσει.

-Κοπελιά είπα και στον ψηλό ότι το σπίτι είναι καθαρό γιατί το είχαμε ετοιμάσει για το Πάσχα, αλλά γέννησε χθες η κόρη μου το τρίτο μου εγγόνι και δεν θα πάμε τελικά. Του εξήγησα πως θα βρείτε το σπίτι, αλλά δεν ξέρω αν με κατάλαβε. Του έδωσα και ένα χάρτη. Το χωριό λέγεται Γέρακας και είναι κρανίου τόπος, ούτε περίπτερο δεν έχει. Να πάρετε προμήθειες. Είναι το πρώτο σπίτι όπως θα μπείτε στον οικισμό και έχει μια κόκκινη πόρτα. Δεν είναι καμιά βίλα, αλλά έχει ζεστό νερό, ψυγείο, τηλεόραση και κουζίνα. Μόλις μπείτε να σηκώσετε τον γενικό, γιατί τον έχω κατεβασμένο και όταν φύγετε να τον κατεβάσετε πάλι. Το νου σας μην κατουρήσει ο σκύλος μέσα στο σπίτι! Στον πίνακα έχω σημειωμένο τον διακόπτη για τον θερμοσίφωνα. Στην ντουλάπα έχει σεντόνια και κουβέρτες αν και η Μαρία έχει στρωμένο το κρεβάτι με καθαρά σεντόνια ήδη. Μην ξεχάσετε τίποτα τρόφιμα όταν φύγετε και να πάρετε και τα σκουπίδια. Αμαρτία να βρωμίσει ο τόπος.   

-Κυρ Αποστόλη τον έγδυσες;

-Έλα τώρα που τον έγδυσα! Και παραπάνω να είχα ζητήσει θα τα είχε δώσει, ούτε παζάρια δεν έκανε. Έβγαλα απλά και εγώ πασχαλιάτικα τον μποναμά μου να πάρω δώρα στα εγγόνια μου. Έλα φεύγα τώρα, ήρθε. Και Καλή Ανάσταση, μου ευχήθηκε και με βοήθησε να πάω τα πράγματά μας στο αυτοκίνητο. 

Μετά από μια στάση σε ένα σουπερμάρκετ, μια στάση σε ένα pet shop για την προμήθεια αντιεμετικών για το Θωρ και μια δεκάλεπτη μάχη μαζί του για να καταπιεί το χάπι βρεθήκαμε με ένα χάρτη στο χέρι να ανηφορίζουμε μια βουνοπλαγιά. Ευτυχώς οι σημειώσεις του κυρ Αποστόλη ήταν λεπτομερείς και έτσι χωρίς απρόοπτα βρεθήκαμε να ξεκλειδώνουμε την κόκκινη ξύλινη πόρτα του μικρού πετρόχτιστου σπιτιού πάνω που ήλιος ξεκινούσε και πάλι την καθοδική του πορεία.

Το σπιτάκι ήταν μια χαρά. Μύριζε πάστρα και λίγο κλεισούρα. Μπαίνοντας το πρώτο που συναντήσαμε ήταν ένα σαλονάκι με ένα ντιβάνι καναπέ, μια τηλεόραση, ένα τραπεζάκι σαλονιού και δύο πολυθρόνες. Απέναντι από την  είσοδο ξεκινούσε ένα διάδρομος που κατέληγε σε ένα πεντακάθαρο μπάνιο που μάλλον είχε ανακαινιστεί τη δεκαετία του ογδόντα. Μια μεγάλη ορθογώνια γαλάζια μπανιέρα με κουρτίνα ήταν απέναντι από την πόρτα ενώ μια ασορτί γαλάζια λεκάνη, ένας γαλάζιος νιπτήρα και ένας γαλάζιος μπιντές γέμιζαν τον χώρο. Τα πλακάκια δε ήταν εξίσου γαλάζια με μπλε μαργαρίτες γεγονός που ο Χίλμαρ διασκέδασε ιδιαιτέρως. Η κουζίνα ήταν δεξιά του μπάνιου και αν και ήταν μικρή, ήταν ο ορισμός της χωριάτικης κουζίνας, πλήρως εξοπλισμένη με κατσαρόλες, τηγάνια, πιάτα ποτήρια και μαχαιροπίρουνα. Ένας μαρμάρινος νεροχύτης που γυάλιζε κάλυπτε τον ένα τοίχο κάτω από ένα παράθυρο με κοφτά κουρτινάκια, ενώ δεξιά του νεροχύτη πάνω στον πάγκο ήταν δυο εστίες υγραερίου με έναν απορροφητήρα μπουρί από πάνω. Ένας μικρός φούρνος, ένα λευκό τεράστιο ψυγείο από εκείνα τα παλιά με την κατάψυξη πάνω και μερικά ντουλάπια συμπλήρωναν τον αριστερό τοίχο. Και όλα αυτά περιτριγύριζαν μια στρογγυλή τραπεζαρία και τέσσερις ψάθινες καρέκλες. Το υπνοδωμάτιο τέλος, αριστερά του μπάνιου και απέναντι από την κουζίνα ήταν ένας στενόμακρος χώρος με ένα σιδερένιο κρεβάτι ασυνήθιστα μεγάλο να δεσπόζει το κέντρο, γεγονός που έκανε τον Χίλμαρ να ανακουφιστεί που επιτέλους θα μπορούσε να κοιμηθεί σαν άνθρωπος. Όταν μάλιστα δοκίμασε το στρώμα και διαπίστωσε πως ήταν μαλακό και αφράτο η χαρά του ήταν τέτοια που δεν μπορούσα να μην την μοιραστώ μαζί του.

Ευγνώμονες για το όμορφο λιτό και καθαρό χώρο, μεταφέραμε τους σάκους μας στο υπνοδωμάτιο, βάλαμε τα ψώνια μέσα στο ψυγείο και σταθήκαμε στη μέση του σαλονιού κοιτώντας κατάματα ο ένας τον άλλο. Ταυτόχρονα απλώσαμε τα χέρια μας και χωρίς λόγια πλησιάσαμε και χώθηκα στην αγκαλιά του. Για λίγα λεπτά καθόμασταν έτσι αγκαλιασμένοι χωρίς να κινούμαστε λες και φοβόμασταν πως αν κινηθούμε θα έσκαγε η φούσκα μέσα στην οποία ήμασταν απολαμβάνοντας την απόλυτη ησυχία. Ο Θωρ όμως είχε αντίθετη άποψη με εμάς και δεν άργησε να μας το γνωστοποιήσει. Δειλά αρχικά και πιο επίμονα στη συνέχεια με το κεφάλι του άρχισε  να προσπαθεί να μπει ανάμεσα μας. Αγανακτισμένος ο Χίλμαρ του έριξε μια ενοχλημένη ματιά και απομακρύνθηκε από μένα.

- I 'll cook and you will take Thor out for a walk, πρότεινα και ο Χίλμαρ με κοίταξε τρομοκρατημένος.

-The dog from hell? No, no. Forget it. I will cook and you will take the beast out, διαμαρτυρήθηκε.

-Do you know how to cook? ρώτησα παιχνιδιάρικα και όταν εκείνος δεν απάντησε συμπλήρωσα I didn't think so και άρχισα να προχωράω γελώντας προς την κουζίνα.

Μετά από πολλά παρακαλετά, και ακόμα περισσότερα μπινελίκια ο Χίλμαρ κατάφερε να βγάλει έξω το Θωρ την ώρα που εγώ ψιλόκοβα το κρεμμύδι. Είκοσι λεπτά μετά και ενώ σούρωνα τα μακαρόνια, ένιωσα τα χέρια του να με αγκαλιάζουν και πάλι από πίσω.

-Rita he hates me... είπε στεναχωρημένος και ακούμπησε το πιγούνι του πάνω στο κεφάλι μου.

-He has trust issues. You have more things in common than you think, είπα και ο Χίλμαρ κάγχασε.

-What are you cooking?

-Repeat after me: MA

-MA

-KA

-KA

-PO

-RO

-NI

-NI

-A

-A

-ME

-ME

-KI

-KI

-MA

-MA

-Μακαρόνια με κιμά

-Makaroni me kima

-Correct! Almost... 

-It smells so good.

-The food?

-The food, the house, you. But you are not smelling like a peach tree in the rain anymore... Why? I loved that smell.

-That's why... είπα και απομακρύνθηκα για να τσιγαρίσω τα μακαρόνια.

- I ordered a really overpriced candle with your perfume from Jo Malone. I have it on my nightstand back home, please don't stop wearing it, με παρακάλεσε.

-Οκ, του απάντησα και άρχισα να ανακατεύω τον κιμά μέσα στην κατσαρόλα. 

Εκείνη η Ανάσταση θα ήταν η πιο παράδοξη, ανορθόδοξη και όμορφη της ζωής μου. Χωρίς καμία επαφή με τον έξω κόσμο, σέρβιρα δύο πιάτα με φαγητό και με την ηχητική υπόκρουση της λειτουργίας από το κρατικό κανάλι καθίσαμε αντικριστά πάνω στο καναπέ ντιβάνι και φάγαμε. Ο Χίλμαρ μου δήλωσε πως το "μακαρόνι με κιμά" ήταν το ωραιότερο φαγητό στον κόσμο και ο Θωρ το επιβεβαίωσε κλέβοντας από το πιάτο μου την τελευταία μου μπουκιά. Πλύναμε τα πιάτα και τις κατσαρόλες μαζί, κάναμε ένα μπάνιο χωριστά ο καθένας, έβγαλα τον Θωρ έξω για ένα τελευταίο κατούρημα και πιασμένοι χέρι χέρι μπήκαμε μέσα στο υπνοδωμάτιο κλείνοντας τον Θωρ απέξω αγνοώντας τις διαμαρτυρίες του. Και όσο ο Χριστός ετοιμαζόταν να αναστηθεί για πολλοστή φορά, εμείς γυμνοί και ξέγνοιαστοι πάνω στο σιδερένιο κρεβάτι βιώσαμε τη δική μας εκδοχή της ανάστασης που έμοιαζε περισσότερο με ψυχική και σωματική ανάταση.

...................................................................................................

-Γύρισες?

-Γύρισα.

-Σπίτι είσαι?

-Ναι σπίτι.

-Μόλις φτάσαμε Πειραιά. Με φέρνει ο Νίκος από εκεί. Θα μείνω σπίτι σου απόψε, πρέπει να μιλήσουμε.

-Εντάξει σε περιμένω, είπα και τερμάτισα την κλήση. Έβαλα ένα πλυντήριο, έκανα ένα μπάνιο και όσο στέγνωνα τα μαλλιά μου άκουσα το κουδούνι να χτυπάει

-Χριστός Ανέστη, μωρή! φώναξε και με αγκάλιασε μπαίνοντας

-Αληθώς ρε Λιτσάκι, της ευχήθηκα και έκλεισα την πόρτα.

-Ξεκίνα να τα ξερνάς ΟΛΑ, απαίτησε και με τράβηξε στον καναπέ.

-Τι θες να σου πω... Έφυγε πάλι...

-Καλά θα φτάσουμε στο έφυγε, ξεκίνα όμως από το ήρθε πρώτα!

-Τη Μεγάλη Παρασκευή με έστειλαν από τη δουλειά σε ένα σπίτι στο  Σούνιο να παραδώσω κάτι σε έναν πελάτη. Πήγα και εγώ ανυποψίαστη. Φτάνω στο σπίτι και μου ανοίγει μια κοπελίτσα. Ζητάω αυτόν που υποτίθεται θα συναντούσα και μου λέει η κοπέλα πως με περιμένει στο οικιακό πλανητάριο. Κουφαίνομαι όπως αντιλαμβάνεσαι, αλλά για να μην φανώ καμία χαζή πάω εκεί που μου υποδεικνύει. Μπαίνω μέσα και όντως ήταν ένα οικιακό πλανητάριο. Λίτσα καντάδα σε πλανητάριο σου έχουν κάνει; Γιατί εμένα μου έκαναν. Σοκ έπαθα όταν άρχισε η πριβέ προβολή εκεί μέσα και μόλις αντιλήφθηκα ότι ήταν εκείνος θόλωσα. Του ούρλιαξα διάφορα, του έχωσα και μερικές, μην στα πολυλογώ καταλήξαμε να βγάζουμε τα μάτια μας στο πάτωμα σαν τα ζώα. Ξεχαρμανιάζουμε και την ώρα που ντυνόμασταν μου πετάει κάτι που δεν θα έπρεπε να γνωρίζει και με κάνει έξω φρενών πάλι. Στο δια ταύτα αυτά που έμαθα ήταν τα εξής: έχει βάλει ανθρώπους να με παρακολουθούν για την ασφάλεια μου και δεν μπορεί να μου πει τι γίνεται γιατί προστατεύει τους ανθρώπους που αγαπάει. Αυτά... Α και δεν είναι νονός της μαφίας. 

-Συγνώμη τρείς μέρες και έμαθες μόνο αυτά; Και τι σκατά κάνατε τρεις μέρες; Μόνο πηδιόσασταν; Μωρέ μπράβο αντοχή στην ηλικία του... Βασικά που σκατά ήσασταν;  

-Σε ένα χωριό με ελάχιστους μόνιμους κατοίκους κοντά στη Μονεμβάσια. Τι να σου λέω, μεγάλη ιστορία πως καταλήξαμε εκεί Πασχαλιάτικα. Όσον αφορά τώρα το τι ακριβώς κάναμε τρεις μέρες, το παίζαμε ζευγάρι. Εντάξει βγάζαμε και τα μάτια μας, διότι όντως η αντοχή του είναι αξιοθαύμαστη, αλλά κυρίως το παίζαμε "οικογένεια". Μέχρι και ελληνική ταινία με τη Τζένη Καρέζη είδαμε. Να με δεις να προσπαθώ να μεταφράσω στα αγγλικά το "Γυρίιιισατε" και το "Αλέκο χρυσό μου, σε παρακαλώ" να κλαις από τα γέλια. 

-Άσε παιδί μου την Καρέζη και πες τι άλλο έμαθες!

-Έμαθα πως στο κομοδίνο του έχει ένα κερί με το άρωμα μου. Έμαθα πως αυτός ζει στη Νέα Υόρκη με τον γιο του που ξεκίνησε φέτος το πανεπιστήμιο, ενώ η γυναίκα του και η κόρη του ζουν στο Λονδίνο. Η γυναίκα του είναι μισή Σουηδή, μισή Αγγλίδα. Έμαθα πως ο πατέρας του πέθανε από καρκίνο του παγκρέατος μέσα σε 30 μέρες. Έμαθα πως κάνει κωπηλασία από παιδί. Έμαθα πως έχει να πατήσει στο Ρέικιαβικ από όταν πέθανε ο πατέρας του. Έμαθα πως τελικά είναι Βίκινγκ γιατί λέει εκείνος μου είπε ότι οι Βίκινγκς δεν είναι Ισλανδοί, όχι πως οι Ισλανδοί δεν είναι απόγονοι των Βίκινγκς. Μην στα πολυλογώ μου εξήγησε πως οι Βίκινγκς είναι πρόγονοι πολλών σκανδιναβικών εθνικοτήτων ανάμεσα τους και οι Ισλανδοί. 

-Μαργαρίτα χέστηκα για το γενεαλογικό δέντρο των Βίκινγκς! Συγκεντρώσου!

-Τι θα κάνω...

-Την έχεις πατήσει μαζί του, ε?

-Λίτσα έκανε τατουάζ μια μαργαρίτα στο στήθος στο ύψος της καρδιά του. Και όταν τον ρώτησα γιατί, μου απάντησε ότι το έκανε επειδή η συγκεκριμένη καρδιά χτυπάει ακόμα εξαιτίας μιας μαργαρίτας. Και ήθελα να τον ρωτήσω αν χτυπάει εξαιτίας μιας μαργαρίτας ή για μια μαργαρίτα, αλλά δεν τον ρώτησα γιατί δεν ήμουν σίγουρη αν θα ήθελα να ακούσω την απάντηση. Γιατί θέλω να είμαι ο λόγος που η καρδία του χτυπάει όχι όμως επειδή έφαγα τη σφαίρα. Όποτε ναι, την έχω πατήσει μαζί του και άσχημα. 

-Πως χωρίσατε; Τι συμφωνήσατε;

-Τι να συμφωνήσουμε; Δώσαμε τα κλειδιά πίσω στον ιδιοκτήτη και τις τέσσερις ώρες της επιστροφής δεν ανταλλάξαμε κουβέντα. Με έφερε σπίτι, με βοήθησε να κατεβάσω τον Θωρ από το αμάξι και αφού με αγκάλιασε σφιχτά και με φίλησε με απόγνωση μου ψιθύρισε ένα soon και έφυγε. 

-Ωραία πιάσαμε από κούπες. Αυτά ήταν όλα;

-Αυτά...

-Λοιπόν άκου, μάντεψε ποιόν πέτυχα στην Αίγινα το βράδυ της Ανάστασης στο προαύλιο της Αγίας Μαρίνας.

-Ρε εγώ σου λέω τον πόνο μου και εσύ με ξεπετάς;

-Ηλίθια δεν άλλαξα θέμα! Μάντεψε!

-.....

-Τον Βασιλάκη! 

-Πλάκα κάνεις!!!

-Όχι δεν κάνω πλάκα. Εκεί που κυνηγούσα τη μικρή έπεσα πάνω του κυριολεκτικά. Πάρκαρα το παιδί στον Νίκο και τον ξεμονάχιασα για να τον ανακρίνω με ησυχία. Αυτός φυσικά και με θυμόταν, αλλά προσπάθησε ευγενικά να με αποφύγει. Αλλά με ξέρεις πόσο επίμονη είμαι. Με τα χίλια ζόρια κατάφερα να μάθω τα εξής: Ο Βασίλης είναι χρόνια υπάλληλος του δικού σου. Δεν τον προσέλαβε δηλαδή για να σου στέλνει μηνύματα όπως νομίζαμε. Τον συνοδεύει σε όλα του τα ταξίδια. Γι' αυτό ήταν τώρα στην Ελλάδα και γι' αυτό ήταν και στη Βουδαπέστη. Έμενε μάλιστα στο ίδιο ξενοδοχείο με εσάς τότε, ενώ ήταν και στα εγκαίνια. Εκεί σε είδε πρώτη φορά. Εγώ προσπάθησα να μάθω και άλλα, αλλά στο τέλος μου ξεφούρνισε πως έχει υπογράψει με τον Χίλμαρ συμβόλαιο εχεμύθειας και πως δεν θα το καταπατούσε όσο και αν με συμπαθούσε. Καλά αυτό περί συμπάθειας το αμφισβητώ. Τον νοιάζεται. Το κατάλαβα. Δεν θα τον πρόδιδε. Όταν είδα πως δεν θα έπαιρνα άλλη κουβέντα, του ευχήθηκα για το Πάσχα και πήγα να φύγω, αλλά με σταμάτησε και μου είπε "ο κύριος Σβενσον είναι καλός άνθρωπος και η κυρία Δήμου σημαίνει πολλά για εκείνον". Το συμπέρασμα λοιπόν είναι Μαργαρίτα πως και εκείνος την έχει πατήσει μαζί σου. Κοντά 50 χρονών γάιδαρος δεν κάνεις μαργαρίτες τατουάζ σαν ερωτοχτυπημένος έφηβος, έτσι για πλάκα. Μα μαργαρίτα; Δηλαδή αν σε έλεγαν Παγώνα, θα πήγαινε και θα χτύπαγε παγώνι; Που μεταξύ μας το παγώνι θα ήταν λιγότερο μετροσέξουαλ.      

-Ωραία και τώρα τι κάνω; Κάθομαι και περιμένω σαν καμία μαλακισμένη σύγχρονη Πηνελόπη;

-Φυσικά και όχι! Τώρα θα περάσουμε στην αντεπίθεση! Αυτόν κάτι σκατά τον δένει με την Ελλάδα.

-Αυτό είπα και εγώ!!! Κάπου υπάρχει μια σύνδεση με την Ελλάδα που προηγείται της γνωριμίας μας.

-Την Κυριακή το βράδυ και με το κινητό κλειστό βαριόμουν, μπήκα έτσι στο ίντερνετ από το λαπτοπ του Νίκου και έκανα μια έρευνα. Λοιπόν ο Χίλμαρ Σβένσον, που μου πήρε λίγη ώρα να βρω πως σκατά γράφεται το όνομα του, είναι όντως διευθύνων σύμβουλος ενός διεθνούς κατασκευαστικού ομίλου με έδρα τη Νέα Υόρκη. Είναι 47 ετών, παντρεμένος με δύο παιδιά. Η γυναίκα του που την είδα σε φωτογραφία μια ψηλή ξεπλυμένη είναι, δεν λέει πολλά σε περίπτωση που σε νοιάζει. Οι φωτογραφίες όμως ήταν παλιές. Είναι μοναχογιός ενός Ισλανδού επιχειρηματία και μιας Σουηδής δικηγόρου. 

-Ώπα κάτσε. Εμένα μου είχε πει ότι έχει έναν αδελφό.

-Μπορεί να μην κατάλαβες καλά. 

-Όχι είμαι σίγουρη, στα εγκαίνια κάποιος με ρώτησε μάλιστα αν είμαι φίλη του αδελφού του.

-Καλά μπορεί το ίντερνετ να κάνει λάθος, μπορεί εγώ να μην κατάλαβα καλά με τα χάλια αγγλικά μου, κόλλησες στον αδελφό! Και συνεχίζω έχει πτυχίο πολιτικού μηχανικού και μεταπτυχιακό σε κάτι που δεν κατάλαβα τι είναι. Μάλιστα δούλεψε για χρόνια ως πολιτικός μηχανικός. Μετά το γάμο του και με κεφάλαια του πατέρα του και του πεθερού του μπήκε ως μέτοχος στην κατασκευαστική που τώρα διευθύνει. 

-Καλά ρε Λίτσα το επαγγελματικό βιογραφικό του βρήκες; Τι με νοιάζουν τα πτυχία και οι μετοχές του; Χέστηκα!

-Ε αυτά βρήκα, αυτά σου λέω. Τι νόμιζες θα έβρισκα στο ίντερνετ, άρθρο που να γράφει γιατί ο Χίλμαρ κάθε τρεις και λίγο είναι στην Ελλάδα;

-Πάντως από όσα είπες μέχρι στιγμής βλέπουμε πως τα λίγα που μου έχει πει μέχρι στιγμής είναι αλήθεια.

-Να σε ρωτήσω κάτι, Ελλάδα όσες φορές έχετε βρεθεί που έχετε συναντηθεί;

-Στο Σύνταγμα, σ' ένα μπουρδελοξενοδοχείο στο Φάληρο, στη Μεγάλη Βρετανία και τώρα στην έπαυλη στο Σούνιο.

-Βλέπω έχετε ποικιλία, από κρεβάτι σε κρεβάτι είστε. Για κανένα φαΐ σαν άνθρωποι δεν έχετε πάει; 

-Ναι είδα και στη Βουδαπέστη που πήγαμε για φαΐ πόσο καλά πήγε αυτό. 

-Γιατί τι έγινε;

-Άστο ρε Λίτσα εμείς και το τραπέζι με κρεβάτι το μπερδεύουμε. Συνέχισε αυτό που έλεγες.

-Τι ξέρουμε για το σπίτι στο Σούνιο;

-Τι ξέρουμε;

-Σε ρωτάω παιδί μου, τι ξέρεις για το σπίτι στο Σούνιο; Σε ποιόν ανήκει;

-Πάντως όχι σε αυτόν που νόμιζα ότι ανήκει. Δεν ξέρω.

-Ωραία σε ποιόν νόμιζες ότι ανήκει;

-Στον Αλεξίου, έναν πελάτη, γνωστό του Χίλμαρ. Αυτός τον βοήθησε να με ξεγελάσουν να πάω.

-Μπίνγκο! Από εκεί ξεκινάμε. Αυτόν τον Αλεξίου, εσύ θα τον δεις;

-Λογικά ναι αύριο, αλλά Λίτσα δεν πρόκειται να μου πει τίποτα. Είναι λέμε γνωστός του Χίλμαρ.

-Ρίξε παιδί μου άδεια να πιάσεις γεμάτα. Πες του αύριο που θα τον δεις κάτι όπως "Κύριε Αλεξίου μου δεν σας κρατάω κακία, μιας και το σπίτι σας στο Σούνιο ήταν υπέροχο και πέρασα καταπληκτικά" αυτός τώρα λογικά θα σου πει μα δεν είναι δικό μου το σπίτι, είναι του τάδε και θα μάθουμε σε ποιόν ανήκει.

-Δεν γίνονται αυτά Λίτσα! Εγώ θα ντρέπομαι αύριο και να τον αντικρίσω πόσο μάλλον να πιάσω και κουβέντα. Άλλο, βρες κάτι άλλο!

-Ντουβάρι είσαι! Τότε δεν έχουμε άλλη λύση. Βγάλε την καμπαρντίνα από τη ναφθαλίνη, αύριο το απόγευμα θα πάμε για καφέ στο Σούνιο!   

                                    

για τη συνέχεια πατήστε εδώ                

        



                


        

   


Σάββατο 5 Ιουλίου 2025

"Sugar Daddy" ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ




Με σταθερά βήματα ο Χίλμαρ με οδήγησε σ' ένα μεγάλο σαλόνι και άναψε τα φώτα. Ένας τεράστιος γκρι γωνιακός καναπές βρισκόταν στη μέση του δωματίου, μπροστά από ένα γυάλινο τραπεζάκι, ενώ μια μεγάλη τζαμαρία βρισκόταν απέναντι του. Όσο ήμασταν μέσα στο πλανητάριο είχε νυχτώσει και το μόνο που φαινόταν απέξω ήταν ένας ημιφωτισμένος περιποιημένος κήπος με γκαζόν. Χωρίς να με ενδιαφέρει ιδιαίτερα να παρατηρήσω τον υπόλοιπο χώρο, έκατσα στον καναπέ και περίμενα όσο ο Χίλμαρ έβαζε στον εαυτό του ένα ουίσκι. Βήματα ακούστηκαν από κάπου να πλησιάζουν και λίγο αργότερα η νεαρή κοπέλα που με είχε υποδεχτεί και που την είχα ξεχάσει, εμφανίστηκε με έναν δίσκο στα χέρια. Ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί και ένα κολονάτο ποτήρι ήταν τα περιεχόμενα του δίσκου, τα οποία και άφησε μπροστά μου πάνω στο τραπεζάκι. Με μαλακές κινήσεις μου γέμισε κρασί το ποτήρι που αμέσως θάμπωσε. Ευγενικά την ευχαρίστησα προσπαθώντας να μην δείξω πόσο ειλικρινά ευγνώμων ήμουν που ακόμα θυμόταν... 

-You can leave now Anna, της είπε o Χίλμαρ ευγενικά μεν, με τυπικό ύφος δε και ένιωσα σαν να βλέπω έναν άλλο άντρα, αυτόν που μάλλον γνώριζαν οι υπάλληλοι του. Η κοπέλα έκανε μια ανεπαίσθητη υπόκλιση προς εκείνον και αφού μας καληνύχτισε στα ελληνικά βγήκε από το δωμάτιο. 

Λίγα λεπτά μετά ακουγόταν η πόρτα της εξόδου να κλείνει και ο Χίλμαρ ερχόταν και καθόταν δίπλα μου ακουμπώντας το ποτήρι του δίπλα στο δικό μου.

-You hair is shorter, σχολίασε πιάνοντας μια μικρή τούφα

-And yours longer, συμπλήρωσα διώχνοντας μαλακά το χέρι του.

-Am i not allowed to touch you now? με ρώτησε πληγωμένος.

-Answers Hilmar! I need answers and if you start touching me, we both know what will happen, του εξήγησα και ίσιωσα το σώμα μου με αποφασιστικότητα.

-Ok, ask your questions.

-Ιs there a Mr. Alexiou?

-Yes there is.

-But this house is not his, right?

-Right.

-How? How this is happening and how the hell you know about me moving on? ρώτησα θυμωμένη και μπερδεμένη. Ο Χίλμαρ όμως δεν απαντούσε, μόνο με κοιτούσε σαν να προσπαθούσε να αποφασίσει τι θα μου έλεγε. Ύστερα από μερικά βασανιστικά λεπτά έβγαλε το κινητό του και άρχισε να μιλάει στα ισλανδικά. Μόλις τελείωσε μου το έδωσε και πριν διαβάσω τι μου είχε πει τον κοίταξα προσπαθώντας να καταλάβω προκαταβολικά αν ήταν ειλικρινής. 

"Ο Αλεξίου είναι ο γιός ενός παλιού οικογενειακού φίλου που μου είχε υποχρέωση. Τυχαία πριν δέκα μέρες έμαθα πως αναζητούσε διαφημιστική και του σύστησα αυτή που δουλεύεις. Χθες βράδυ του ζήτησα να βρει έναν τρόπο ώστε να έρθεις εδώ χωρίς να ξέρεις πως θα συναντούσες εμένα. Φοβήθηκα πως δεν θα ερχόσουν αν ήξερες. Τα υπόλοιπα τα ανέλαβε εκείνος. Δεν ξέρω πως το έκανε, αλλά τα κατάφερε."  

-How you know where i work, how you know about me moving on, επέμεινα δίνοντας του το κινητό του πίσω για να μου απαντήσει σε αυτό που με ενδιέφερε περισσότερο. Παραδομένος έπιασε πάλι το κινητό και επανέλαβε τη διαδικασία που ήμουν σίγουρη πως γινόταν περισσότερο για να καταλαβαίνω εγώ πλήρως τι μου λέει και λιγότερο γιατί δεν μπορούσε εκείνος να μου απαντήσει στα αγγλικά. Αφού ολοκλήρωσε μια μεγαλύτερη σε διάρκεια απάντηση με πολλές, πολλές παύσεις μου έδωσε το κινητό.

"Έχω ανθρώπους και σε παρακολουθούν. Και επειδή θα ρωτήσεις από πότε, θα σου απαντήσω από τη Βουδαπέστη και μετά. Μην θυμώσεις. Το έκανα καθαρά για την ασφάλεια σου. Όχι δεν το έκανα μόνο για την ασφάλεια σου, το έκανα γιατί ήθελα να ξέρω πως είσαι καλά. Το ξέρω πως είχα υποσχεθεί πως δεν θα ξανά παραβιάσω την ιδιωτικότητα σου, αλλά μετά τη Βουδαπέστη δεν είχα άλλη επιλογή. Προχθές που ήρθα εσπευσμένα στην Ελλάδα δεν άντεξα και ήθελα να σε δω, έστω από μακριά. Τις δύο τελευταίες μέρες ανέλαβα προσωπικά κάποιες από τις βάρδιες των υπαλλήλων ασφαλείας που έχω προσλάβει και έτσι σε είδα χθες το βράδυ να βγαίνεις με εκείνον τον άντρα. Σε είδα να του χαμογελάς και θόλωσα. Δεν είμαι ζηλιάρης, αλλά είμαι εγωιστής και θέλω ο μόνος αποδέκτης του γέλιου σου να είμαι εγώ", διάβασα έκπληκτη μην ξέροντας πως να αντιδράσω. Νευρικά ήπια μια μεγάλη γουλιά κρασί προσπαθώντας να χωνέψω αυτά που είχα διαβάσει αφήνοντας στον καναπέ ανάμεσα μας το κινητό του.

-Are you a mafia boss? ρώτησα σοβαρά μόλις ανέκτησα την αυτοκυριαρχία μου και ο Χίλμαρ έβαλε τα γέλια.

-Oh God, i missed you so much Rita! Only you can make me laugh, when everything is going to hell, σχολίασε με εύθυμη διάθεση και μου έπιασε το χέρι. Μόλις όμως είδε πως εγώ δεν γελούσα, σοβάρεψε και απάντησε.

-Νο, I am not a mafia boss. I am a totally boring CEO of a legal international construction company, μου εξήγησε και η ειλικρίνεια στο ύφος του δεν άφηνε περιθώρια αμφισβήτησης. Δεκάδες ερωτήσεις σχηματίστηκαν μέσα στο μυαλό μου και χωρίς φίλτρο άρχισα να τις εκσφενδονίζω τη μια μετά την άλλη σαν πολυβόλο.

-Who was the man in Budapest. Why he tried to kill you? Why you left me there? Why you asked me to lie to the police. Why I need protection? From who? Why you are in Greece now? Why you were in Greece in first place? Something connects you to Greece and it is not me! είπα με μια ανάσα βγάζοντας από μέσα μου όλα τα ερωτήματα που κοντά πέντε μήνες τώρα με έτρωγαν σαν το σαράκι.

-Baby... είπε και με αγκάλιασε παρά τις προσπάθειες μου να τον διώξω. Κουρασμένη κούρνιασα στο στήθος του και άρχισα και πάλι να κλαίω σαν ηλίθια, γιατί το ένιωθα πως δεν θα μου απαντούσε. 

-Please don't cry... I am only trying to protect the people i love, all of them. And i am failing... And i am so scared that i will loose them all at the end. Please don't cry my beautiful Rita, please just be my daylight. I am so tired running from you. I really am... I need you baby, παρακάλεσε και η φωνή του είχε τόση ικεσία που με γονάτισε. Δεν ήθελα να τον πιέσω άλλο. Ήταν στα όρια του και το ένιωθα. Δεν θα τον έσπρωχνα εγώ από τον γκρεμό. Φουρτούνα μαινόταν μέσα του και απελπισμένος μου ζητούσε να γίνω άγκυρα του. Το μαζί δεν ήταν δυνατό για λόγους που καταλάβαινα και δεν καταλάβαινα. Ούτε και το χώρια όμως ήταν προφανώς δυνατό και πλέον το ήξερα. Θα έπρεπε έτσι να στριμώξουμε ότι ήταν αυτό που είχαμε στο ελάχιστο ανάμεσα. 

-How long are you gonna stay? ρώτησα σκουπίζοντας τα μάτια μου με το πίσω μέρος του χεριού μου.

-Ι don't know... Maybe one day, maybe ten. It is not up to me. I should be in New York right now, but i am here. I am waiting for something. When i am sure that he is out οf Greece again, i have to fly back home, μου είπε διφορούμενα και δεν μπήκα καν στον κόπο να ρωτήσω σε ποιόν αναφερόταν. Όταν θα έφευγε θα έβαζα τα δεδομένα κάτω και θα περνούσα στην αντεπίθεση. Τις απαντήσεις μου θα τις έβρισκα μόνη μου, ο κόσμος να γυρνούσε ανάποδα, αλλά αργότερα. Ο λίγος δανεικός μας χρόνος περνούσε και δεν θα τον χαράμιζα σε μάταιες προσπάθειες να εκμαιεύσω πράγματα που προφανώς δεν ήταν έτοιμος να μοιραστεί. 

-Three days. The next three days. You promised gifts, travels and sex. Let's go a road trip somewhere here in Greece for three days. Just you and me. No phones. Your time will be my gift. Can you give me that? ζήτησα παρακλητικά και περίμενα να δω τι θα μου έλεγε με αγωνία. Δεν μου απάντησε όμως με λόγια, έβαλε το χέρι του ανάμεσα μας, έπιασε το κινητό του και με μια αποφασιστική κίνηση το έκλεισε δίνοντας μου την απάντηση του. 

-Let's get out of this God damn house, είπε τελικά και σηκώθηκε τραβώντας με μαζί του.                

....................................................................................................

-Έλα ρε, θα σε έπαιρνα και εγώ αλλά έμπλεξα με τις ετοιμασίες για την Αίγινα. Πως περάσατε χθες με τον Ιάκωβο; Έκανε ο μουρόχαβλος καμία κίνηση; Ο Νίκος δεν μου λέει τίποτα. Aντρική αλληλεγγύη λέει και κουραφέξαλα. Μετά το Πάσχα να κανονίσουμε το Πήλιο που λέγαμε; Πες πότε να βάλω άδεια αν είναι. Μίλα καλέ!

-Λίτσα θέλω χάρη...

-Ωχ... 

-Μην με βρίσεις...

-Ωχ, ωχ!

-Σταμάτα τα ωχ και άκου με γιατί βιάζομαι. Εγώ Πάσχα θα κάνω μαζί σας στην Αίγινα. Κατάλαβες;

-Καλάμια κατάλαβα! Αφού σου είπα να έρθεις και είπες όχι. Τι άλλαξε; Όχι πως με απασχολεί και ιδιαίτερα. Αχ τέλεια θα περάσουμε!!!!

-Λίτσα συγκεντρώσου!!!!! Εγώ για τη μάνα μου Πάσχα θα κάνω μαζί σας στην Αίγινα.

-Περίμενε, γιατί θα πούμε ψέματα στον Κέρβερο; Που θα κάνεις Πάσχα; Με τον Ιάκωβο; Ρε τον κερατά, δεν του το είχα! Είδε και αποείδε ο άνθρωπος που τον έφτυσες την πρώτη φορά και πέρασε στο επιθετικό μάρκετινγκ αυτή τη φορά! Που θα πάτε; Ελπίζω όχι στο Πήλιο!!! Στο Πήλιο θα πάμε μαζί!!!

-Λίτσα δεν με βοηθάς. Δεν θα πάω ούτε στο Πήλιο, ούτε με τον Ιάκωβο.

-....

-Λίτσα με ακούς;

-Που να μην σε άκουγα... 4,5 μήνες τώρα δεν θες ούτε να τον αναφέρω και τώρα φεύγεις μαζί του για Πάσχα; Που στο διάολο σε τραβολογάει πάλι; Στην Χονολουλού; Όχι να ξέρω από που θα σε μαζεύω αυτή τη φορά. Το αλεξίσφαιρο να μην ξεχάσεις να βάλεις στη βαλίτσα! 

-Μην με μαλώνεις ρε Λίτσα.

-Και τι να σε κάνω; Να σου δώσω την ευχή μου; Ευτυχώς Παναγία μου ο Χρήστος είναι στον πατέρα του για το Πάσχα και δεν θα πρέπει να φλομώσουμε και το παιδί πάλι στα ψέματα. Λέγε, που στα κομμάτια θα είσαι;

-Ελλάδα θα είμαι, ακόμα δεν ξέρω που ακριβώς.

-Ωραία, γιατί δεν προλάβαινα να βγάλω διαβατήριο. Μαργαρίτα είσαι σίγουρη πως είναι καλή ιδέα; Μπορεί να μην το συζητήσαμε καθόλου γιατί δεν ήθελες, αλλά έφαγες σφαίρα! Σ Φ Α Ι Ρ Α !!! Αληθινή σφαίρα. Κάτι δεν πάει καλά με τον τυπάκο. Κάπου είναι μπλεγμένος. Δεν χρειάζεται να είσαι διάνοια για να το καταλάβεις...

-Το ξέρω και έχεις δίκιο σε όλα. Σου υπόσχομαι πως όταν γυρίσω θα σου πω ότι ξέρω και μαζί θα ψάξουμε να μάθουμε και όλα όσα δεν ξέρω. Αυτή τη στιγμή όμως θα πάω μαζί του και σε χρειάζομαι να με καλύψεις. 

-Αν γυρίσεις... Παναγία μου βάλε το χέρι σου να μην έχουμε πάλι ιστορίες. Εντάξει, αν η μάνα σου επικοινωνήσει μαζί μου θα επιβεβαιώσω ότι είσαι Αίγινα και θα της πω ότι είσαι τουαλέτα ξερωγώ. Το τηλέφωνο σου να έχεις ανοιχτό, να μπορώ να σε βρίσκω. 

-Θα το κλείσω το τηλέφωνο Λίτσα και στη μάνα μου θα πω ότι κόψανε την κεραία στην Αίγινα και δεν θα έχουμε ούτε εσύ, ούτε εγώ σήμα το τριήμερο. Αυτή είναι η χάρη που θέλω. Να κρατήσεις το κινητό σου κλειστό από αύριο και για τρείς μέρες. Δευτέρα βράδυ άνοιξε το.

-Ρε πας καλά; Τρεις μέρες χωρίς κινητό; Και που θα βλέπω εγώ Τικ Τοκ;

-Βάλτο σε λειτουργία πτήσης. Ίντερνετ θα πιάνει έτσι.

-Ωραία... όλα τα έχεις σκεφτεί βλέπω! 

-Κοίτα ξέρω ότι ζητάω πολλά, αν δεν μπορείς θα το καταλάβω και θα βρω άλλη λύση.

-Καλοκαίρι Δευτέρας Λυκείου προς Τρίτη έκατσες δύο ολόκληρες ώρες στο στάδιο Ειρήνης και Φιλίας μέσα στη βροχή όσο εγώ και ο Φώτης χαμουρευόμασταν στο subaru του πατέρα του για να με καλύψεις. Καλοκαιριάτικα φτερνιζόσουν τρείς μέρες σαν το γατί. Εγώ δεν ξεχνάω Μαργαρίτα. Έχω μνήμη ελέφαντα. Θα το κλείσω το γαμωκινητό, αλλά πρόσεχε!!! 

-Ευχαριστώ Λιτσάκι. Σου χρωστάω... είπα, τερμάτισα την κλήση και βιαστικά άρχισα να φτιάχνω ένα σακβουαγιάζ με τα απαραίτητα. Μίση ώρα μετά η κυρά Μίνα είχε ενημερωθεί με συνοπτικές διαδικασίες, το ίδιο και ο Χρήστος, πως για τις επόμενες τρεις μέρες δεν θα είχα σήμα. Τους είχα δώσει προκαταβολικές ευχές, είχα αποφύγει με δυσκολία την καχυποψία τους και χαρούμενη έβαζα τον σάκο μου και ένα Θωρ που δεν συνεργαζόταν καθόλου στο πίσω κάθισμα του μαύρου τζιπ.

-Who is this? ρώτησε ο Χίλμαρ κατεβαίνοντας από το αμάξι κοιτάζοντας με απορία το τεράστιο σκυλί που είχε πεισμώσει και δεν έμπαινε στο αμάξι με τίποτα. Σε μια προσπάθεια να με βοηθήσει να τον βάλουμε μέσα πήγε να τον πιάσει, αλλά έκανε αμέσως πίσω όταν το γλυκύτατο σκυλί μου του γρύλισε γυμνώνοντας απειλητικά τα δόντια του.

-Τhis is Thor, απάντησα όταν κατάφερα να τον βάλω μέσα και ο Χίλμαρ ξέσπασε σε τρανταχτά γέλια κάνοντας τις ρυτίδες γύρω από τα μάτια του να βαθύνουν γοητευτικά.

Τις επόμενες ώρες έκανα μετά λύπης μου τις εξής διαπιστώσεις:

Πρώτον κάποιοι σκύλοι παθαίνουν ναυτία μέσα στο αμάξι.

Δεύτερον ο εμετός των σκύλων μυρίζει όσο άσχημα μυρίζει και των ανθρώπων.

Τρίτον τα σκυλιά αφού αδειάσουν εντελώς το στομάχι τους, εξαντλημένα από την ταλαιπωρία ξεραίνονται στον ύπνο ροχαλίζοντας.

Τέταρτον οι σύγχρονοι άνθρωποι χωρίς κινητά είναι εντελώς αβοήθητοι. Για μια διαδρομή τεσσάρων θεωρητικά ωρών, με τις στάσεις για να καθαρίζουμε τους εμετούς και να ψάχνουμε ταμπέλες, εμείς είχαμε φτάσει αισίως τις πέντε ώρες και έπρεπε να παραδεχτούμε ότι μάλλον είχαμε χαθεί. 

Πέμπτον και σημαντικότερο όλων, τέσσερις τα ξημερώματα Μεγάλου Σαββάτου, χωρίς προηγούμενη κράτηση, δωμάτιο μέσα στο κάστρο της Μονεμβασιάς δεν βρίσκεις όσα λεφτά και αν έχεις. Όταν δέησε επιτέλους να φτάσουμε εκεί που εγώ είχα τη φαεινή ιδέα να πάμε, αποκαμωμένοι, πιασμένοι, νυσταγμένοι και βρωμεροί αντιληφθήκαμε πως εκείνο το βράδυ δεν θα βρίσκαμε κάτι της προκοπής. Συμβιβαστήκαμε έτσι σε ένα ξενοδοχείο έξω από το κάστρο της κακιάς ώρας που ο Θεός μας λυπήθηκε και δεχόταν σκύλους.

Αφού πήραμε το κλειδί από τον νυσταγμένο ξενοδόχο, σύραμε τον Θωρ μέσα στο μικροσκοπικό δίκλινο κρατώντας τους σάκους μας στα χέρια. Του δώσαμε λίγο νεράκι, λίγες κροκέτες και αφού βεβαιωθήκαμε πως δεν θα τίναζε τα πέταλα, τον αφήσαμε να κοιμάται φαρδύς πλατύς στο κάτω μέρος του στενού κρεβατιού σαν μαχαραγιάς. Όντας αδύνατο να κοιμηθούμε μυρίζοντας τόσο άσχημα, μπήκαμε μέσα στο μπάνιο για να διαπιστώσουμε με φρίκη πως αυτό μύριζε ίσως χειρότερα και από εμάς. Η απελπισία μου είχε βαρέσει κόκκινο και ήμουν στα πρόθυρα να ουρλιάξω, αλλά ο Χίλμαρ κοιτούσε το μπάνιο μορφάζοντας και χαμογελούσε.

-Why are you smiling??? This is a disaster!!! Oh my God the smell. I am gonna puke, είπα και κάλυψα τη μύτη μου με το χέρι μου.

-It's alright Rita. Look, the smell is from the drainage. When the water is running it doesn't smell that bad, μου εξήγησε ανοίγοντας όλες τις βρύσες. Όντως μόλις είχε ανοίξει τις βρύσες, η μυρωδιά είχε υποχωρήσει κάπως. Οι υδρατμοί από το τρεχούμενο νερό άρχιζαν να θαμπώνουν το μικρό καθρέφτη πάνω από το έπιπλο μπάνιου με τον νιπτήρα και με το μυαλό μου άρχισα να κάνω υπολογισμούς αν θα χωρούσαμε και οι δύο μέσα στην τετράγωνη ντουζιέρα. Ο Χίλμαρ όμως ήταν γρηγορότερος από μένα μάλλον στους υπολογισμούς, γιατί με σταθερά χέρια ξεκούμπωνε το πουκάμισο του κοιτώντας με στα μάτια. Χωρίς προσποιητές ντροπές τον ακολούθησα βγάζοντας πρώτα την μπλούζα μου και μετά το σουτιέν μου πετώντας τα στο πλακάκι δίπλα μου. Σύντομα ένας μικρός μπόγος από ρούχα βρισκόταν στο πάτωμα και εμείς τελείως γυμνοί στεκόμασταν ο ένας απέναντι από τον άλλο. Με το χέρι μου άρχισα να χαϊδεύω το στήθος του όταν πρόσεξα τη μικρή μαργαρίτα που ήταν χαραγμένη με μαύρο μελάνι στο ύψος της καρδιάς του και κοκκάλωσα. 

-Not a masculine Viking tattoo i am afraid so... απολογήθηκε και έπιασε το χέρι μου που είχε μείνει στον αέρα πιέζοντας το τρυφερά πάνω στη μαργαρίτα.

-Why? ρώτησα σηκώνοντας τα μάτια μου στα δικά του.

-Because a daisy is the only reason this heart still beats, εξήγησε και χωρίς να πει τίποτα άλλο με έσπρωξε μέσα στη μικρή ντουζιέρα κάτω από το ζεστό νερό και ακολούθησε και εκείνος. 

Με τρυφερότητα μου σαπούνισε τα μαλλιά και μου τα ξέβγαλε. Στη συνέχεια σαπούνισε τα δικά του και στάθηκε κάτω από το τρεχούμενο νερό για να ξεβγαλθεί και ο ίδιος. Χωρίς σφουγγάρι έριξε λίγο σαπούνι στα χέρια του και άρχισε να σαπουνίζει το μπροστινό μέρος του σώματος μου και εγώ τον μιμήθηκα και έκανα το ίδιο στο δικό του. Όταν όμως με γύρισε πλάτη για να με σαπουνίσει και από πίσω τα χέρια του έσφιξαν τους ώμους μου και σταμάτησε. 

-I am so, so sorry baby, ψέλλισε και σκύβοντας με τα χείλια του χάιδεψε ευλαβικά το σημάδι από τη σφαίρα στην ωμοπλάτη μου. Όχι δεν είχαμε χρόνο. Είχαμε τρεις μέρες και δεν σκόπευα να τις περάσω έτσι. Με θάρρος έσπρωξα το κορμί μου προς τα πίσω κλείνοντας το κενό ανάμεσα μας. Με το νερό να τρέχει πλέον πάνω και στους δυο μας έπιασα τα χέρια του και τα έφερα μπροστά μου ακουμπώντας τα πάνω στο στήθος μου.

-Stop talking and fuck my brains out, τον διέταξα και με έσπρωξε μπροστά. Το ένα του χέρι πλέον ακουμπούσε στον τοίχο απέναντι μου εγκλωβίζοντας με ανάμεσα στον τοίχο και το σώμα του, την ίδια στιγμή που το άλλο του χέρι κατέβαινε από το στήθος μου. Χωρίς να το σκεφτώ ιδιαίτερα άνοιξα λίγο τα πόδια μου δίνοντας του πρόσβαση, ενώ το δεξί μου χέρι πάλευε μάταια να βρει λίγο χώρο ανάμεσα μας για να τον αγγίξω και εγώ. Μόλις ένα δάχτυλο μπήκε μέσα μου παραιτήθηκα της προσπάθειας και αναστέναξα. More... παρακάλεσα λιγωμένα αλλά εκείνος συνέχισε να με βασανίζει κρατώντας το ένα δάχτυλό μέσα παίζοντας με την κλειτορίδα μου ενώ τα δόντια του δάγκωναν το λοβό του αυτιού μου. More, επανέλαβα πιο απαιτητικά αυτή τη φορά, ο Χίλμαρ όμως έπαιρνε τον χρόνο του. Ενοχλημένη άρχισα να τρίβω προκλητικά πάνω του τους γλουτούς μου, ελπίζοντας η τριβή σε συνδυασμό με το νερό να τον κάνουν επιτέλους να δράσει όπως είχα ανάγκη. Η στύση του που πλέον παλλόταν ανάμεσα μας ψάχνοντας να βρει δίοδο μου έκανε ξεκάθαρο πως ήμουν πολύ κοντά στο να κάμψω κάθε αντίσταση του. 

-I have no condom in here Rita... Shit, i forgot the used condom earlier on the planitarium floor! είπε και αναστέναξε.

-Pill, i am on a pill. Now Hilmar, τον διέταξα και εκείνος κοκκάλωσε.

-Why you are on a pill? ρώτησε καχύποπτα.

-Σοβαρά τώρα; Θα κάνουμε ΑΥΤΗ τη στιγμή, ΑΥΤΗ τη συζήτηση; Πολυκυστικές ωοθήκες, δυσμηνόρροια, νέος γυναικολόγος, νέα προσέγγιση, σε κάλυψα; είπα απηυδισμένη και ξενερωμένη έδιωξα το χέρι του και βγήκα από την ντουζιέρα. Με πρόλαβε όμως πριν προλάβω να φτάσω την πετσέτα, με άρπαξε από τη μέση και με ανέβασε πάνω στο αμφιβόλου καθαριότητας έπιπλο μπάνιου μπαίνοντας ανάμεσα στα πόδια μου. Δοξασμένος όποιος είχε σχεδιάσει το συγκεκριμένο έπιπλο! Γιατί μπορεί να ήταν παλαιολιθικό και ετοιμόρροπο, ήταν όμως στο σωστό ύψος και αυτό ήταν το μόνο που ειλικρινά με απασχολούσε εκείνη τη στιγμή. Με ένα σπρώξιμο μπήκε μέσα μου και επιτέλους το σώμα μου γέμιζε. 

-Harder, faster, τον παρακάλεσα βαριανασαίνοντας στο αυτί του και ο Χίλμαρ επιτέλους απασφάλισε κάνοντας το έπιπλο να κροταλίζει πλέον με κάθε ώθηση του.

-Fuck my life...you feel so good baby... είπε δαγκώνοντας τον λαιμό μου. Και αυτές ήταν και οι τελευταίες λέξεις που κατάλαβα. Όλες οι επόμενες που βγήκαν από το στόμα του ήταν ακαταλαβίστικες και σχεδόν πρωτόγονες. Το μυαλό μου άλλωστε ήταν χαμένο από ώρα στην αίσθηση των σωμάτων μας που κούμπωναν και ξεκούμπωναν κάνοντας άπρεπους υγρούς ήχους. Με τα νύχια μου χωρίς να το θέλω έγδαρα τα πλευρά του από όπου στηριζόμουν, αλλά εκείνος δεν έδειχνε να ενοχλείται μιας και με το κεφάλι του σκυμμένο είχε στρέψει όλη του την προσοχή στο σημείο που τα σώματα μας ενωνόντουσαν. Και όσο κυνηγούσα τον οργασμό μου τα πόδια μου που ήταν περασμένα δεξιά και αριστερά του κορμού του τυλίχθηκαν γύρω του σε μία προσπάθεια να αυξήσω την τριβή. Αποκωδικοποιώντας τα σήματα του σώματος μου μόλις οι συσπάσεις μου έγιναν ανεξέλεγκτες έπιασε το κεφάλι μου και έπνιξε την άναρθρη κραυγή μου μέσα στο στόμα του. Παραλυμένη από την ηδονή, ένιωσα τα χέρια του να με σφίγγουν από πίσω ενώ ο ρυθμός του ελεύθερος πλέον από τα πόδια μου που είχαν ξετυλιχθεί από το σώμα του έγινε φρενήρης. Δευτερόλεπτα πριν φτάσει στη δική του κορύφωση τραβήχτηκε απότομα και τελείωσε πάνω στο δεξί μου μπούτι, ενώ στηριζόταν με το αριστερό χέρι στο έπιπλο που για καλή μας τύχη είχε αντέξει. Με τα μάτια κλειστά στερέωσε το ιδρωμένο μέτωπο του πάνω στο δικό μου προσπαθώντας να βρει την αναπνοή του και ήταν τόσο ευάλωτος εκείνη τη στιγμή που τα χέρια μου από μόνα τους ανέβηκαν και χάιδεψαν τρυφερά τους κροτάφους του. Μόλις  η ανάσα του επανήλθε στο φυσιολογικό έπιασε μια πετσέτα και την έβαλε κάτω από το νερό της ντουζιέρα που ακόμα έτρεχε. Με καθάρισε, καθάρισε τον εαυτό του, έκλεισε το νερό και με σήκωσε από το έπιπλο πιάνοντας με από το πισινό αναγκάζοντας με να τυλίξω τα χέρια μου γύρω από τον λαιμό του και τα πόδια μου γύρω από τη μέση του. Κρατώντας με, με το ένα χέρι με κουβάλησε έξω από το μπάνιο, έσβησε το φως και έκλεισε την πόρτα. Χωρίς κόπο με μετέφερε προς στο κρεβάτι, αλλά κοντοστάθηκε.

-Your beast is slepping on my side, παραπονέθηκε και εγώ έβαλα τα γέλια.

-Don't call him names, τον μάλωσα προσποιητά και κατέβηκα από την αγκαλιά του. Με το χέρι μου χάιδεψα τη μουσούδα του Θώρ που νυσταγμένος άνοιξε το ένα μάτι. 

-Κάτω αγόρι μου, του είπα σπρώχνοντας τον λίγο και εκείνος αφού έριξε μια άγρια ματιά στον Χίλμαρ κατέβηκε απρόθυμα από το κρεβάτι. Κουρασμένη ξάπλωσα κάτω από τα σκεπάσματα και ο Χιλμαρ χώθηκε δίπλα μου κάνοντας το στρώμα να βουλιάξει. Το κρεβάτι όμως ήταν στενό και κοντό και τα πόδια του περίσσευαν. Αντιλαμβανόμενη πως έτσι δεν θα κατάφερνε να κοιμηθεί γύρισα στο πλάι και έμπλεξα τα πόδια μου με τα δικά του αναγκάζοντας τον να με μιμηθεί. Τα πόδια του πλέον λυγισμένα ανάμεσα στα δικά μου ήταν ολόκληρα πάνω στο κρεββάτι. Το αριστερό του χέρι πέρασε πάνω από τον ώμο μου και το κεφάλι μου χώθηκε στον λαιμό του. 

-The sun is rising, τον άκουσα να λέει, αλλά ήμουν τόσο εξαντλημένη που δεν του απάντησα καν. Τα μάτια μου είχαν ήδη κλείσει και ο ύπνος με έπαιρνε μακριά.      

για τη συνέχεια πατήστε εδώ