Πέμπτη 12 Απριλίου 2018

ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ: κεφάλαιο τρίτο


Οι πρώτες εβδομάδες στο σπίτι ήταν μαρτυρικές για την Έρη. Πράγματι η θεωρία από την πράξη απείχαν χιλιόμετρα και μίλια. Το ηλικιωμένο ζευγάρι ήταν ευγενικό σε γενικές γραμμές, αλλά αρκετά παράξενο. Η παραξενιά του όμως δεν θύμιζε άλλους ηλικιωμένους και αυτό ήταν που έκανε την Έρη να προβληματίζεται. Σε αντίθεση με τη δική της γιαγιά που δεν βαριόταν να μιλάει για το παρελθόν, σε βαθμό που ευχόσουν να υπήρχε κάπου πάνω της κουμπί σίγασης, αυτά τα δύο γεροντάκια σπάνια της απεύθυναν τον λόγο. Όποτε η Έρη έμπαινε στο χώρο, εκείνα σταματούσαν ακόμα και να συνομιλούν μεταξύ τους. Αυτό όμως δεν ήταν εκείνο που την κούραζε. Την άντεχε τη σιωπή και ακόμα και την έμφυτη περιέργεια της, μπορούσε να την ελέγξει.

Αυτό που την τσάκιζε συναισθηματικά και σωματικά ήταν τα αλλάγματα του κυρίου Μενέλαου. Όχι, δεν ήταν σιχασιάρα. Το είχε δουλέψει άλλωστε μέσα της πως αυτό θα ήταν στο πρόγραμμα από την πρώτη στιγμή που είχε διαβάσει την αγγελία. Σε ένα βαθμό ίσως και να το αποζητούσε... Το ήξερε πως δεν θα ήταν ένα μωρό, όπως το μωρό που είχε χάσει, αλλά θα έμοιαζε λίγο η διαδικασία. Τα ξεσπάσματα όμως του ίδιου, η άρνηση του να αποδεχτεί πως αυτό πλέον αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της καθημερινότητας του, αυτό έκανε το θέμα τόσο δύσκολο. Εκείνες τις ώρες δεν ήξερε ποιον από όλους τους να λυπηθεί περισσότερο. Τον εαυτό της που έβγαινε μελανιασμένος από τις σπρωξιές που της έδινε, την κυρία Ερασμία που έκλαιγε και του γλυκομιλούσε καθ' όλη τη διάρκεια ή εκείνον που σαν αγρίμι σε κλουβί μαχόταν για την χαμένη του αξιοπρέπεια. Γιατί αν κάτι είχε καταλάβει για τον κύριο Μενέλαο η Έρη ήταν αυτό. Μια ψυχή αγριμιού φυλακισμένη σε ένα ανήμπορο, γέρικο σώμα ήταν. Και κάθε φορά όταν τελείωναν, η κυρία Ερασμία την έδιωχνε από το δωμάτιο. Ώρες της έπαιρνε να τον κάνει να ξεθυμώσει με την κατάντια της ζωής του.

Και εκείνη όμως δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Μπορεί να ήταν λίγο πιο φιλική, να της έδινε λεπτομερείς οδηγίες γύρω από το μαγείρεμα, δείχνοντας ανοχή στα λάθη και την απειρία της, όταν όμως κατέβαζε διακόπτες το μυαλό της, το σπίτι της ησυχίας γινόταν βατερλό. Την πρώτη φορά που την είχε βρει να στέκεται σχεδόν ημίγυμνη στη μέση του κήπου να μιλάει σε μια γαρδένια, ενστικτωδώς και χωρίς να θυμηθεί τη συμβουλή της κυρίας Άννας, είχε τρέξει έξω να την τυλίξει με μια κουβέρτα. Καταχείμωνο, στην καλύτερη θα πάθαινε καμία πνευμονία, είχε σκεφτεί. Που να περίμενε αυτό που είχε ακολουθήσει. Μόλις η Ερασμία την είδε, είχε αρχίσει να ουρλιάζει τρομαγμένη και πριν προλάβει η Έρη να αντιδράσει, είχε ανοίξει την καγκελόπορτα και είχε βγει έξω στους δρόμους.Δύο ώρες οδυνηρής αγωνίας και ταπείνωσης είχαν ακολουθήσει. Δύο ώρες που ο κύριος Μενέλαος την είχε στολίσει με δεκάδες κοσμητικά επίθετα παλαβωμένος και εκείνος, που καρφωμένος στο αναπηρικό καροτσάκι του, δεν μπορούσε να τρέξει πίσω από τη γυναίκα του. Η αστυνομία την είχε φέρει πίσω, με πληγές στα πόδια και στα γόνατα, σε άθλια κατάσταση. Κακήν κακώς την είχε διώξει εκείνη τη μέρα ο κύριος Μενέλαος και ας ήθελε άλλες τρεις ώρες για να σχολάσει επίσημα. Τι κι αν εκείνη παρακαλούσε να τον βοηθήσει να καθαρίσουν τουλάχιστον μαζί τις πληγές της. Τότε πίστεψε πως την είχε χάσει τη δουλειά της. Γι΄αυτό και ενώ βγήκε από την κεντρική πόρτα, ξανατρύπωσε κρυφά από την πόρτα της κουζίνας. Να βεβαιωθεί ήθελε πως θα τα κατάφερναν οι δύο τους.

Ποτέ της δεν θα ξεχνούσε την εικόνα που είχε αντικρίσει εκείνο το απόβραδο. Στην αγκαλιά του την κρατούσε. Μια μικρή μπάλα έμοιαζε εκείνη κουλουριασμένη πάνω στα γόνατά του. Και εκείνος να προσπαθεί να μετακινήσει το αμαξίδιο. Να προσπαθεί να το οδηγήσει μέσα στο μπάνιο. Να αγκομαχάει και να αναθεματίζει τις χαμένες του δυνάμεις. Μισή ώρα μετά είχε καταφέρει να φτάσει στο φαρμακείο του μπάνιου.

"Σήκω Ερασμία μου. Σήκω και πιάσε το ιώδιο. Έλα μάτια μου... Μπορείς!"
"Πάλι με χτύπησε; Πάλι με χτύπησε αφού πονάω..."
"Άνοιξε τα μάτια σου και κοίτα με! Κοίτα με σου λέω! Κανένας δεν θα σε ξαναχτυπήσει ποτέ! Κανένας! Έλα κοκόνα μου ", να την παρακαλάει και ταυτόχρονα να τεντώνεται προσπαθώντας να φτάσει το ντουλαπάκι του φαρμακείου. Και ύστερα ένας αφύσικος γδούπος και οι δυο τους πεσμένοι και αγκαλιασμένοι στο πάτωμα πλέον. Να θέλει η Έρη να τρέξει και να μην μπορεί να κινήσει τα πόδια της. Δάκρυα να τρέχουν από τα μάτια της ανεξέλεγκτα, δάκρυα να τρέχουν και από τα μάτια εκείνου.
"Ένα λεπτό θα κάνω. Ένα λεπτό Ερασμία, στο υπόσχομαι" της είχε πει και στηριζόμενος στην πλαϊνή μπάρα είχε καταφέρει να σταθεί όρθιος και να πιάσει το βαμβάκι και το ιώδιο.

Εκείνη τη μέρα η Έρη είχε δει για πρώτη φορά πως μοιάζει η αληθινή αγάπη. Μια αγάπη που έκανε εκείνα τα δύο γεροντάκια να θυμίζουν φλογερούς εραστές του παρελθόντος. Τα γέρικα χέρια του να χαϊδεύουν τρυφερά με το βαμβάκι τα κοψίματα και τα γδαρσίματα που χανόντουσαν μέσα στο τσαλακωμένο γερασμένο δέρμα της. Και εκείνη να τον κοιτάζει στα μάτια με τέτοια λατρεία, που να θυμίζει κάτι από πόθο. Έναν πόθο απαλλαγμένο από τη νεανική ματαιοδοξία που τόσο είχε κοστίσει στην ίδια.

Σιωπηλά είχε φύγει από την πίσω πόρτα, νιώθοντας βρώμικη που είχε παραβιάσει τον προσωπικό τους χώρο. Και όταν δεν έλαβε τηλεφώνημα απόλυσης, όπως περίμενε, χωρίς να ρωτήσει κανέναν, με ένα καρφάκι, είχε χαμηλώσει το φαρμακείο στο ύψος της μπάρας.  

για τη συνέχεια πατήστε εδώ
                   

Τετάρτη 11 Απριλίου 2018

ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ κεφάλαιο δεύτερο


Το σπίτι μύριζε «παρελθόν». Ναι, αν το παρελθόν είχε μυρωδιά, κάπως έτσι θα μύριζε. Μια μεσήλικη γυναίκα της είχε ανοίξει, με μια έκφραση τόσο ουδέτερη, που δεν μπορούσε η Έρη να καταλάβει αν χαιρόταν που είχε έρθει ή όχι.
«Βγάλε τα παπούτσια σου που στάζουν. Μόλις καθάρισα τα πατώματα», την είχε παρακαλέσει στην είσοδο και εκείνη είχε υπακούσει. Το ξύλινο παρκέ άλλωστε δεν συγχωρούσε εύκολα ατασθαλίες.  Μαζί με τα μποτάκια της είχε βγάλει και τις χοντρές κάλτσες της, αλλά και το βρεγμένο μπουφάν της, ενώ η κυρία Άννα της έδινε μια μοσχομυριστή πετσέτα για να σκουπίσει τα μακριά μαλλιά της.

«Εγώ είμαι η Άννα και έρχομαι στο σπίτι κάθε τρεις μέρες τα τελευταία δύο χρόνια. Εγώ έχω αναλάβει ό,τι άφορα την καθαριότητα. Αυτά δεν θα σε απασχολήσουν καθόλου, εκτός φυσικά από ότι αφορά το μαγείρεμα. Εγώ καθαρίζω, βάζω πλυντήρια και σίδερα και έχω αναλάβει και τον κήπο, όσο βασικά μου επιτρέπει η κυρία Ερασμία. Κανόνας νούμερο ένα: δεν ασχολείσαι καθόλου με τα φυτά της, εκτός και αν εκείνη σου το ζητήσει. Αν κάνεις το λάθος και ποτίσεις κάτι ενώ δεν πρέπει, εκνευρίζεται και όταν εκνευρίζεται, την πληρώνει ο κύριος Μενέλαος. Και αν σκέφτεσαι αυτή τη στιγμή πως εσύ θα τη βγάλεις καθαρή, τότε ξέχασε το. Εδώ μέσα οι ισορροπίες είναι πολύ λεπτές, θα το καταλάβεις με τον χρόνο. Όλα σαν ντόμινο δουλεύουν, πίστεψε με», είπε δείχνοντας με το γεροδεμένο της χέρι από το παράθυρο έναν μικρό κήπο στο πλάι του σπιτιού που η Έρη δεν είχε προσέξει με τη βροχή.

«Κανόνας νούμερο δύο: δεν έρχεσαι ότι ώρα γουστάρεις και δεν φεύγεις ότι ώρα γουστάρεις. Το ωράριο σου είναι σταθερό και αδιαπραγμάτευτο. Γι αυτό και η αμοιβή σου θα είναι τόσο καλή. Το πρόγραμμα εδώ μέσα έχει τεράστια σημασία. Έρχεσαι καθημερινά, έξι μέρες την εβδομάδα, δώδεκα με οχτώ. Μέσα σε αυτές τις ώρες κάνεις και τα ψώνια για τις ανάγκες του σπιτιού, αλλά και των φαρμάκων. Πάνω στο τραπέζι της κουζίνας είναι τα χάπια που πίνει ο καθένας τους, αλλά και οι ώρες που πρέπει να τα πίνουν. Η προκάτοχος σου έχει αφήσει εκτενέστατες οδηγίες σχετικές με αυτό, καθώς και το ιατρικό ιστορικό και των δύο», συνέχισε η Άννα να αγορεύει ενώ προχωρούσε προς την κουζίνα δείχνοντας αυτή τη φορά το τραπέζι που ένας φάκελος με λάστιχο βρισκόταν πάνω, ενώ παραδίπλα ήταν παρατεταγμένα κουτιά με χάπια που έγραφαν με στυλό διάφορα νούμερα.
«Κανόνας νούμερο τρία: η διατροφή τους επίσης πρέπει να ακολουθεί συγκεκριμένο διαιτολόγιο εξαιτίας των παθήσεων τους. Για καλή σου τύχη θα φτιάχνεις ένα φαγητό και για τους δύο. Έχουν παραξενιές ως προς αυτό το θέμα, αλλά η ίδια η κυρία Ερασμία θα σε κατατοπίσει στις φάσεις διαύγειας της. Βλέπεις εκείνη ώρες- ώρες το χάνει και όταν συμβαίνει αυτό, απλά άφηνε τον κύριο Μενέλαο να αναλαμβάνει. Μόνο εκείνος μπορεί και την επαναφέρει. Αυτή αυτοεξυπηρετείται όπως θα διαπιστώσεις σύντομα. Κινητικά είναι σε πολύ καλύτερη κατάσταση από εκείνον. Λες και ο Θεός τους τα είχε μοιρασμένα. Εκείνη δεν ακούει καλά, αυτός δεν βλέπει καλά, εκείνης το μυαλό φθείρεται γρηγορότερα, εκείνου το σώμα φθείρεται γρηγορότερα. Με την αφαίρεση του προστάτη που έκανε πέρσι, το κινητικό πρόβλημα ήρθε και έδεσε.  Πλέον φοράει σταθερά πάνες ακράτειας τις οποίες όμως δεν δέχεται να του τις αλλάξει άλλος, παρά μόνο αν είναι η Ερασμία παρούσα. Αυτό θα είναι και το δυσκολότερο κομμάτι της μέρας σου εδώ μέσα. Η γυναίκα του κάνει τα περισσότερα, αλλά χρειάζεται βοήθεια. Δεν θα μπω σε λεπτομέρειες γι αυτό το κομμάτι. Μόνη σου θα βρεις τον τρόπο να σε εμπιστευτούν, αν πραγματικά το θες. Όλα είναι θέμα εμπιστοσύνης και οικειότητας, να το θυμάσαι τώρα στις αρχές.
Κανόνας νούμερο τέσσερα: το μπάνιο. Μια φορά την εβδομάδα κάνουν και οι δύο μπάνιο. Τετάρτες συμβαίνει αυτό. Να φροντίζεις εκείνες τις μέρες να έχεις μαγειρέψει από την προηγούμενη μέρα. Μπορεί εσένα να σου ακούγεται σαν μια απλή διαδικασία, αλλά για ανθρώπους αυτής της ηλικίας είναι ολόκληρη επιχείρηση. Το μπάνιο όπως βλέπει είναι ειδικά διαμορφωμένο. Πρώτα θα κάνετε μαζί μπάνιο τον κύριο Μενέλαο και στη συνέχεια αφού εκείνος ξαπλώσει, πάντα ξαπλώνει μετά γιατί κουράζεται, θα κάνει εκείνη μόνη της. Μην ανησυχήσεις αν αργήσει. Συνήθως χρειάζεται πάνω από μια ώρα να τελειώσει. Μην μπουκάρεις ποτέ όμως μέσα επειδή ανησύχησες, όπως έκανε η προηγούμενη από εσένα. Μην τη βλέπεις έτσι μικροκαμωμένη την Ερασμία, αν για οποιοδήποτε λόγο παραβιάσεις τον προσωπικό της χώρο, θα σε πάρει και θα σε σηκώσει» , προειδοποίησε ενώ έδειχνε αυτή τη φορά ένα ευρύχωρο μπάνιο με μπάρες τριγύρω και ειδικό κάθισμα μέσα στην μπανιέρα. Πρώτη φορά έβλεπε τέτοιο μπάνιο η Έρη.

«Κανόνας νούμερο πέντε και τελευταίος: η συμπεριφορά σου. Οι άνθρωποι αυτοί είναι καλοί άνθρωποι, αρκεί να μην τους ενοχλήσεις. Δεν είναι ιδιαίτερα ομιλητικοί. Είναι ευγενικοί συνήθως, αλλά αρκετά απόμακροι. Δύο χρόνια μπαινοβγαίνω και ξέρω ελάχιστα πράγματα για τις ζωές τους. Δεν ρώτησα ποτέ τίποτα και το ίδιο προτείνω και σε σένα.  Μια από αυτές που έφυγαν, πριν προλάβει καλά καλά να πατήσει το πόδι της, έφυγε επειδή έχωνε τη μύτη της. Την έπιασε η κυρία Ερασμία να ξεφυλλίζει τα οικογενειακά τους άλμπουμ και την πέταξε κυριολεκτικά έξω από το σπίτι. Δεν τους ενδιαφέρει ποια είσαι και τι κάνεις στη ζωή σου και  το ίδιο απαιτούν και από σένα. Δεν ψάχνουν αποκούμπια. Έχουν ο ένας τον άλλο. Η σχέση τους όπως θα διαπιστώσεις είναι πολύ ιδιαίτερη. Τσακώνονται κατά τη διάρκεια της μέρας, σχεδόν συνεχώς, για χαζούς λόγους. Μην μπεις ποτέ στη μέση όταν συμβαίνει αυτό. Να είσαι σίγουρη πως ακόμα και αν δεν μιλιούνται για μέρες, το βράδυ θα ξαπλώσουν ο ένας δίπλα στον άλλο. Ο κύριος Γιώργος θα έρθει τα Χριστούγεννα. Έρχεται πάντα μια εβδομάδα τα Χριστούγεννα, μια το Πάσχα και μια τον Αύγουστο που έχει τα γενέθλια της η μάνα του. Τις εβδομάδες αυτές παίρνουμε και εμείς άδεια. Έχεις καμία απορία;», ρώτησε και κοντοστάθηκε μπροστά στην κλειστή πόρτα ενός δωματίου.

«Δεν μου έρχεται κάτι αυτή τη στιγμή», αποκρίθηκε με ειλικρίνεια η Έρη που ακόμα επεξεργαζόταν την πληθώρα των πληροφοριών που σαν πολυβόλο η Άννα είχε εκτοξεύσει τα τελευταία δέκα λεπτά.  

«Είσαι υπερβολικά νέα… Απορώ τι σκεφτόταν ο κύριος Γιώργος όταν σε προσέλαβε. Εύχομαι να στεριώσεις κορίτσι μου», ευχήθηκε γλυκά η κυρία Άννα και άνοιξε την συρόμενη πόρτα μέσα από την οποία ακουγόταν στη διαπασών η τηλεόραση να παίζει.

για τη συνέχεια πατήστε εδώ      

Τρίτη 10 Απριλίου 2018

ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ: κεφάλαιο πρώτο





Το ρύζι έβραζε μέσα στην κατσαρόλα αχνίζοντας και εκείνη με την κουτάλα της το ανακάτευε να μην κολλήσει στον πάτο. Ακόμα θυμόταν πόση ώρα είχε χρειαστεί την προηγούμενη φορά να βγάλει  τα καμένα υπολείμματα με το σύρμα και δεν θα άντεχε να το ξαναπεράσει. Τότε μάλιστα απελπισμένη είχε σκεφτεί να τρίψει τον πάτο με το μεταπτυχιακό της μπας και βοηθούσε κάπου επιτέλους και αυτό, αλλά για καλή της τύχη δεν το είχε μαζί της. Αυτό το είχε κορνιζαρισμένο στο σαλόνι η μάνα της, δίπλα στο πτυχίο της.  Πέντε χρόνια στις κορνίζες να πιάνουν σκόνη τα όνειρα της.  

«Στην κοτόσουπα να χυλώνεις καλά το ρυζάκι. Να το αφήνεις να μελώνει. Αυτό μαζί με το αυγολέμονο θα πήξουν τη σούπα και θα την κάνουν νόστιμη. Έτσι την τρώει το στραβάδι, κόρη μου. Πηχτή. Αν είναι αραιή μπορεί και να σε λούσει με δαύτη», της είχε πει η κυρία Ερασμία και εκείνη ανακάτευε μέχρι να χυλώσει το ρύζι μηχανικά, ενώ ο ήχος της τηλεόρασης από το σαλόνι, την προειδοποιούσε πως η εκπομπή που έβλεπαν σε λίγο θα τελείωνε.  
Πέντε μήνες σε αυτό το σπίτι είχε μάθει  πως την ώρα εκεί μέσα δεν την καθόριζε το παλιό ρολόι τοίχου με τον εκνευριστικό κούκο, αλλά οι εκπομπές στην τηλεόραση. Απέξω είχε μάθει το εβδομαδιαίο πρόγραμμα εκείνη που ποτέ της δεν έβλεπε τηλεόραση. Και να καθόριζε μόνο την ώρα το χαζοκούτι. Επηρέαζε και τη διάθεση του ηλικιωμένου ζευγαριού, δυστυχώς.

«Ξέρετε να μαγειρεύετε;»
«Λίγα πράγματα…»
«Καπνίζετε;»
«Δυστυχώς ναι.»
«Στο σπίτι απαγορεύεται το κάπνισμα, ο πατέρας μου πάσχει από ΧΑΠ. Θα μπορείτε τόσες ώρες χωρίς τσιγάρο;»
«Θα μπορώ. Έχω μεγάλη ανάγκη αυτή τη δουλειά.»
«Έχετε προϋπηρεσία σε ανάλογη θέση; Έχετε αναλάβει ποτέ στο παρελθόν ηλικιωμένους;»
«Όχι.»
«Μάλιστα. Οικογενειακή κατάσταση;»
«Διαζευγμένη χωρίς παιδιά.»
«Ηλικία;»
«29 ετών»
«Κυρία… θυμίστε μου το όνομα σας;»
«Ευσταθίου. Εριφύλη Ευσταθίου.»
«Κυρία Ευσταθίου λοιπόν, η θέση της αγγελίας είναι ιδιαίτερα απαιτητική. Μιλάμε για δύο ηλικιωμένους ανθρώπους με πολλά προβλήματα υγείας. Μέχρι στιγμής έχω αλλάξει τρία άτομα με περισσότερη εμπειρία από εσάς και κανένα δεν κατάφερε να ανταπεξέλθει επαρκώς. Η αδυναμία μου να αναλάβω ο ίδιος την περίθαλψη των γονιών μου, με καθιστά υπεύθυνο να εξασφαλίσω τουλάχιστον ό,τι καλύτερο είναι δυνατό. Ήδη έχουν κουραστεί από τις συνεχείς αλλαγές προσώπων. Δεν είναι κακοί άνθρωποι οι γονείς μου, αλλά όσο μεγαλώνουν γίνονται όλο και πιο παράξενοι. Καταλαβαίνετε επομένως πως…»
«Συγνώμη που σας διακόπτω. Έχω πραγματικά μεγάλη ανάγκη αυτή τη δουλειά. Το ξέρω πως υστερώ σε προσόντα, αλλά πιστέψτε με το κίνητρό μου είναι τόσο ισχυρό που θα αποδειχτώ το κατάλληλο άτομο  για αυτή τη δουλειά. Τι σας ενδιαφέρει περισσότερο, ένας άνθρωπος με μαγειρικές και ιατρικές γνώσεις ή μήπως ένας άνθρωπος πρόθυμος να κάνει ότι χρειαστεί για να είναι οι γονείς σας καλά;»
«Ωραία τα λέτε θεωρητικά, στην πράξη όμως θα δείτε πως υπάρχει τεράστια διαφορά… Και σας εξηγώ πως δεν μπορώ να τους το κάνω αυτό πάλι. Δεν μπορώ να τους υποβάλλω ξανά και ξανά στην ίδια διαδικασία ευχόμενος να υλοποιήσετε αυτά που ελπίζετε, απλά επειδή έχετε ανάγκη τη δουλειά. Μεγάλοι άνθρωποι χρειάζονται σταθερότητα.»
«Τους υποτιμάτε. Πάτε εμμονικά βάσει λογικής και ας βλέπετε πως αυτό δεν σας έβγαλε πουθενά μέχρι στιγμής. Σας ευχαριστώ για το χρόνο σας» , είχε πει και είχε κλείσει απογοητευμένη τότε το τηλέφωνο. Ό,τι και αν έλεγε μάταιο έμοιαζε. Η ψυχρή φωνή στην  άλλη άκρη του ακουστικού δεν άφηνε κανένα περιθώριο. Το ήξερε και η ίδια πως δεν είχε εξαρχής καμία ελπίδα να πάρει τη δουλειά, αλλά η απελπισία της την είχε κάνει πλέον να παίρνει τηλέφωνο σε όλες τις αγγελίες , χωρίς να εξετάζει αν ήταν σχετικές με το δικό της αντικείμενο.

Νευριασμένη είχε  ανάψει ένα τσιγάρο και είχε βρίσει από μέσα της τον μαλάκα γιό που νόμιζε πως μπορούσε «να αγοράσει» το κενό που ο ίδιος άφηνε. Αναλογιζόταν άραγε μήπως αυτό έφταιγε που κανένας δεν είχε καταφέρει να ριζώσει στη θέση;  Τα δόλια γεροντάκια δεν είχαν μάλλον ανάγκη μια νοσοκόμα/μαγείρισσα. Το παιδί τους είχαν ανάγκη. Αυτό έπρεπε να του είχε πει του παπάρα, αφού ούτως ή άλλως δεν θα της έδινε τη δουλειά.  Γιατί γαμώτο τις καλύτερες απαντήσεις πάντα τις σκεφτόταν ετεροχρονισμένα;  

Ευτυχώς όμως που δεν το είχε κάνει τότε. Για πρώτη φορά η σωστή ατάκα καλώς και δεν είχε ειπωθεί. Για λόγους που μέχρι και σήμερα αγνοούσε, δυο μέρες μετά, είχε λάβει  ένα δεύτερο τηλεφώνημα που την ενημέρωνε πως θα μπορούσε να ξεκινήσει, αφού έστελνε με κούριερ μια πληθώρα χαρτιών σε μια διεύθυνση στη Μαδρίτη. Μια ληξιαρχική πράξη γέννησης της, ένα πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης, ένα αντίγραφο ποινικού μητρώου, μια βεβαίωση με το IBAN του άδειου τραπεζικού λογαριασμού της και μια σειρά από ιατρικές εξετάσεις που εκείνος θα κάλυπτε οικονομικά μπήκαν σε ένα χοντρό καφέ φάκελο, χωρίς να σκεφτεί καν πόσο καταπατούσε τα προσωπικά δεδομένα της με αυτή του την απαίτηση. Όταν εκείνη έλεγε πως θα έκανε τα πάντα για μια δουλειά, το εννοούσε!

Μια εβδομάδα μετά ο λογαριασμό της είχε πιστωθεί ένα ποσό προκαταβολικά. Και με ένα email είχε λάβει τη διεύθυνση του σπιτιού μαζί με την εξής μια οδηγία, «Στο σπίτι θα σας περιμένει την ερχόμενη Κυριακή η κυρία Άννα, που έχει αναλάβει την καθαριότητα. Εκείνη θα σας κατατοπίσει για τα περεταίρω. Εύχομαι να αποδειχθείτε άξια των προσδοκιών μου».    

Νοέμβριος ήταν όταν βρεγμένη σαν το παπί είχε σταθεί στο πλατύσκαλο της παλιάς μονοκατοικίας στην Φιλοθέη. Έτρεμε από το κρύο, αλλά όχι από το φόβο για το τι θα έπρεπε να αντιμετωπίσει. Για έναν περίεργο λόγο τίποτα πλέον δεν μπορούσε να την φοβίσει. Όταν έχεις χάσει τα πάντα δεν φοβάσαι τίποτα, είχε σκεφτεί και είχε χτυπήσει θαρεττά το κουδούνι.  Και άνοιξε η βαριά δρύινη πόρτα και μαζί της είχε ανοίξει και η πόρτα σε μια ιστορία που θα άλλαζε τις ζωές τόσων ανθρώπων.

για τη συνέχεια πατήστε εδώ