Πέμπτη, 11 Αυγούστου 2016

Με μια σοκοφρέτα: Κεφάλαιο 20

-Ελπίδα, έχεις επισκέψεις..
-Σου είπα δεν θα δω κανέναν. Διώξε όποιον και αν ήρθε...είπε και γύρισε πλευρό
-Ελπίδα δεν φεύγει..και νομίζω πως με τον συγκεκριμένο πρέπει να μιλήσεις... Δύο εβδομάδες τώρα δεν δέχτηκες να μιλήσεις με κανέναν... Έδιωξα την μάνα σου...έδιωξα τα ξαδέλφια σου...Αλλά δεν πάει άλλο η κατάσταση... Είσαι με υπνωτικά δύο εβδομάδες...
-Δεν έχω μάνα...δεν έχω ξαδέλφια...δεν έχω κανέναν... ψέλλισε και χώθηκε κάτω από τα σκεπάσματα. Και ύστερα άκουσε μια φασαρία και πριν προλάβει να καταλάβει τι γινόταν κάποιος την ξεσκέπαζε απότομα και την σήκωνε με τη βία όρθια.
-Θα μου μιλήσεις ακόμα και αν το κάνεις με το ζόρι! απαίτησε ο Νίκος ενώ ο Αργύρης σαστισμένος στην πόρτα αμφιταλαντευόταν αν θα τον άφηνε να την πιέσει ή όχι. Και βλέποντας για πρώτη φορά μετά από τόσες μέρες λίγη ζωντάνια στο βλέμμα της αποφάσισε πως θα τον άφηνε και έκλεισε την πόρτα του υπνοδωματίου αφήνοντας τους μόνους.
-Τώρα που θέλετε εσείς να μιλήσετε , δεν θέλω εγώ... τόσο δύσκολο σας είναι να το δεχτείτε? είπε και προσπάθησε να ξανα ξαπλώσει αλλά ο Νίκος την σήκωσε πάλι όρθια και σέρνοντας την στο μπάνιο άρχισε να την καταβρέχει στο κεφάλι.
-Είσαι τρελός? Τι κάνεις???
-Προσπαθώ να σε συνεφέρω να μιλήσουμε!  Γιατί θα μιλήσουμε Ελπίδα!
-Με προδώσατε...
-Ναι εγώ ίσως και να σε πρόδωσα! Εκείνη όμως δεν σε πρόδωσε δευτερόλεπτο!
-Ψέματα...όλη η ζωή μου ένα ψέμα...
-Ελπίδα άκου με και άκου με καλά! Ο άνθρωπος που σου έχει σταθεί περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο κόντεψε να πεθάνει... Και εσύ αντί να είσαι δίπλα του κάθεσαι εδώ και κλαις τα δεινά που σε βρήκαν. Και ναι δεν λέω...Ήταν μεγάλο σοκ για σένα...Αλλά για ένα λεπτό σκέψου τι έχει περάσει εκείνη! Την χτυπούσε Ελπίδα...Χρόνια την χτυπούσε...και όταν δεν την χτυπούσε την πλήγωνε λεκτικά... Και εγώ ένα εξάμηνο είναι που ξέρω πως το έκανε συστηματικά ...Είχα μια πρώτη ένδειξη πολύ καιρό πριν αλλά νόμιζα πως δεν θα είχε συνέχεια. Αλλά έκανα λάθος! Και για χρόνια την πλήγωνε με κάθε δυνατό τρόπο και εκείνη άντεχε...έκανε υπομονή και δεν είχε πει κουβέντα σε κανέναν... Πως να ζητήσει βοήθεια από εσένα που δεν μπορούσες να διαχειριστείς ούτε τα δικά σου προβλήματα? Και ύστερα πέθανε ο πατέρας της και εσύ δεν εμφανίστηκες καν...Αλλά εκείνη σε συγχώρεσε... Και σαν να μην έφτανε η απώλεια της, έμαθε πως είσαστε και αδελφές... Και έπρεπε να στο κρύψει.. Σε αναζητούσε ο πατέρας σας πριν ξεψυχήσει μου είπε πριν από χρόνια και τότε δεν κατάλαβα λέξη... τώρα καταλαβαίνω γιατί...Μπες για λίγο στην θέση της...Όσο για μένα, με άκουσες εκείνο το βράδυ? Ποτέ της! Ποτέ της δεν με άφησε να την πλησιάσω ερωτικά...Και φορτώθηκε και αυτό να κουβαλάει... Τι να σου έλεγε? Θα μπορούσες να το αντέξεις? Το κατάπιε έτσι και με κάθε αφορμή με έσπρωχνε να είμαι δίπλα σου. Τι της χρεώνεις? Πρέπει να διαβάσεις την ομολογία του καθάρματος.... Τόσο άρρωστος είναι που τα περιέγραψε όλα στον ανακριτή με κάθε λεπτομέρεια...Έχει κατάγματα Ελπίδα στο θώρακα και μπορεί τελικά να κατάφεραν να σώσουν το νεφρό της και να ράψουν τα σχισίματα αλλά οι ψυχολόγοι λένε πως ίσως να μην καταφέρει το μυαλό της να ξεπεράσει το σοκ. Σαν σακί την κλωτσούσε ένας Θεός ξέρει πόση ώρα...και αυτό γιατί του είπε πως θα έφευγε... Γιατί νωρίτερα μας είχε δει μαζί... Γιατί την έβλεπα μια φορά την εβδομάδα από όταν κατάλαβα τι της έκανε το καθίκι για να βεβαιώνομαι πως δεν θα την σκοτώσει. Αλλά ήταν ανένδοτη να πάμε στην αστυνομία... Μέχρι τελευταία στιγμή τον προστάτευε... Εκείνον και εσένα προστάτευε και ορίστε τώρα...Εκείνος την έστειλε στο νοσοκομείο και εσύ ακόμα μια φορά την άφησες μόνη της! Ίδιοι λοιπόν είσαστε! Εκείνος την "σκότωσε" από κάθε άποψη και εσύ την σπρώχνεις μες τον τάφο στερώντας της το μόνο πράγμα που ίσως την βοηθήσει. Κάτσε λοιπόν εδώ με τα χάπια σου και κλάψε για τον χαμένο μας έρωτα... Κάτσε εδώ και κλάψε για τους γονείς σου που σε μια στιγμή ανάγκης σε έδωσαν...Κλάψε για τα ψέματα που αναγκάστηκε να σου πει για να μην περάσεις αυτό που περνάς τώρα θυσιάζοντας τον εαυτό της... Κλάψε παρέα με τον πληγωμένο σου εγωισμό και άσε την μόνη της! Κανένας μας δεν είναι άξιος της να ξέρεις... Εκείνος την έκανε κομμάτια, εσύ έριξες μια κλωτσιά και τα σκόρπισες και εγώ καθόμουν και σας κοιτούσα... Και οι τρεις μας θα πρέπει να ζήσουμε με τις τύψεις μας από εδώ και στο εξής! Και όλοι μας στο όνομα της γαμημένης της αγάπης...Στο όνομα της αγάπης...   είπε και θυμωμένος βγήκε από το μπάνιο αφήνοντας την Ελπίδα βρεγμένη στο πάτωμα να σκέφτεται τα λόγια του...


..................................................................................................................................................

Κοίταξε νευρικά τα χέρια της που έτρεμαν από αμηχανία και τα έδεσε μεταξύ τους για να τα σταματήσει.
-Συγνώμη που άργησα...
-Δεν πειράζει κάθισε...
-Πως είσαι Ελπίδα?
-Καλύτερα... Εκείνη πως είναι?
-Αύριο μας δίνουν εξιτήριο...
-Μίλησε καθόλου? Τρώει?
-Ελάχιστα και από τα δύο...
-Στο χωριό θα την πάρετε?
-Ναι...και θα την πηγαίνουμε για τακτικούς ελέγχους
-Εντάξει...Τα νομικά τα έχω τακτοποιήσει όπως σου είπα και την προηγούμενη φορά... Θα τον κλείσουμε μέσα Μαρία...βρήκα συνάδελφο που θα τον κάνει να πληρώσει για όλα όσα έκανε...
-Μακάρι....Γιατί δεν με αφήνεις να της πω τι έχεις κάνει ένα μήνα τώρα? Γιατί δεν έρχεσαι να την δεις η ίδια?
-Τίποτα δεν έχω κάνει... Μπροστά σε ότι έκανε εκείνη για μένα.. Και αν δεν έρχομαι δεν είναι γιατί δεν θέλω...αλλά γιατί ντρέπομαι...
-Ελπίδα η Βασούλα σε αγαπάει...Πάντα σε αγαπούσε... Μόνο το όνομα σου βγήκε από τα χείλι της όταν συνήλθε ...Αυτό και μετά σιωπή... Έλα να την δεις...
-Δεν είμαι καλός άνθρωπος Μαρία...Δύο φορές την πρόδωσα... Δύο... Ειλικρινά αυτή τη φορά κρατιέμαι μακρυά για να μην την πληγώσω άλλο...Είναι τόσο ευάλωτη αυτή τη στιγμή... Το ξέρω πως ίσως να με συγχωρέσει αλλά πλέον δεν μπορώ να συγχωρέσω εγώ τον εαυτό μου... Το μόνο που μπορώ να κάνω για να βρει λίγη ηρεμία η συνείδηση μου είναι αυτό που κάνω...Να βεβαιωθώ πως θα σαπίσει εκείνος στη φυλακή και να αφήσω τον Νίκο ελεύθερο να την βοηθήσει... Πες μου έχει καταφέρει τίποτα?
-Λίγα πράγματα...Μαζί του πάντα είναι ήρεμη... Τις ώρες που εκείνος έρχεται πάντα είναι πιο ήρεμη...
-Κάτι είναι και αυτό....Σιγά σιγά θα τον αφήσει να την πλησιάσει...Αν δεν είμαι εγώ στην μέση όλα θα διορθωθούν...
-Όχι Ελπίδα...κάνεις λάθος... Τίποτα δεν θα διορθωθεί...Σκέψου το λιγάκι και έλα να την δεις..Χωρίς εσένα δεν θα είναι ποτέ ίδια... Κανείς μας χωρίς εσένα δεν θα είναι ποτέ ίδιος... Αρκετά δεν υποφέραμε όλοι από αυτή την ιστορία? Έλα και δώσε ένα τέλος...Κάνε το όνομα σου το τέλος που όλοι θέλουμε...Δώσε μας Ελπίδα λίγη ελπίδα... , είπε η Μαρία και αφού την φίλησε βγήκε σκυφτή από την μικρή καφετέρια...

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Ένα μικρό χτύπημα στο τζαμάκι της πόρτας της κουζίνας ακούστηκε μέσα στην ησυχία του σπιτιού. Η μάνα της είχε πάει στο νεκροταφείο. Θα αργούσε να γυρίσει... Μα ποιος μπορεί να χτυπούσε το τζαμάκι μες το μεσημέρι?  Με προσοχή έσπρωξε το φλιτζανάκι του μπαμπά της στο κέντρο του τραπεζιού και σηκώθηκε με δυσκολία να δει ποιος της χτυπούσε.

Πρώτα είδε την σοκοφρέτα....και ύστερα είδε το πρόσωπο της Ελπίδας..Και με δάκρυα στα μάτια άνοιξε την πόρτα... Και την έπιασε η Ελπίδα τρυφερά από το χέρι και την παρέσυρε στην αυλή με αργά προσεκτικά βήματα. Και την βοήθησε να ανεβεί πάνω στην μάντρα και κάθισε δίπλα της..
-Η τρίτη και φαρμακερή, είπε και ξετύλιξε την σοκοφρέτα. Και την έκοψε στην μέση και της έδωσε την μισή...
-Με αυτή τη σοκοφρέτα υπόσχομαι με μια σοκοφρέτα πάντα να γυρίζω πίσω.... Με μια σοκοφρέτα να σβήνω τα λάθη...Με μια σοκοφρέτα να κάνω καινούρια ξεκινήματα...Με μια σοκοφρέτα να βρίσκω το χαμένο δρόμο μου πίσω σε σένα...
-Υπόσχομαι....είπε η Βασούλα συγκινημένη...  Και την πήρε αγκαλιά η Ελπίδα και κλαίγοντας έφαγαν την σοκοφρέτα. Και λέρωσαν τα ρούχα τους με δάκρυα και σοκολάτα κάτω από το μεσημεριανό ήλιο...

Γιατί αυτή η ιστορία ξεκίνησε σε ένα μικρό χωριό με ένα σοκολατένιο λεκέ πάνω σε ένα καρό φορεματάκι, με ένα πιάτο φασολάδα λίγο πιο αλμυρό από το κανονικό λόγο κάποιων δακρύων και με δύο κοριτσάκια πάνω σε ένα μαντρότοιχο και τελείωνε με δύο γυναίκες πάνω στον ίδιο μαντρότοιχο με καινούριους λεκέδες από σοκολάτα και με γλυκά δάκρυα ελπίδας αυτή τη φορά._  

ΤΕΛΟΣ

Ποτέ στη ως τώρα ζωή μου δεν μπόρεσα να κατανοήσω τη βία σε οποιαδήποτε μορφή της, πόσο μάλλον μέσα σε μια σχέση αγάπης... Και όποτε την συνάντησα τυχαία σαν παρατηρητής πάντα το μυαλό μου αντανακλαστικά έτρεξε να την αφορίσει...Η ιστορία της Βασούλας ξεκίνησε να γράφεται πριν από σχεδόν δύο χρόνια και για πολύ καιρό έμενε στο "συρτάρι". Κάτι με δυσκόλευε σε αυτή την ιστορία... Ίσως επειδή το έναυσμα και η αφετηρίας της αφορούσε κάτι που προερχόταν από το άμεσο οικογενειακό μου περιβάλλον...και δεν αναφέρομαι για να είμαι ξεκάθαρη στην γυναικεία κακοποίηση που ήρθε και προστέθηκε στην πορεία από ένα άλλο ατυχές ερέθισμα.. Αυτή η ιστορία λοιπόν είναι εντελώς πλασματική εμπνευσμένη από τρεις διαφορετικές γυναίκες που συνάντησα στην ζωή μου... Τις δυο από αυτές θα μου επιτρέψετε να μην τις αναφέρω...στην τρίτη και σπουδαιότερη όμως θα  αφιερώσω αυτή την καλοκαιρινή νουβέλα με όλη μου την αγάπη...

Μικρή μου Ευτυχία....αδελφή μου εξ αίματος...αδελφή της ψυχής μου....αδελφή μου και φίλη μου ...
μπορεί η δική μας σχέση να μην έχει περάσει από όλα αυτά τα τραγικά που πέρασαν οι ηρωίδες αλλά η αγάπη μας είναι τόσο δυνατή και τόσο αδιαπέραστη όσο εκείνων...Συνένοχε σε  κάθε παιδική και μη τρέλα μου, συγκάτοικε του ενίοτε ταραγμένου μου νου, σταθερέ συνοδοιπόρε της ζωής μου.... σε ευχαριστώ ... απλά σε ευχαριστώ... Και ενώ ξέρω πως θα τρολάρεις αυτή την αφιέρωση με το μοναδικό σου τρόπο και θα με κάνεις να γελάω... εγώ θα συνεχίσω ως γνωστή κλαψιάρα και θα σου πω ακόμα μια φορά και δημόσια...πως ούτε χιλιόμετρα...ούτε χρόνια...ούτε λάθη... μπορούν να μας χωρίσουν... Σε αγαπώ μικρό μου αδελφάκι να το θυμάσαι...

Τέλος λοιπόν και για φέτος...Ελπίζω να το ευχαριστηθήκατε και αυτό το ταξίδι... Αποβίβαση από τη δεξιά αποβάθρα και προσοχή στο κενό μεταξύ συρμού και αποβάθρας ;)

Καλό υπόλοιπο καλοκαιριού
Με εκτίμηση
Δαμαλίτη Ιωάννα


Τετάρτη, 10 Αυγούστου 2016

Με μια σοκοφρέτα:Κεφάλαιο 19

Ένας μονότονος επαναλαμβανόμενος ήχος, μια μεταλλική γεύση στο στόμα και σκοτάδι. Και ύστερα ένας ύπνος. Ένας ύπνος βαθύς και ήρεμος. Ένας ύπνος επιτέλους χωρίς εφιάλτες... Και ύστερα κάποιες φωνές να προσπαθούν να την βγάλουν από τον ύπνο και εκείνη να αρνείται..Να θέλει να φωνάξει "αφήστε με να κοιμηθώ" αλλά να μην μπορεί... Και εκείνη η μεταλλική γεύση σταθερά μέσα στο στόμα της. Και ο πόνος επιτέλους να έχει σβήσει...
"Ναι αφήστε με να κοιμηθώ...."

Τρεις ώρες άντεξε την αναμονή... Και ύστερα που το σκεφτόταν μάλωνε τον εαυτό του που δεν είχε ακούσει νωρίτερα τον ένστικτο του.. Αν το είχε κάνει ίσως και να είχε προλάβει. Τρεις ώρες καθόταν μπροστά στο κινητό του και περίμενε. Και κάθε λεπτό που περνούσε χωρίς το κινητό να χτυπάει, σαν κόκκος άμμου στην κλεψύδρα μέσα του καθόταν η ανησυχία. Και κόκκο τον κόκκο ξεχείλισε και ετοιμαζόταν να τον καταπιεί. Βούτηξε τα κλειδιά και  βγήκε στο δρόμο σαν τρελός..Γιατί την είχε ακούσει? Γιατί την είχε αφήσει να γυρίσει πίσω? Μικρές επιλογές που κάνουν οι άνθρωποι σε διάφορα σταυροδρόμια χωρίς να ξέρουν τις συνέπειες...

Μα γιατί δεν είχε στείλει ένα μήνυμα? Το φως στο διαμέρισμα της πρόδιδε πως κάποιος ήταν πάνω...Γιατί τον άφηνε σε αυτή την αγωνία... ? Δέκα λεπτά καθόταν στο αυτοκίνητο προβληματισμένος να μην ξέρει τι να κάνει...και άλλες ανώφελες καθυστερήσεις... Και νίκησε επιτέλους η αγωνία και έτρεξε στην είσοδο της πολυκατοικίας την ώρα που κάποιος έβγαινε... Και ανέβηκε τις σκάλες λαχανιάζοντας για να κοντοσταθεί μαρμαρωμένος μπροστά στην μισάνοιχτη πόρτα του διαμερίσματος που ένα αεράκι την έκανε να κινείται ρυθμικά και να χτυπάει επαναλαμβανόμενα μαλακά. Και το χέρι του έτρεμε όσο έσπρωχνε την πόρτα τρομαγμένος. Δεν μπορεί...Δεν μπορεί να συνέβαινε αυτό σκέφτηκε μπαίνοντας μέσα στο φωτισμένο δωμάτιο. Και αναζήτησε με την ματιά του εκείνη αλλά δεν την έβλεπε πουθενά. Και ένιωσε μια προσωρινή ανακούφιση όταν πρόσεξε στο πάτωμα ένα πόδι πίσω από τον καναπέ να εξέχει. Και έτρεξε πανικόβλητος για να αντικρίσει ένα ανθρώπινο κουβάρι μέσα στο αίμα.

Όχι!!!! ούρλιαξε και προσπάθησε να σκεφτεί τι έπρεπε να κάνει. Όχι άλλες καθυστερήσεις, απαίτησε από τον εαυτό του και προσπάθησε να σκεφτεί καθαρά τι έπρεπε να κάνει. Και τα χέρια του να τρέμουν και να μην βοηθάνε να σχηματίσει τον αριθμό... Και η φωνή του μπερδεμένη να προσπαθεί να δώσει οδηγίες. Και ύστερα η αναμονή... ποτέ του δεν θα ξεχνούσε εκείνη την αναμονή... Να θέλει να την πάρει αγκαλιά και να φοβάται μην της κάνει έτσι περισσότερο κακό... Να της μιλάει χωρίς να ξέρει αν τον ακούει. Και να σκύβει συνεχώς από πάνω της μετρώντας κάθε αδύναμη ανάσα που εκείνη έβγαζε...

Μια ανάσα. Θα τον σκότωνε...
Δυο ανάσες. Πως μπόρεσε να της το κάνει αυτό...?
Τρεις ανάσες..Πως μπόρεσε και ο ίδιος να μην ακούσει το ένστικτο του νωρίτερα..?
Τέσσερις ανάσες... Κάνε υπομονή έρχονται...
Πέντε ανάσες....  Μακάρι να μην πονάει....κάνε τουλάχιστον να μην πονάει..
Έξι ανάσες...  Βασούλα μου....γλυκιά μου Βασούλα...
Μα γιατί δεν ανέπνεε? Όχι!! ούρλιαξε και έσκυψε στο στόμα της.. Και ενώ δεν το είχε ξανά κάνει ποτέ άρχισε να φυσάει ρυθμικά μέσα σε εκείνο. Και η μεταλλική γεύση από το αίμα να τον πνίγει, αλλά εκεί να επιμένει. "Δεν θα πεθάνεις σου λέω!!!" να ουρλιάζει και να συνεχίζει. Πνοή από την πνοή μου να λέει σε επανάληψη από μέσα του και ο χρόνος να χάνει κάθε διάσταση. Δευτερόλεπτα?Λεπτά? 'Ωρες? Χρόνια? Αιώνες? Ιδέα δεν είχε μετά για πόση ώρα σκυμμένος πάνω από εκείνη προσπαθούσε. Δύο χέρια όμως τον απομάκρυναν μαλακά... Επιτέλους κάποιος θα την βοηθούσε ,κάποιος που ήξερε τι να κάνει. Και σωριάστηκε σε μια καρέκλα προσπαθώντας να καταλάβει τι γινόταν. Αλλά τα δάκρυα που έτρεχαν από τα μάτια του δεν τον άφηναν να δει καθαρά...

-Την μεταφέρουμε στο νοσοκομείο, με ακούτε κύριε? είπε ένας αστυνομικός
-Πρέπει να ειδοποιήσω τους δικούς της..μουρμούρισε σαστισμένος
-Ναι αυτό να κάνετε και άμεσα γιατί τα πράγματα δεν είναι πολύ καλά..Εσείς ειδοποιήσατε το ΕΚΑΒ? Εσείς την βρήκατε?
-Ναι...
-Ξέρετε ποιος μπορεί να το έχει κάνει?
-Πρέπει να ειδοποιήσω τους δικούς της...Πρέπει να ειδοποιήσω την Ελπίδα...
-Κύριε είσαστε σε κατάσταση σοκ... Θέλετε να μου δώσετε  τα νούμερα να πάρω εγώ? πρότεινε ο αστυνομικός και ο Νίκος του έδειξε δύο αριθμούς στο κινητό του με τα χέρια του που ακόμα έτρεμαν και που ήταν πασαλειμμένα πλέον με αίμα...Με το δικό της αίμα...

..........................................................................................................

-Μάνα ξύπνα! Μάνα η Βασούλα
-Μαρία? Τι έγινε παιδί μου?
-Μάνα ντύσου γρήγορα..απέξω είναι ο Γιώργος με το αυτοκίνητο θα σου εξηγήσω στο δρόμο
-Που πάμε?
-Στην Αθήνα μάνα...Γρήγορα μόνο, γρήγορα!! είπε η Μαρία και έφερε στην κυρά Θοδώρα ένα φόρεμα από την ντουλάπα
-Πες μου τι έγινε Μαρία τώρα! απαίτησε εκείνη στρώνοντας τα ανακατωμένα μαλλιά της
-Στο νοσοκομείο μάνα...Έχουν την Βασούλα στο νοσοκομείο. Λεπτομέρειες δεν ξέρω... Η θεία με πήρε τηλέφωνο που την πήρε ένας αστυνομικός από την Αθήνα. Πήρε εμένα γιατί ήξερε πως έχουμε αμάξι για να μην καθυστερήσουμε. Έχω ενημερώσει ήδη την Γωγώ και τον Στέλιο. Από το δρόμο θα πάρω και τον Λευτέρη. Έλα μάνα μην τρέμεις σε παρακαλώ... παρακάλεσε η Μαρία και βοήθησε την κυρά Θοδώρα να φορέσει τα παπούτσια της.
-Το ήξερα...το ήξερα... ψέλλιζε επαναλαμβανόμενα η κυρά Θοδώρα σαστισμένη αλλά η Μαρία δεν την άκουγε. Την έσπρωχνε μαλακά έξω από το σπίτι και την έβαζε μέσα στο αυτοκίνητο.

Και ένα αεράκι παγωμένο να φυσάει ρυθμικά και να σηκώνει σκόνη...

.....................................................................................................................

Πρώτη στο νοσοκομείο έφτασε η Ελπίδα αλλά κανένας δεν της έλεγε τίποτα. Την είχαν λέει μέσα στο χειρουργείο , μόνο αυτό της είχαν πει. Και ο αστυνομικός που την είχε πάρει τηλέφωνο δεν είχε πει λεπτομέρειες. Πηγαινοερχόταν έτσι ανήσυχη στον άδειο διάδρομο μην ξέροντας τι να κάνει..πως να βοηθήσει, με έναν πανικό να την κυκλώνει όλο και πιο απειλητικά. Προσπάθησε να πάρει τον Μάνο αλλά εκείνος δεν το σήκωνε. Η μάνα της την είχε ενημερώσει ήδη ότι όλοι ήταν καθ οδόν από το χωριό αλλά και εκείνους η αστυνομία τους είχε ενημερώσει.. Ιδέα δεν είχαν τι μπορεί να είχε συμβεί.

Και ο χρόνος να κυλάει αργά και καμία ενημέρωση... Και εκεί στην είσοδο για τα χειρουργεία ένας αστυνομικός να στέκεται κάνοντας την Ελπίδα να αναρωτιέται για ποιο λόγο. Και άρχισαν να καταφτάνουν ένας ένας όλοι τους, ανήσυχοι και σαστισμένοι... Η μάνα της με μάτια κόκκινα να κρατάει αγκαλιά την κυρά Θοδώρα που κόντευε να καταρρεύσει. Η Γωγώ με τον Στέλιο να σταματάνε όποιον έβγαινε παρακαλώντας για μια ενημέρωση. Και η Μαρία να μιλάει στο τηλέφωνο.
'Ώσπου επιτέλους ένας γιατρός βγήκε από εκεί μέσα και όλοι έτρεξαν γύρω του.

-Έχει χάσει πολύ αίμα.... Η αιμοδοσία είναι στον πρώτο όροφο. Όσο περισσότερες φιάλες μπορέσετε να μαζέψετε καλό θα ήταν .Η επίθεση που υπέστει ήταν τόσο σφοδρή που υπάρχει εκτεταμένη βλάβη σε όλη την κοιλιακή περιοχή.  Χρειάστηκε να αφαιρέσουμε το ένα νεφρό. Είχε υποστεί πλήρη ρήξη. Δεν γινόταν τίποτα για να το σώσουμε. Αυτή τη στιγμή παλεύουμε να σώσουμε το δεύτερο αλλά τα πράγματα είναι δύσκολα. Την βάλαμε ήδη στην λίστα για μεταμόσχευση αλλά καλό θα ήταν αν υπάρχουν αδέλφια να σκεφτούν την πιθανότητα δωρεάς.. Θα χρειαστεί να γίνουν εξετάσεις συμβατότητας αλλά επειδή ο χρόνος μας κυνηγάει καλό θα ήταν να είμαστε προετοιμασμένοι στο ενδεχόμενο αυτό από τώρα. Τα κατάγματα και οι εκδορές είναι δευτερευούσης σημασίας, αυτή τη στιγμή προτεραιότητα έχει να σταματήσουμε την αιμορραγία στην κοιλιακή περιοχή και να διασώσουμε το νεφρό της. Θα πάρει χρόνο η επέμβαση. Μόλις έχω νεώτερα θα σας ενημερώσω" είπε ψυχρά ο χειρούργος και εξαφανίστηκε και πάλι πίσω από την κλειστή πόρτα.

Μουδιασμένοι όλοι τους προσπάθησαν να καταλάβουν τι τους είχε μόλις πει. Πρώτοι ο Γιώργος και ο Στέλιος έφυγαν προς την αιμοδοσία ενώ η Μαρία και η Γωγώ έφυγαν για να βρουν πληροφορίες σχετικά με τη δωρεά νεφρού. Η Ελπίδα θέλησε να πάει και εκείνη μαζί τους αλλά η Μαρία την παρακάλεσε να καθίσει με την μάνα και τη θεία της.
-Ελπίδα θα σου μεταφέρουμε ότι μάθουμε..Ας είναι κάποιος εδώ μαζί τους..της είπε ήρεμα και εκείνη δέχτηκε.
-Έλα Θοδώρα μην χάνεις το κουράγιο σου...παρακάλεσε η κυρά Χαρά
-Ποιος.... ποιος έκανε τέτοιο κακό στο παιδί μου???  Ελπίδα εσύ ξέρεις κάτι??? Πες μου σε ικετεύω...
-Θεία δεν έχω ιδέα... Και προσπαθώ ειλικρινά να επικοινωνήσω με τον μόνο άνθρωπο που ίσως ξέρει αλλά δεν μου το σηκώνει...
-Ελπίδα ρώτα παιδί μου τον αστυνομικό στην  πόρτα...Αυτός μπορεί να ξέρει Τουλάχιστον να μάθουμε ποιος την βρήκε...
-Εντάξει μαμά θα πάω... είπε η Ελπίδα και σηκώθηκε από την καρέκλα που καθόταν. Πλησίασε με αργά βήματα τον αστυνομικό και μαζεύοντας το κουράγιο της παρακάλεσε να μάθει ποιος είχε βρει την Βασούλα. Και όσο ο αστυνομικός προσπαθούσε να της εξηγήσει πως δεν γνώριζε το όνομα του κυρίου που την είχε βρει, άνοιξε η πόρτα του ανελκυστήρα και από μέσα βγήκε ο Νίκος συνοδεία δύο άλλων αστυνομικών. Και έκπληκτη η Ελπίδα προσπαθούσε να καταλάβει πως ο Νίκος είχε βρεθεί εκεί για να μείνει στήλη άλατος όταν ο αστυνομικός μπροστά της της τον έδειχνε λέγοντας της πως αυτός ο κύριος είχε ειδοποιήσει. Σαστισμένη έτρεξε κοντά του και χώθηκε στην αγκαλιά του. Και μόνο τότε πρόσεξε τα αίματα στα ρούχα του και τραβήχτηκε απότομα.
-Τι συμβαίνει? Γιατί είσαι εδώ? Γιατί είσαι ματωμένος? Τι έπαθε η Βασούλα? Μίλα! ούρλιαξε και όλοι γύρισαν προς το μέρος τους
-Ελπίδα σύνελθε! Ξέρεις που μπορεί να είναι ο Μάνος?
-Δεν μπορώ να τον βρώ!!! Τι τρέχει? Πες μου!!! είπε και άρχισε να τον χτυπάει μανιασμένη και απορροφημένοι όλοι με το σκηνικό που παιζόταν ανάμεσα στην Ελπίδα και τον Νίκο δεν πρόσεξαν τον Μάνο που προχωρούσε με αργά βήματα στο διάδρομο προς το μέρος τους. Πρώτος ο Νίκος τον είδε και σπρώχνοντας την Ελπίδα από μπροστά του έτρεξε με φόρα κατά πάνω του ουρλιάζοντας "Θα σε σκοτώσω!!!!"  Και πριν προλάβουν οι αστυνομικοί να τους χωρίσουν αίμα έτρεχε από το δεξί μάγουλο του Μάνου που δεν έκανε τίποτα να υπερασπιστεί τον εαυτό του παρά κοιτούσε βλοσυρός τον Νίκο.
-Είσαι δειλός παλιομαλάκα! Θα σε σκοτώσω στο λέω!!! ούρλιαζε όσο ο αστυνομικός τον τραβούσε μακρυά από τον Μάνο
-Αν δεν την έχω εγώ ...δεν θα την έχεις και εσύ...κανένας δεν θα την έχει...  είπε ο Μάνος όσο ο άλλος αστυνομικός του περνούσε τις χειροπέδες και πλέον δύο αστυνομικοί κρατούσαν τον Νίκο που πάλευε να τους ξεφύγει.
-Θα σου περάσω και εσένα χειροπέδες αν δεν ηρεμήσεις..απείλησε ο ένας τους και ο Νίκος σωριάστηκε σε μια καρέκλα...
-Ο Μάνος....ο Μάνος της το έκανε? Και εσύ? Εσύ το ήξερες??? Πόσο καιρό την χτυπούσε?? Μίλα Νίκο... απαίτησε η Ελπίδα που δάκρυα έτρεχα ανεξέλεγκτα από τα μάτια της
-Ελπίδα...εκείνη θα σου τα έλεγε όλα...Αύριο θα στα έλεγε όλα...
-Δεν καταλαβαίνω τίποτα....Γιατί μίλησε σε σένα και όχι σε μένα? Εσύ και η Βασούλα μήπως? Όχι δεν μπορεί...δεν μπορεί να συμβαίνει κάτι τέτοιο...Πες μου ότι κάνω λάθος!!!
-Ελπίδα...εκείνη ποτέ...ποτέ δεν έκανε κάτι που θα σε πλήγωνε...ποτέ.... Εγώ όμως την αγαπάω...και τώρα θα την χάσω....θα την χάσω Ελπίδα... είπε και ξέσπασε σε λυγμούς και η Ελπίδα πισωπάτησε σοκαρισμένη σε αυτό που είχε ακούσει! Δεν μπορεί να είχε ακούσει καλά...Δεν μπορεί ο Νίκος να αγαπούσε την Βασούλα... Σαν δαιμονισμένη άρχισε να τρέχει στους διαδρόμους αναζητώντας την έξοδο. Λίγο αέρα, έπρεπε να πάρει λίγο αέρα...

Πως? Πως δεν είχε καταλάβει τίποτα τόσο καιρό? Γιατί δεν της είχε πει τίποτα η Βασούλα? Γιατί? Και με το παράπονο να μεγαλώνει μέσα της κάθισε κατάχαμα δίπλα σε ένα κάδο στο προαύλιο του νοσοκομείου και κουλουριάστηκε προσπαθώντας να καταλάβει. Ο Νίκος αγαπούσε την Βασούλα...Ο δικός της Νίκος...η δική της Βασούλα... και εκείνη τώρα χαροπάλευε.. και εκείνος θρηνούσε... Πως θα το διαχειριζόταν όλο αυτό, σκέφτηκε και δεν κατάλαβε τις δύο γυναίκες που στεκόντουσαν λίγα μέτρα παραδίπλα αγνοώντας την.  Μόνο άκουσε τις φωνές τους που ο αέρας παρέσερνε προς εκείνη. Σκόρπια λόγια...κομματάκια ενός παζλ .... ενός παράλογου και αδιανόητου παζλ που σιγά σιγά έπαιρνε σχήμα μέσα στο θολωμένο της μυαλό

-Χαρά πρέπει να μάθει!
-Όχι Θοδώρα... όχι τώρα...
-Δεν στο ζητάω, το απαιτώ! Πρέπει να μάθει απόψε!
-Το παιδί μου Θοδώρα... θα χάσω το παιδί μου...Λυπήσου με.. Την είδες πως έφυγε... Ο άντρας της Θοδώρα...Ο άντρας που αγάπησε όσο κανέναν άλλο με τη Βασούλα...Καταλαβαίνεις τι έχει συμβεί...?Αν μάθει και αυτό δεν θα το αντέξει...
-Χαρά έχασα ένα παιδί πριν από χρόνια και δεν σκοπεύω να χάσω και δεύτερο! Η Ελπίδα πρέπει να μάθει πως η Βασούλα είναι αδελφή της. Πρέπει να την βοηθήσει αν προκύψει ανάγκη! Πρέπει να την συγχωρέσει! Η Βασούλα το ξέρεις πως το ξέρει ήδη...και ξέρεις πόση αυτοθυσία χρειάστηκε από μέρους της για να μην της το πει...Δεν σου το ζητάω λοιπόν. Το απαιτώ! Καλύτερα να το μάθει από σένα παρά από μένα...Διάλεξε Χαρά θα την πάρεις εσύ τηλέφωνο ή εγώ? Πρέπει να επιστρέψει, η Βασούλα την έχει ανάγκη περισσότερο από κάθε φορά!
-Εντάξει Θοδώρα...θα την πάρω εγώ...αλλά το κρίμα στο λαιμό σου αν πάθει κάτι το παιδί μου....
-Χαρά μην ξεχνάς πως είναι και δικό μου παιδί...είπε η Θοδώρα πικραμένη όσο η Χαρά σχημάτιζε το νούμερο... Και ακούστηκε μέσα στην ησυχία της νύχτα μια μελωδία πίσω από τον κάδο... Και σηκώθηκε η Ελπίδα τρέμοντας κοιτώντας και τις δύο τους με αηδία και απογοήτευση... Και άρχισε να τρέχει και πάλι μακρυά...Όσο πιο μακρυά μπορούσε από όλους εκείνους που με τα ψέματα τους χρόνια τώρα την κρατούσαν στην άγνοια... Λες και μπορείς να τρέξεις μακρυά από την μοίρα σου ...λες και μπορείς να τρέξεις μακρυά από την ιστορία σου...λες και μπορείς να τρέξεις μακρυά από την αλήθεια...


Με μια σοκοφρέτα:Κεφάλαιο 18

-Νιώθω τόσο περίεργα... Και είναι τόσο επίμονος και τόσο γλυκός... Και Βασούλα μπορεί να μην μοιάζει με αυτό που έζησα με τον Νίκο αλλά είμαι καλά...Είμαι ήρεμη και αυτό έχω ανάγκη τώρα... λες να κάνω λάθος?
-Δεν ξέρω Ελπίδα...
-Πως δεν ξέρεις? Εσύ δεν μου είπες στην Αγγλία να θυμάμαι πως δεν υπάρχει λάθος και σωστό?
-Ναι το είπα...
-Τι έχεις Βασούλα μου?
-Τίποτα μια χαρά είμαι...
-Αγχωμένη για το γάμο είσαι? Είναι νωρίς ακόμα μην το σκέφτεσαι...Μέχρι το καλοκαίρι έχουμε καιρό. Και μην ανησυχείς παρέα θα πάμε στο χωριό να το πούμε στους δικούς σου...Αχ πόσο χαίρομαι για σένα να ήξερες!
-Το ξέρω..
-Λοιπόν και συνεχίζω... Ξέρεις που έκλεισε ο Αργύρης να πάμε την Παρασκευή που έρχεται?? Σε ένα εξαιρετικό μαγαζί που καιρό είχα βάλει στο μάτι αλλά που χρειαζόταν μήνες πριν κράτηση! Και εκείνος την είχε κάνει Βασούλα και ας μην ήξερε αν θα ήμασταν μαζί.. Δεν είναι πολύ γλυκό και ρομαντικό από μέρους του?
-Ναι .. είναι.. πολύ χαίρομαι και εγώ για σένα...
-Είδες ρε Βασούλα όλα καλά θα πάνε. Εσύ θα παντρευτείς τον Μάνο και εγώ που θα πάει, θα ξαναγεννηθώ από τις στάχτες μου... Είμαι σε καλό δρόμο σου λέω. Η μάνα μου δε όταν της είπα πως βγαίνω πλέον με τον Αργύρη μόνο τα κλάματα δεν έβαλε από την χαρά της. Ναι όλα καλά θα πάνε...
-Ναι όλα καλά θα πάνε, είπε η Βασούλα και αγκάλιασε την αισιόδοξη Ελπίδα λίγο πιο σφιχτά από συνήθως... Και την φίλησε και έφυγε βγαίνοντας στην βροχή για να επιστρέψει σπίτι της. Ο Μάνος μέρες τώρα κουβαλούσε τα τελευταία του πράγματα και όλα τα δωμάτια έμοιαζαν βομβαρδισμένα. Σιγά σιγά θα τα τακτοποιούσε όλα.

Η προθεσμία του εξαμήνου άλλωστε κόντευε να εκπνεύσει. Ο Νίκος πλέον θα είχε βεβαιωθεί πως δεν διέτρεχε κανέναν κίνδυνο και θα αραίωναν και εκείνες τις συναντήσεις που  σαν βαρίδι την έδεναν με τον άνθρωπο που κάποτε είχε υπάρξει.Γιατί πλέον το μόνο που την κρατούσε σε επαφή με τον αλλοτινό εαυτό της ήταν το βλέμμα εκείνου όποτε την συναντούσε. Αυτή η μικρή κλωστίτσα...που σύντομα θα κοβόταν.. Και μπορεί εκείνος να είχε παραιτηθεί από την προσπάθεια να της αλλάξει γνώμη για τον γάμο, αλλά συνέχιζε και ερχόταν. Καθόταν μαζί της δέκα λεπτά έξω από το ξενοδοχείο μέχρι εκείνη να κάνει δύο τσιγάρα και ύστερα έφευγε. Και όλα αυτά πια μέσα στην απόλυτη σιωπή....Από παντού σιωπή... Μέσα της ...γύρω της...

-Που θα πας μωρό μου?
-Να δώσω κάτι σημειώσεις σε μια συνάδελφο δεν θα αργήσω..Θες να έρθεις μαζί?
-Όχι άστο, θα κάτσω να κάνω πρόβα ένα κομμάτι καινούριο
-Δεν θα αργήσω , είπε και βγήκε από το διαμέρισμα κρατώντας ένα μεγάλο κλασέρ.

Και άφησε  ο Μάνος βιαστικά την κιθάρα από χέρια του τη στιγμή που η πόρτα έκλεισε πίσω της. Κάτι δεν πήγαινε καλά... Τους τελευταίους μήνες η Βασούλα είχε γίνει ότι εκείνος ήθελε, αλλά δεν του άρεσε. Ναι το παραδεχόταν... καθόλου δεν του άρεσε ! Γιαυτό και την είχε απατήσει με ευκολία τότε τα Χριστούγεννα. Επιτέλους μπορούσε και λειτουργούσε και με άλλες γυναίκες! Τελικά δεν τον είχε ευνουχίσει εντελώς όπως νόμιζε. Και θα την είχε παρατήσει αν δεν είχε αυτό το προαίσθημα ότι κάτι δεν κολλούσε σε αυτή την απότομη μεταστροφή. Αλλά όσο και αν έψαχνε, όσο και αν την παρατηρούσε, τίποτα δεν έβρισκε  και αυτό τον εκνεύριζε απίστευτα. Αντί λοιπόν να φύγει μακρυά από αυτή την χλιαρή εκδοχή της Βασούλας που δεν τον έφτιαχνε πια σε κανένα επίπεδο έκανε το πλέον παράλογο και της ξαναζήτησε να παντρευτούν! Και εκείνη είχε δεχτεί αμέσως. Χωρίς ενθουσιασμό...χωρίς όμως και δυσφορία. Και αυτό τον μπέρδεψε ακόμα περισσότερο...  Σίγουρα κάτι δεν πήγαινε καλά... Το μόνο που είχε καταφέρει να εντοπίσει ήταν πως κάθε Παρασκευή βράδυ κάτι είχε να κάνει. Δεν ήξερε πόσο καιρό γινόταν αυτό γιατί εδώ και μήνες κάθε Παρασκευή έλλειπε από το σπίτι. Μια καινούρια συνεργασία τον υποχρέωνε να δουλεύει από Παρασκευή ως Κυριακή. Αλλά τις τρεις τελευταίες Παρασκευές λόγω κρίσης οι εμφανίσεις είχαν μειωθεί και κάθε Παρασκευή η Βασούλα έφευγε για λίγη ώρα. Αυτό το λίγη ώρα ήταν που δεν τον είχε προβληματίσει αρχικά. Σε μία ώρα είχε επιστρέψει τις δύο προηγούμενες φορές και αυτό τον είχε καθησυχάσει. Αλλά όταν του ανακοίνωσε πως και αυτή την Παρασκευή θα έφευγε ο διάολος μπήκε μέσα του. Δεν έμοιαζε για κάτι πονηρό εκ πρώτης όψεως, Εκείνη ούτε ενθουσιασμένη έδειχνε, ούτε βιαστική και πάντα του πρότεινε να πάει μαζί της. Και όμως η ευλάβεια που επαναλαμβανόταν το σκηνικό κάθε Παρασκευή εκείνον τον ενοχλούσε. Γιαυτό και απόψε θα την ακολουθούσε και θα μάθαινε... Το πιθανότερο ήταν να παραλογίζεται... Λες και ο σαδιστής που έκρυβε μέσα του ζητούσε αφορμές για να ξαναβγεί στην επιφάνεια. Και την ώρα που έβγαινε πίσω της με διαφορά λεπτών, σκέφτηκε πως ειλικρινά δεν ήξερε τι προτιμούσε να δει απόψε.... Μια Βασούλα να παραδίδει ένα κλασέρ σημειώσεις για να επιβεβαιώσει πως όλα μεταξύ τους είχαν τελειώσει ή κάτι άλλο???

...................................................................................................................................................................  
-Σήμερα θα μπούμε μέσα στο ξενοδοχείο για τον καθιερωμένο έλεγχο. Έχεις πρόβλημα? είπε σπάζοντας την σιωπή τόσων συναντήσεων και εκείνη τηρώντας την, απλά ένευσε συγκαταβατικά. Και την έπιασε μαλακά από το χέρι και την οδήγησε στο εσωτερικό του ξενοδοχείου. Προσπέρασαν την ρεσεψιόν και στάθηκαν ακόμα μια φορά μπροστά στον ανελκυστήρα. Αυτή τη φορά ελάχιστοι άνθρωποι περίμεναν μαζί τους. Προβληματισμένος φαινόταν ο Νίκος όσο ο ανελκυστήρας ανέβαινε, διαπίστωσε με πλήρη απάθεια η Βασούλα . Και ακόμα και όταν ξεκλείδωσε ένα δωμάτιο με μια κάρτα δεν μπόρεσε να αντιδράσει. Λες και πλέον δεν την ένοιαζε απολύτως τίποτα.

-Με τη σημερινή συνάντηση ολοκληρώνεται το εξάμηνο, το ξέρεις? την ρώτησε κλείνοντας την πόρτα πίσω τους
-Το ξέρω, αποκρίθηκε εκείνη και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού.
-Επιμένεις να θες να κάνεις αυτή την τρέλα? συνέχισε εκείνος γονατίζοντας μπροστά της
-Ναι... ψιθύρισε εκείνη χωρίς να τον κοιτάζει
-Ωραία...αυτή είναι και η τελευταία φορά που βρισκόμαστε. Βίον ανθόσπαρτο και καλά στέφανα , πέταξε ειρωνικά ενώ απομακρυνόταν πληγωμένος από κοντά της
-Ευχαριστούμε , είπε εκείνη χωρίς να αλλάξει έκφραση
-Και τώρα γδύσου. Μέχρι απόψε ήταν αρκετό να βλέπω πως δεν έχεις σημάδια σε εμφανή σημεία... Απόψε θέλω να βεβαιωθώ πως δεν υπάρχουν κρυμμένα, απαίτησε με γυρισμένη την πλάτη. Και πριν προλάβει να ολοκληρώσει την πρόταση του εκείνη είχε αρχίσει ήδη να βγάζει πειθήνια τα ρούχα της. Και όσο δεν την άκουγε να του απαντάει στην παράλογη απαίτηση του, γύρισε μπερδεμένος για να την βρει γυμνή μπροστά του.
-Τι σου έχει κάνει ρε Βασούλα.....? Η ζημιά έχει ξεφύγει πολύ παραπάνω από αυτό που φοβόμουν.... Ντύσου σε παρακαλώ.... της είπε συντετριμμένος και της έδωσε τα ρούχα της
-Μα γιατί το λες αυτό...Ούτε μισό σημάδι...Κοίτα... τον προέτρεψε απομακρύνοντας τον σωρό από τα ρούχα που κουβάρι της είχε αφήσει στην αγκαλιά της.
-Θα τον σκοτώσω , μα τον θεό θα τον σκοτώσω στο λέω...είπε και με δάκρυα να τρέχουν από τα μάτια του την πήρε αγκαλιά έτσι γυμνή...
-Πως σε μετέτρεψε σε αυτό το πλάσμα...?Πως τα κατάφερε...? Που είναι η Βασούλα που είδα στο χωριό τότε? Τι της έχει κάνει....?Την κομμάτιασε...Η Βασούλα που ήξερα δεν θα δεχόταν από κανέναν να απαιτήσει να γυμνωθεί μπροστά του με το έτσι θέλω...Πόσο μάλλον σε εμένα... Που είσαι??? Κάπου εκεί μέσα είσαι εσύ δεν μπορεί να χάθηκες για πάντα...Έλα πίσω!  Βρίσε με! Αυτό ήθελα! Αυτό ήλπιζα!!!! Να ζητήσω κάτι τρελό για να σε ξυπνήσω αλλά απέτυχα.... Σε παρακαλώ...γύρνα πίσω!!! Γύρνα και ας μην σε έχω ποτέ... Απλά γύρνα σε ικετεύω, την παρακάλεσε και εκείνη ξαφνικά συνειδητοποίησε τι συνέβαινε... Ήταν γυμνή και ήταν μέσα στην αγκαλιά του...Εκείνη την αγκαλιά που θύμιζε τόσο εκείνη την ανιδιοτελή αγκαλιά που είχε χάσει οριστικά. Και με τα λόγια του καταπέλτες να την χτυπάνε από παντού ένας τεράστιος πόνος την πλημμύρισε από παντού και ήταν τόσο μεγάλος και τόσο ανυπόφορος που άρχισε να ουρλιάζει σαν λαβωμένο ζώο... Και οι μνήμες είχαν ξυπνήσει οριστικά... Με μια αγκαλιά, με μια ανιδιοτελή αγκαλιά όλα πονούσαν όπως θα έπρεπε να πονάνε εξαρχής. Τα σπασίματα, οι μώλωπες, τα χαστούκια, οι απώλειες, τα ψέματα όλα ήταν εκεί μέσα σε αυτή την ανιδιοτελή αγκαλιά.
-Ναι πονάει το ξέρω...της έλεγε ήρεμα  όσο εκείνη ούρλιαζε, έκλαιγε και προσπαθούσε να τον σπρώξει μακρυά της. Εκείνος όμως δεν την άφηνε... Της χάιδευε στοργικά το κεφάλι και την παρηγορούσε. Και κατάφερνε με αυτή την ηρεμία του, που από την πρώτη στιγμή είχε διακρίνει πάνω του, να  κάνει τον πόνο με έναν μαγικό τρόπο πιο υποφερτό...
-Μην μου το κάνεις αυτό...μην με γυρνάς πάλι πίσω...δεν μπορώ άλλο... είπε ξέπνοα όταν βρήκε την αυτοκυριαρχία της
-Μπορείς Βασούλα! Κοίταξε με στα μάτια! Μπορείς!!! Πάμε τώρα στην αστυνομία...
-Δεν έχω καμία απόδειξη αυτή τη στιγμή...Δεν θα με πιστέψουν...
-Θα έρθω και εγώ μαζί..Θα επιβεβαιώσω ότι τους πεις. Θα το πούμε και στην Ελπίδα. Θα βγάλουμε ασφαλιστικά μέτρα. Δεν θα μπορεί να σε πλησιάσει ποτέ ξανά... Άκουσε με...
-Τα πράγματα μου... πρέπει να πάρω τα πράγματα μου...
-Θα τα πάρεις αργότερα..
-Όχι , όχι θα πάω απόψε σπίτι κανονικά και αύριο το πρωί που θα φύγει θα φύγω. Αν δεν γυρίσω απόψε θα γίνει φασαρία...Και δεν μπορώ να πάω ούτε στην Ελπίδα...θα είναι κάπου έξω και ήταν πολύ χαρούμενη που θα πήγαινε εκεί απόψε. Δεν μπορώ να της το χαλάσω απόψε... Αύριο το πρωί θα πάω από εκεί και θα της μιλήσω..
-Και τι σε κάνει να πιστεύεις πως δεν θα το καταλάβει εκείνος απόψε ρε Βασούλα?
-Δεν θα το καταλάβει... ξέρω πως να προσποιούμαι.. πίστεψε με τελευταία το έχω εξασκήσει τόσο πολύ που μου έχει γίνει δεύτερη φύση όπως διαπίστωσες, είπε και άρχισε να ντύνεται..
-Δεν ξέρω , δεν το βρίσκω καλή ιδέα...
-Μην ανησυχείς... ήταν να μην ξυπνήσω...και τα κατάφερες Νίκο...με ξύπνησες για τα καλά... Σε ευχαριστώ...
-Κάνε μου μόνο μια χάρη... Στείλε μου ένα μήνυμα ότι όλα πάνε καλά...μέχρι αύριο το πρωί θα τρελαθώ..
-Θα σου στείλω... Και εγώ θέλω μια τελευταία χάρη..Αύριο θα έρθεις να με πάρεις? Στις δέκα έχει πρόβα και θα φύγει...
-Δέκα και μισή θα είμαι από κάτω. Εγώ θα σε πάω στης Ελπίδας. Της το λέμε και μαζί αν θες.
-Όχι όχι, μόνο να με πας ..Μόνη μου θα της τα πω όλα...
-Όλα?
-Όλα Νίκο...έχεις πρόβλημα?
-Φυσικά και δεν έχω...Χρόνια το περιμένω αυτό Βασούλα ...
-Μην μπερδεύεσαι...η σχέση η δική μας δεν αλλάζει...
-Το ξέρω και δεν σου ζητάω τίποτα...Μόνο την αλήθεια θέλω να ηρεμήσει και η δική μου συνείδηση...
-Και πάλι σε ευχαριστώ, είπε και του έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο βγαίνοντας από το δωμάτιο.

Τέλος Φεβρουαρίου ήταν και όλος ο κόσμος είχε χυθεί στους δρόμους για τις Απόκριες... Ειρωνεία της φαινόταν στην διαδρομή της επιστροφής πως μέσα στις απόκριες θα έβγαζε επιτέλους εκείνη τη δική της μάσκα και θα έπαιρνε αέρα... Αλλά θα το έκανε... Δρόμος επιστροφής δεν υπήρχε. Θα πήγαινε στην αστυνομία. Θα τα έλεγε όλα στην Ελπίδα και ήλπιζε εκείνη να καταλάβει. Θα ξαναγινόταν αυτό που κάποτε είχε υπάρξει. Θα έπαιρνε λίγο χρόνο , αλλά θα τα κατάφερνε. Ήταν η Βασούλα στο κάτω κάτω, η Βασούλα που όταν της πετούσαν πέτρες δεν καθόταν να της τρώει αδιαμαρτύρητα..πετούσε και εκείνη πίσω! Γιατί ο έρωτας της ζωής της πέτρες της πετούσε και την είχε γεμίσει τρύπες που έμπαζαν από παντού. Και τόσα χρόνια μετά , παρά τις εμπειρίες στην αφετηρία από όπου είχε ξεκινήσει ήταν...Να απορεί και πάλι πως μπορούσε, κάτι που πλέον δεν έμοιαζε θεωρητικά μόνο επιθετικό αλλά ήταν κιόλας, να είναι και γλυκό ταυτόχρονα...Αλλά θα την έβρισκε κάποτε την απάντηση, σκέφτηκε αισιόδοξα ξεκλειδώνοντας την πόρτα του διαμερίσματος. Και βλέποντας το πρόσωπο του Μάνου ήξερε πως η τελική τους παρτίδα απόψε θα παιζόταν τελικά. Και αντί να φύγει τρέχοντας, πήρε μια βαθιά ανάσα και ετοιμάστηκε για την τελική αναμέτρηση. Γιατί διάολε ήταν η Βασούλα και τίποτα δεν θα την έκανε ξανά να το ξεχάσει!       

     
  


Τρίτη, 9 Αυγούστου 2016

Με μια σοκοφρέτα:Κεφάλαιο 17

Κοίταξε αφηρημένη τον νυχτερινό ουρανό και αναρωτήθηκε τι την ενοχλούσε περισσότερο. Ότι είχε δίκιο σε όλα όσα της έλεγε ή ότι ένιωθε σαν παιδάκι που το μαλώνουν... ? Στηρίχθηκε με τους αγκώνες τις στο καπό του αυτοκινήτου κουρασμένη και ένιωσε μια σουβλιά πόνου στο σημείο που το είχε σπάσει στο παρελθόν. Αντανακλαστικά τραβήχτηκε και μορφάζοντας από τον πόνο άνοιξε την πόρτα και κάθισε στο κάθισμα του συνοδηγού παίρνοντας βαθιές ανάσες. Με τα πόδια της έξω από το αυτοκίνητο προσπάθησε να θυμηθεί τι έχει διαβάσει κάποτε για τις κρίσεις πανικού. "Προσπαθήστε να βάλετε το κεφάλι σας ανάμεσα στα πόδια σας και πάρτε βαθιές εισπνοές" άκουσε μέσα της μια φωνή και το προσπάθησε. Πόσο ανόητη θα έμοιαζε σε αυτή την στάση... Και όσο προσπαθούσε να συνέλθει τα λόγια του εκεί να επιστρέφουν και να παίζουν στο μυαλό της σε επανάληψη

-Το υποσχέθηκες! Πόσο ηλίθια είσαι τελικά? Θα σε σκοτώσει στο τέλος..αυτό θες? της είπε με πικρία βγάζοντας την από το ξενοδοχείο. 
-Σταμάτα να με τραβολογάς. Ρεζίλι γίναμε έτσι όπως μπήκες και με άρπαξες...Όλοι ίδιοι είστε τελικά! ούρλιαξε η Βασούλα και εκείνος αυτόματα απομάκρυνε τα χέρια του
-Δεν μπορεί να πιστεύεις πως θα σου έκανα εγώ ποτέ κακό... Πως μπορείς να μας βάζεις στον ίδιο παρανομαστή? Εγώ δεν έχω σηκώσει ποτέ μου χέρι σε γυναίκα και ούτε και σκοπεύω να το κάνω τώρα... πόσο μάλλον σε σένα! Αν σε έβγαλα έξω ήταν γιατί έπρεπε να μιλήσουμε και δεν ερχόσουν από μόνη σου..  
-Τι θες ρε Νίκο? Αφήστε με όλοι σας....Αφήστε με επιτέλους... είπε εκείνη έτοιμη να καταρρεύσει.
-Μπες μέσα στο αυτοκίνητο και πάμε κάπου να μιλήσουμε ήρεμα ρε Βασούλα, την παρακάλεσε και ξεκλείδωσε το αμάξι 
-Δεν πάω πουθενά μαζί σου. Σπίτι μου θα πάω!
-Γιατί το κάνεις αυτό? Πες μου μόνο γιατί! Και μην μου πεις αυτά που μου είπες και τότε! Κανένας έρωτας δεν δικαιολογεί αυτό που σου κάνει! Πες μου τουλάχιστον πως το καταλαβαίνεις..!
-Ξαναρωτάω. Τι θες Νίκο?
-Θέλω να τηρήσεις την υπόσχεση που μου έδωσες!!!
-Εσύ δεν τήρησες τη δική σου, γιατί να το κάνω εγώ? 
-Και όμως την τήρησα... Να την αγαπάω και να την προσέχω δεν σου υποσχέθηκα? Να μην της το πω ποτέ δεν σου υποσχέθηκα? Όλα τα έκανα Βασούλα! Όλα! Και αν έβλεπες την κατάσταση που ήταν τα τελευταία δύο χρόνια θα καταλάβαινες γιατί την χώρισα... Πλέον της έκανα περισσότερο κακό με το να είμαι μαζί της. Γιατί εσύ θεώρησες πως αν μέναμε με το ζόρι μαζί εκείνη θα ήταν ευτυχισμένη, αλλά έκανες λάθος! Και σου είχα υποσχεθεί να την προσέχω και γιαυτό την άφησα. Δεν είμαστε όμως το θέμα εγώ και η Ελπίδα και μην αλλάζεις κουβέντα! Εσύ είσαι το θέμα! Εσύ και αυτός! Και αφού εσύ δεν τήρησες την συμφωνίας μας θα σταματήσω να την τηρώ και εγώ Βασούλα. Αύριο κιόλας θα ενημερώσω την Ελπίδα για αυτό που συμβαίνει!
-Μην τολμήσεις!
-Από εμένα βοήθεια δεν δέχεσαι και προφανώς είμαι ο μόνος που το ξέρει! Αργά ή γρήγορα θα ξεφύγει η κατάσταση και εγώ τύψεις για την ζωή σου δεν μπορώ να κουβαλάω. Μην μου ζητάς να κουβαλήσω και αυτό... Μου φτάνουν όλα τα υπόλοιπα που κουβαλάω...
-Νίκο αν ένιωσες ποτέ έστω και το παραμικρό για μένα δεν θα πεις κουβέντα σε κανένα!
-Πόσο διαστρεβλώμενα τα βλέπεις όλα!!!! Είναι δυνατόν να ζητάς στο όνομα αυτών που νιώθω να μην μιλήσω???? Πως μπορείς και ζητάς κάτι τέτοιο! Όχι Βασούλα, όχι! Ακριβώς επειδή νιώθω για σένα πολλά πράγματα που δεν δέχτηκες ποτέ να ακούσεις κιόλας, γιαυτό ακριβώς το λόγο εγώ συνένοχος δεν γίνομαι! Και μην τολμήσεις στιγμή να πιστέψεις πως το κάνω σαν εκδίκηση επειδή δεν νιώθεις για μένα το ίδιο! Ποτέ, με ακούς? είπε και θυμωμένος απομακρύνθηκε από το αυτοκίνητο.

Πως θα τον έπειθε να μην μιλήσει? Και εκείνη ένα τέρας είχε γίνει... και προσπαθούσε να κάνει και εκείνον τέρας...το καταλάβαινε, το έβλεπε το παράλογο της απαίτησης της και όμως το μυαλό της δεν μπορούσε να σταματήσει να σκέφτεται τρόπους να τον πείσει. Και αυτός ο πανικός ότι όλοι θα το μάθαιναν να μην την αφήνει να αναπνεύσει, να μην την αφήνει να σκεφτεί καθαρά. Και ξαφνικά η πασμίνα γλιστρούσε απαλά  από πάνω της. Και ένα χέρι  χάιδευε τους ώμους της. Και ύστερα δύο χείλια  ακουμπούσαν με ευλάβεια τα μελανιασμένα σημεία και δάκρυα πλέον έτρεχαν από τα μάτια της ανεξέλεγκτα. Και με τα χείλια του ήρεμα να σβήνει τον πόνο από τα σημάδια, τον πόνο από την ψυχή, την απελπισία από το μυαλό. Και σήκωσε το κεφάλι της και είδε εκείνα τα ήρεμα μάτια του να την κοιτάζουν με πόνο. Και χώθηκε στην αγκαλιά του βρέχοντας με τα δάκρυα της το πουκάμισο που φορούσε. Και εκείνος να την κρατάει και να την χαϊδεύει σαν μωρό.
-Δεν σου ζητάω να με αγαπήσεις. Δεν σου ζητάω καν να σταματήσεις να αγαπάς εκείνον...Να αγαπήσεις λιγάκι τον εαυτό σου σου ζητάω..., της ψιθύρισε όταν εκείνη σταμάτησε να κλαίει
-Θα το κάνω... Δώσε μου έξι μήνες και θα το κάνω..είπε εκείνη προσπαθώντας να κερδίσει χρόνο
-Βασούλα ποιόν προσπαθείς να κοροϊδέψεις τώρα? Εμένα ή εσένα? 
-Κανέναν Νίκο...
-Δεν μπορώ και το ξέρεις. Μέσα σε έξι μήνες πολλά μπορεί να συμβούν. Πάμε τώρα μαζί στην αστυνομία...σε παρακαλώ...
-Όχι, άσε με να το κάνω με το δικό μου τρόπο. Έχε μου εμπιστοσύνη... Και αν θες μπορούμε να βρισκόμαστε μια φορά την εβδομάδα να πίνουμε έναν καφέ και να βλέπεις πως είμαι αρτιμελής..Τι λες? είπε και ξεκόλλησε από πάνω του.
-Και τώρα εκμεταλεύεσαι αυτά που νιώθω για σένα ... Δεν είμαι χαζός...ερωτευμένος είμαι...
-Δεν σου ανοίγω πόρτα στο κρεβάτι μου Νίκο...Σε αυτό νομίζω ήμουν ξεκάθαρη εξαρχής και δεν αλλάζει κάτι. Για μένα όσα διαζύγια και να πάρετε θα είσαι πάντα ο άντρας της Ελπίδας. Πόρτα σου ανοίγω σαν φίλο..  Και ξέρεις πόση ανάγκη έχω έναν άνθρωπο αυτή τη στιγμή που να μην χρειάζεται να κρύβομαι... Αν θες λοιπόν να με βοηθήσεις πες ότι θα δεχτείς αυτό που ζητάω. 
-Ας γίνει ακόμα μια φορά το θέλημα σου... Αλλά έξι μήνες Βασούλα! Στους έξι μήνες αν δεν τον έχεις πετάξει έξω από τη ζωή σου  θα κάνω ότι χρειαστεί για να τον πετάξω εγώ και δεν κάνω πλάκα!
-Ωραία , είπε εκείνη και άναψε ένα τσιγάρο.
-Και κάθε Παρασκευή από εδώ και στο εξής στις οχτώ το βράδυ ραντεβού εδώ. Θα πίνουμε έναν καφέ και θα φεύγεις... Μια φορά αν δεν έρθεις, την επόμενη στιγμή θα έχω ενημερώσει την Ελπίδα.
-Σύμφωνοι.
-Να σε πάω τώρα σπίτι?
-Όχι, δεν χρειάζεται... Θέλω να περπατήσω λίγο , είπε, πέταξε το τσιγάρο, μάζεψε την πασμίνα από τον δρόμο και τον καληνύχτισε. 

Έξι μήνες ήταν πολύς χρόνος. Σε έξι μήνες θα έβρισκε τον τρόπο. Σε λίγο θα ήταν η Ελπίδα στην Ελλάδα και με εκείνη ξανά στη ζωή της θα τα κατάφερνε. Εντάξει θα έπρεπε να της κρύψει τις συναντήσεις που θα είχε με τον Νίκο , αλλά εδώ τις έκρυβε άλλα πιο σημαντικά. Και στην τελική δεν θα έκανε κάτι κακό. Έναν καφέ θα έπιναν μια φορά την εβδομάδα. Ναι με ψυχραιμία θα έβρισκε μια λύση για όλο αυτό το μπάχαλο. Με τη βοήθεια της Ελπίδας και του Νίκου θα κατάφερνε να τον βγάλει από τη ζωή της οριστικά, κατέληξε αποφασιστικά όσο απομακρυνόταν από το ξενοδοχείο. Και ούτε μια φορά δεν γύρισε πίσω να κοιτάξει τον Νίκο που την κοιτούσε ανήσυχος να χάνεται στον ορίζοντα.

..................................................................................................................................................................

Νευριασμένη τράβηξε την κορδέλα σχίζοντας και το περιτύλιγμα. Καλά να πάθει που ήθελε φέτος να τυλίξει τα δώρα μόνη της. Πήρε μερικές βαθιές ανάσες και ξαναπροσπάθησε. Στην τρίτη απόπειρα το πακέτο έμοιαζε κάπως με δώρο. Αυτά τα χέρια της καθόλου δεν συνεργάζονταν όταν το χρειαζόταν. Απο παιδί παράπονο το είχε που δεν μπορούσε να ζωγραφίσει μέσα στο περίγραμμα. "Δεν είναι κακό Βασούλα μου να μην μένεις μέσα στο περίγραμμα, δείχνει χαρακτήρα" της έλεγε ο μπαμπάς της και εκέινη χαμογελούσε. Μα πως τις είχε καρφωθεί η ιδέα να τυλίξει τόσα πακέτα μόνη της? Ποια ανάγκη την είχε σπρώξει σε αυτό το βασανιστήριο? Σίγουρα εκείνο το χαρτί με τους διάφανους αγγέλους έφταιγε! Εκείνο είχε δεί και το είχε ερωτευτεί από το πρώτο λεπτό. Και ορίστε τώρα πάλευε πάνω από μια ώρα και είχε τυλίξει ούτε τα μισά από τα Χριστουγεννιάτικα δώρα της. Και οι δόλιοι οι άγγελοι τσαλακωμένοι από τις προσπάθειες δεν έμοιαζαν καθόλου μα καθόλου γοητευτικοί και άσπιλοι όπως της είχαν φανεί αρχικά...

-Ακόμα τα δώρα τυλίγεις?
-Δεν βάζεις ένα χεράκι μπας και δούμε φως? Εσένα τα χέρια σου είναι συνηθισμένα σε λεπτές κινήσεις..
-Αυτά τα δύο χέρια όπως έχεις καταλάβει με δύο πράγματα έχουν εμμονή μόνο....Και μοιάζουν τόσο στο σχήμα αυτές οι δύο εμμονές μου που μπορείς να της πεις και μια...Θα τα στείλεις με το ταχυδρομείο τα δώρα?
-Όχι θα τα πάει η Ελπίδα...
-Εκεί θα κάνει γιορτές?
-Ναι , αύριο φεύγει. Προσπαθεί να αποφύγει τον Αργύρη που την πιέζει να πάνε κάπου μαζί.
-Και αυτή ήμαρτον πια τόσο καιρό τον έχει στο περίμενε . Μια χαρά άνθρωπος είναι.
-Μάνο με το ζόρι δεν γίνεται τίποτα. Αν δεν νιώθει έτοιμη, γιατί να τον παιδεύει?
-Και εσύ μωρό μου μόνη σου θα περάσεις το βράδυ των Χριστουγέννων? Γιατί δεν πας και εσύ στο χωριό?
-Σου είπα γιατί δεν πάω.... Χριστούγεννα εκεί χωρίς τον πατέρα μου δεν πρόκειται να ξανακάνω....
-Έλα τότε μαζί μου!
-Και αυτό νομίζω το ξανασυζητήσαμε...εσύ θα είσαι συνέχεια στο τρέξιμο και εγώ σε μια επαρχιακή πόλη τι να κάνω ανάμεσα σε αγνώστους? Θα κάτσω εδώ... Θα κατεβάσω πέντε ταινίες , θα φτιάξω έναν κουβά ποπ κόρν και θα περάσω καταπλητκικά μέσα στις πυτζάμες μου. Γιατί με κοιτάς έτσι?
-Ρε Βασούλα τρείς μήνες τώρα έχεις αλλάξει...
-Και δεν χαίρεσαι? Τρεις μήνες και δεν έχουμε ρίξει ούτε μισό καβγά...
-Ναι το ξέρω και δεν λέω... αλλά σαν να μην είσαι ο εαυτός σου. Πολύ εύκολα λες ναι σε ότι προτείνω. Δεν βγαίνεις σχεδόν ποτέ από το σπίτι. Και ακόμα και όταν κάνουμε έρωτα είσαι διαφορετική...
-Και σε ξαναρωτάω δεν χαίρεσαι? Αυτό νόμιζα πως ήθελες...Δεν σου αρέσει?
-Φυσικά και μου αρέσει.. Ηρέμησα και εγώ μαζί σου... Μπορώ και γράφω τραγούδια πάλι..  Και τα χέρια μου περιορίζονται στις λεπτές κινήσεις που ανέφερες πριν και όχι σε εκείνες που με έκαναν μετά να ντρέπομαι για τον εαυτό μου.... Αλλά κάτι με ενοχλεί... και δεν ξέρω τι... σαν να μην είναι αληθινό όλο αυτό...
-Πάντως αν επιμένεις να έρθω μαζί, σου είπα πως θα έρθω και πως θα κάτσω στο ξενοδοχείο να δώ τις ταινίες μου...
-Όχι ρε μωρό μου. Έχεις δίκιο τι να σε τραβάω και εσένα...Σε δύο μέρες άλλωστε θα επιστρέψω και θα κάνουμε κάτι μαζί.., είπε ο Μάνος και πήγε στο διπλανό δωμάτιο που ήταν η κιθάρα του αφήνοντας την μόνη να συνεχίσει την μάχη της με το σελοτέιπ και τις κορδέλες.

Και όσο η Βασούλα προσπαθούσε να φτιάξει ένα μεγάλο φιόγκο χαμογέλασε σχεδόν δαιμονικά. Αυτο που είχε σκεφτεί δούλευε ρολόι. Θέμα χρόνου ήταν να βαρεθεί...Θέμα χρόνου ήταν να φύγει από μόνος του. Αυτό δεν έκαναν άλλωστε οι κατακτητές? Λεηλατούσαν και κατέστρεφαν μέχρι να μην έχει απομείνει  τίποτα. Και όταν βεβαιωνόντουσαν πως κατέστρεψαν τα πάντα ξεκινούσαν για νέους τόπους. Αυτό λοιπόν του προσέφερε επιτέλους η Βασούλα, γιαυτό και είχε ηρεμήσει... γιατί πλέον έμοιαζε και εκείνη με καμμένη γη....

Το βράδυ εκείνο μετά την τυχαία συνάντηση της με τον Νίκο το είχε σκεφτεί πολύ. Αν τον άφηνε και έφευγε εκείνος δεν θα το επέτρεπε έτσι απλά... Να ζητήσει τη βοήθεια της αστυνομίας από την άλλη της φαινόταν αδιανοήτο. Ακόμα τον αγαπούσε άλλωστε και όσο και αν καταλάβαινε το παράλογο του συναισθήματος της δεν μπορούσε να το αποβάλει.. Το είχε δοκιμάσει και στο παρελθόν χωρίς επιτυχία. Πως λοιπόν θα ξέφευγε οριστικά από αυτό τον φαύλο κύκλο που είχε μπλέξει? Μόνο αν αυτό ήταν δική του επιλογή. Και για να γίνει δική του επιλογή θα έπρεπε να του παραδώσει και το τελευταίο οχυρό. Αυτό που τόσα χρόνια πάλευε να ρίξει. Ριψοκίνδυνο το ήξερε αλλά δεν είχε άλλη λύση... Αν ήθελε να ελευθερωθεί από το μαρτύριο , εκείνος θα έπρεπε να την ελευθερώσει. Και για να το κάνει αυτό έπρεπε να πιστέψει πως δεν είχε απομείνει τίποτε άλλο από εκείνη να πάρει.

Σταμάτησε έτσι να τον πολεμάει. Δεν της ήταν καθόλου εύκολο στην αρχή. Την πονούσε περισσότερο και από τη βία που της ασκούσε. Να παραδίδει το σώμα της ήταν το εύκολο κομμάτι να παραδίδει την ψυχή της όμως... Γιατί τόσο διεστραβλωμένα τα έβλεπε όλα η Βασούλα μέσα από το πρίσμα του έρωτα. Θεωρούσε πως μέσα σε αυτή την λαίλαπα είχε καταφέρει να κρατήσει ένα κομμάτι της καθαρό και ζωντανό, ίσως εκείνο που είχε και τη μεγαλύτερη αξία για την ίδια . Ναι ήταν απελπισμένη, ναι ένιωθε αδύναμη και ανήμπορη , ναι η θέληση της την είχε εγκαταλείψει οριστικά αλλά ένα μικρό κομματάκι μέσα της γυάλιζε ακόμα και αυτό το μικρό κομματάκι της ήταν εκείνο που την είχε κρατήσει στην διαύγεια τα τελευταία χρόνια. Με κόπο λοιπόν του το προσέφερε στο πιάτο... Και εκείνος φυσικά το κατασπάραζε.

Με μόνες σανίδες σωτηρίας πλέον την Ελπίδα και τον Νίκο του τα παραχώρησε όλα. Και έγινε το απόλυτο υποχείριο στα χέρια του χωρίς άποψη για τίποτα. Πήδα έλεγε ο Μάνος....πήδαγε η Βασούλα... Άσπρο έλεγε ο Μάνος το μαύρο, άσπρο συμφωνούσε εκείνη... Και αν δεν ήταν εκείνοι οι καφέδες κάθε Παρασκευή θα είχε πέσει στα χάπια... Γιατί μπορεί να μην συζητούσαν το θέμα με το Νίκο αλλά εκείνος ήξερε και αυτό την έκανε να ελπίζει πως ίσως μετά μαζί με την Ελπίδα οι δύο τους θα μπορούσαν να της θυμίσουν και εκείνης ποια ήταν... και ενώ στην αρχή έκανε υπερπροσπάθεια να μπορεί να αποδέχεται τα πάντα στην πορεία διαπίστωσε πως της έβγαινε πλέον αβίαστα...

Μόνο που όσο εκείνη του παραχωρούσε και τα τελευταία της αποθέματα όλα πλέον άλλαζαν οπτική...Ναι πρέπει να πιάσεις εντελώς πάτο για να αρχίσεις κάποτε να ανεβαίνεις. Εκεί από τον πάτο τα χέρια του πλέον δεν την καθόριζαν με κανέναν τρόπο... Για να δώσεις πρέπει να πάρεις, νόμος του εμπορίου... Και εκείνη χωρίς να έχει τίποτα άλλο να δώσει να μην μπορεί να πάρει πίσω τίποτα απολύτως... Έπαψαν έτσι τα χέρια του και να την βλάπτουν αλλά και να την ανασταίνουν...Το νεκρό άλλωστε πως να αναστηθεί? Και εκείνος τρεις μήνες μετά το καταλάβαινε...το διαισθανόταν πως πλέον εκείνη έρημος ήταν και πως δεν είχε τίποτα να του προσφέρει και είχε αρχίσει να βαριέται...επιτέλους είχε αρχίσει να χάνει το ενδιαφέρον του...

-Χρόνια Πολλά Βασούλα
-Χρόνια Πολλά Νίκο
-Πως πέρασες τις γιορτές?
-Ήσυχα...
-Όλα καλά?
-Ναι...
-Βασούλα το ξέρω πως τόσους μήνες δεν συζητάμε για το θέμα αλλά έχουν περάσει σχεδόν τέσσερις μήνες... Πως πάει θες να μου πεις?
-Δεν βλέπεις πως πάει το θέμα? Αρτιμελής δεν είμαι?
-Ναι... αλλά δεν είσαι καλά ρε Βασούλα...μην σου πω πως είσαι σε χειρότερη κατάσταση από αυτή που σε βρήκα... Απορώ η Ελπίδα δεν το βλέπει?
-Η Ελπίδα φυσικά και το βλέπει και πιστεύει πως επιτέλους ωρίμασα... Ίσως να έχει και δίκιο...
-Ωριμότητα το λέτε εσείς αυτό που βλέπω?
-Δεν ξέρω τι βλέπεις...
-Βλέπω έναν άνθρωπο διαφορετικό..αλλαγμένο...παραδομένο....
-Και σύντομα και παντρεμένο...
-Δεν μπορεί να μιλάς σοβαρά! είπε και πετάχτηκε όρθιος από την καρέκλα του
-Κάτσε κάτω Νίκο και άκουσε με... Να σταματήσει να με χτυπάει δεν απαίτησες? Ε αυτό συμβαίνει....και για να συνεχίσει να συμβαίνει δέχτηκα να παντρευτούμε...
-Πώς??? Εγώ νόμιζα πως θα χωρίζατε οριστικά και εσύ μου λες πως θα παντρευτείτε τώρα???
-Ναι... Θα τον παντρευτώ και εσύ δεν θα κάνεις κάτι να το αλλάξεις...Σου θυμίζω την συμφωνία μας... Να μην ξανασηκώσει χέρι πάνω μου ζήτησες...
-Είναι αδιανόητο....Τον αγαπάς? πες μου μόνο αυτό....Σε κάνει ευτυχισμένη?
-Πλέον τίποτα δεν αγαπάω και τίποτα δεν με κάνει ευτυχισμένη... τελείωσε η ιστορία Νίκο. Αποδέξου το όπως το αποδέχτηκα και εγώ...
-Γιατί το κάνεις? Γιατί???
-Τελείωσε σου λέω... εσύ απλά τήρησε το δικό σου σκέλος της συμφωνίας μας...Όσο είμαι αρτιμελής δεν ανοίγεις το στόμα σου...
-Το ξέρεις πως ανά πάσα στιγμή , με την πρώτη αφορμή, θα το ξανακάνει...Πες μου ότι το ξέρεις!
-Δεν θα το ξανακάνει, γιατί πολύ απλά δεν θα ξαναυπάρξει αφορμή...Τελείωσε γιατί εγώ τελείωσα..., είπε και σηκώθηκε από την καρέκλα της.
-Σε παρακαλώ Βασούλα μην το κάνεις....
-Και πάλι χρόνια πολλά Νίκο, είπε και απομακρύνθηκε από το τραπέζι που καθόντουσαν...

Κυριακή, 7 Αυγούστου 2016

Με μια σοκοφρέτα:Κεφάλαιο 16

Αξημέρωτα σηκώθηκε την επόμενη μέρα η κυρά Θοδώρα και νυχοπατώντας μην ξυπνήσει την Βασούλα, βγήκε από το σπίτι. Όλο το βράδυ στριφογύριζε στο κρεβάτι ανήσυχη και μόλις είδε πως πήγαινε να χαράξει ντύθηκε και ξεκίνησε για το νεκροταφείο.

Ανάμεσα στα κυπαρίσσια από μακριά ξεχώριζαν τα λευκά μάρμαρα που όσο ο ήλιος ανέβαινε αγέρωχος βαφόντουσαν πορτοκαλοκόκκινα. Η Θοδώρα αν και άνθρωπος του Θεού πάντα θεωρούσε υπερβολές όλα εκείνα που πλαισίωναν την τελευταία κατοικία των ανθρώπων. Γιαυτό και για τον Γιάννη της, αφήνοντας έκπληκτα τα παιδιά της, είχε διαλέξει ότι πιο απλό κόντρα στον πληθωρικό χαρακτήρα της. Άλλωστε ο Γιάννης δεν θα της το συγχωρούσε ποτέ αν στόλιζε το μνήμα με υπερβολές και φανφάρες. Ο Γιάννης από παλικάρι ήταν ολιγαρκής. "Εσύ είσαι το μόνο στολίδι της ζωής μου, εσύ και τα παιδιά μας..", της έλεγε όποτε εκείνη τον πίεζε για διάφορα αν και στο τέλος δεν της χαλούσε χατήρι και φορούσε στην εκκλησία την καινούρια γραβάτα που του είχε πάρει. Έπρεπε να τον χάσει για να δεχτεί πως ναι τελικά είχε δίκιο. Κανένα υλικό αγαθό δεν ομόρφαινε έναν άνθρωπο περισσότερο από το χάδι ενός άλλου ανθρώπου... Και αν και μέσα στο φέρετρο του στο πλάι  είχε βάλει μια γραβάτα, μήπως μετά θάνατο άλλαζε γνώμη, αυτό που θα ήθελε στην πραγματικότητα θα ήταν να μπορούσε να του βάλει ένα χάδι της να του κρατάει συντροφιά μέχρι να ξανά ανταμώσουν.

Λαχανιασμένη ανέβηκε το λόφο που έστεκε το νεκροταφείο και κοντοστάθηκε λίγο στην είσοδο. Τελευταία τα πόδια της δεν την υπάκουαν όπως στο παρελθόν. Γερνούσε και το σώμα της φρόντιζε με κάθε ευκαιρία να της το θυμίζει. Και αφού βρήκε την αναπνοή της άρχισε να περπατάει ανάμεσα στους διαδρόμους κάνοντας αντανακλαστικά ησυχία για να μην ταράξει τον αιώνιο ύπνο των νεκρών. Με μικρά και σταθερά βήματα πλησίασε το μνήμα  και για λίγα λεπτά απλά στάθηκε μπροστά του ακίνητη κοιτώντας την φωτογραφία. "Μάνα δεν είναι σωστό να βάλουμε αυτή τη φωτογραφία, καλύτερα εκείνη από το γάμο του Στέλιου με το κουστούμι..", είχε πει τότε η Μαρία αλλά η Θοδώρα δεν άκουγε κανέναν. Αυτή η φωτογραφία θα έμπαινε ακόμα και αν χρειαζόταν να τσακωθεί με όλους τους. "Ναι βρε Θοδώρα έχει δίκιο η Μαρία, που ακούστηκε σε τάφο φωτογραφία ανθρώπου που χαμογελάει, άσε που εδώ ζήτημα είναι να είναι 40 χρονών... το χωριό θα νομίζει πως παλάβωσες..." είχε προσπαθήσει και η Χαρά αλλά μάταια. Μόνο η Βασούλα δεν είχε πει τίποτα και είχε πάρει την φωτογραφία και την είχε βάλει μέσα στην κορνίζα. Που να τους εξηγούσε πως αυτή τη φωτογραφία σήμαινε τόσα για εκείνη...

Χριστούγεννα ήταν όταν η Χαρά τους είχε πάρει δώρο την πρώτη  φωτογραφική μηχανή. Και ενώ στην αρχή η Θοδώρα είχε θυμώσει με το δώρο δεν άργησε να παραδεχτεί πως ήταν ότι πιο χρήσιμο της είχαν χαρίσει ποτέ. Ένα ολόκληρο βράδυ πάλευαν να βρουν πως δούλευε και ευτυχώς που η δεκαεξάχρονη Μαρία ήταν πανέξυπνη, γιατί αλλιώς ακόμα να κουμπώσουν το φιλμ μέσα στην μηχανή θα προσπαθούσαν. Και άρχισε η Θοδώρα να φωτογραφίζει εκστασιασμένη τα πάντα. Έντυσε τα παιδιά της με τα ομορφότερα ρούχα τους και τα έστηνε το ένα μετά το άλλο και τα φωτογράφιζε. Και ο Γιάννης γελούσε να την βλέπει να μιμείται τον Ανδρέα τον φωτογράφο στην πόλη που είχαν βγάλει όλες τις φωτογραφίες τους

-Έλα Βασούλα μην πειράζεις την Γωγώ! Στήσου παιδί μου ίσια! Μην καμπουριάζεις!
-Στέλιο χαμογέλα παιδάκι μου λίγο!
-Βασούλα φόρα αμέσως το φόρεμα που σου έβγαλα γιατί θα σε μαδήσω!
-Λευτέρη άσε το μήλο κάτω και έλα εδώ!
-Μαρία οργάνωσε τους παιδί μου λίγο...

Και ο Γιάννης σε μια γωνία να τους βλέπει και να γελάει με την ψυχή του.... Και να νευριάζει η Θοδώρα με τα παιδιά της που δεν συνεργάζονταν και με τον Γιάννη περισσότερο που δεν βοηθούσε την κατάσταση. Και πάνω που ήταν έτοιμη από τα νεύρα να του πετάξει την φωτογραφική μηχανή στο κεφάλι γύρισε και ήταν τέτοιο το χαμόγελο του που δεν άντεξε και πάτησε ένα αυθόρμητο κλικ. Το μόνο κλικ σε εκείνο το φιλμ που τελικά άξιζε... Γιατί όταν εμφάνισαν τις φωτογραφίες η Θοδώρα απογοήτευτηκε από τις φωτογραφικές ικανότητες της. Οι μισές ήταν κουνημένες και στις άλλες μισές το θέμα ήταν κομμένο. Μια όμως, μόνο μια, άξιζε...Εκείνη η μια φωτογραφία του Γιάννη να χαμογελάει...

-Έλα μην στεναχωριέσαι, θα πάρουμε άλλο φιλμ και θα ξαναπροσπαθήσεις. Και άσε επιτέλους κάτω αυτή τη φωτογραφία..
-Δεν σου αρέσει?
-Με κάνει να νιώθω άβολα... Αφού το ξέρεις βρε γυναίκα πως δεν τα πάω καλά με τις φωτογραφίες
-Ναι το ξέρω στις δύο του γάμου μας μην σου πω καλύτερα πως είσαι... Αλλά αυτή , αυτή η συγκεκριμένη δεν σ αρέσει?
-Εσένα σου αρέσει?
-Γιάννη απάντα μου και θα σου πω και εγώ..
-Δεν ξέρω ...νομίζω πως δεν είμαι τόσο όμορφος όσο φαίνομαι σε αυτή τη φωτογραφία... γιαυτό με κάνει να νιώθω διπλά άβολα. Άντε Θοδώρα μου κρύψε την...
-Είσαι τρελός??? Στον μπουφέ θα την στολίσω! Και έτσι για να ξέρεις εγώ αυτόν άντρα ερωτεύτηκα..Αυτόν εδώ της φωτογραφίας! Και τόσα χρόνια μετά είναι ίδιος και απαράλλαχτος..Και είναι ακόμα πιο όμορφος από κοντά αλλά δεν το ξέρει ο χαζός... Και όταν γελάει χριστέ μου...
-Γυναίκα ερωτική εξομολόγηση μου κάνεις?? Έλα εδώ να σου πω και εγώ κάτι... είπε και την κάθισε στα πόδια του. Και την πήρε αγκαλιά και της ψιθύρισε στο αυτί "εσύ με κάνεις τον άντρα της φωτογραφίας...εσύ και μόνο εσύ..." και ύστερα την φίλησε  και έπεσε η φωτογραφία από τα χέρια της Θοδώρας...

Ναι είχε δίκιο η Χαρά...Εκείνη είχε αγαπηθεί παραπάνω ίσως από ότι της άξιζε.. Και έβγαλε το σφουγγάρι και άρχισε να τρίβει το λευκό μάρμαρο με παράπονο. Και αφού έλαμψε το μνήμα κάτω από τον καλοκαιρινό ήλιο, άναψε το καντηλάκι και έκατσε σε μια γωνία.
-Κάτι δεν πάει καλά Γιάννη μου. Και δεν ανησυχώ για την Ελπίδα. Τον αγαπούσε αυτόν, θυμάσαι που το συζητούσαμε.. Πως ίσως τον αγαπούσε παραπάνω από ότι θα έπρεπε. Αλλά πέσαμε έξω άντρα μου. Αυτός μάλλον δεν ήταν τόσο σωστός όσο φαινόταν. Και τώρα χωρίζουν..και εμένα δεν μου το βγάζεις από το μυαλό πως δεν ήταν δική της επιλογή. Αλλά όπως λέει και η Χαρά πως αντέχεται μια ζωή χωρίς να αγαπάς και να αγαπιέσαι εξίσου?? Δεν είναι όλοι τόσο τυχεροί όσο ήμασταν εμείς..... Θα τον βρει το δρόμο της η Ελπίδα... Για την άλλη ανησυχώ και δεν είσαι εδώ να μου πεις πως αυτή είναι φτιαγμένη από άλλο υλικό να με καθησυχάσεις. Και το ξέρω πως πάντα για την Βασούλα ανησυχούσα περισσότερο από όλα τους και ας με μάλωνες πως ήμουν υπερβολική... Αλλά και εσένα σε τύφλωνε η αδυναμία που της είχες... παραδέξου του... Κάτι δεν πάει καλά.... Και ξέρω πως πάντα αυτό σου έλεγα, αλλά αυτή τη φορά είμαι 100% σίγουρη. Ναι , ναι ξέρω πως αυτή μου μοιάζει περισσότερο από όλα μου τα κορίτσια..."ίδιες είσαστε Θοδώρα γιαυτό συνέχεια τρώγεστε..."  σαν να σε ακούω βρε Γιάννη... Και ναι το βλέπω πλέον καθαρά πως μοιάζουμε γιαυτό σου λέω κάτι δεν πάει καλά... Τα βλέπω τα σημάδια...κάτι κακό παραμονεύει... Και έχω τον ίδιο κόμπο στο στομάχι μου με αυτόν που είχα τότε που αποφασίσαμε να δώσουμε την Ελπίδα... Και την βλέπω που φέρετε όπως πάντα αλλά ξέρω πως κάτι κρύβει, δεν μιλάει όμως.. Θα κάτσει λέει μια εβδομάδα στο χωριό...  Περίεργο... Σαν να ετοιμάζεται και εκείνη να κάνει μια δύσκολη επιλογή σαν αυτή που έκανα και εγώ τότε... Και πως να την βοηθήσω? Αχ βρε άντρα μου....που είσαι?? Που είσαι να με βγάλεις τρελή να ηρεμήσει η ψυχή μου? , είπε και δάκρυσε πάνω στο λευκό μάρμαρο.


...............................................................................................................................................................

-Και πότε έρχεται η λατρεμένη σου ξαδέλφη?
-Σε μια εβδομάδα. Θα πάει για λίγες μέρες στην μάνα της στο χωριό και μετά θα εγκατασταθεί στο σπίτι που μέναμε φοιτήτριες. Της προσέφεραν και μια καλή δουλειά σε ένα μεγάλο γραφείο στο κέντρο.
-Υποθέτω άρα πως είσαι χαρούμενη , σωστά?
-Δεν φαντάζεσαι πόσο...
-Θα έχω ανταγωνισμό δηλαδή στο εξής..
-Αυτό μας έλειπε τώρα, να αρχίσεις να ζηλεύεις και την Ελπίδα ρε Μάνο...
-Και τον αέρα που αναπνέεις ζηλεύω μωρό μου...είπε και την φίλησε με πάθος κόβοντας της την ανάσα. Αυτό ήταν το πρόβλημα ήθελε να του πει αλλά δεν τα κατάφερε... Πλέον είχε μπει ακόμα μια φορά ζαλισμένη στη ζώνη εκείνη που το μυαλό και το σώμα της δεν λειτουργούσαν σωστά.  Στη ζώνη εκείνη που ο χώρος και ο χρόνος έχαναν την διάσταση τους. Και μόνο ώρα μετά ιδρωμένη και ξέπνοη μάλωνε τον εαυτό της που το ρημάδι το σώμα της πάντα μα πάντα ανταποκρινόταν με το ίδιο πάθος στο κάλεσμα του παρά τη ζημιά που του έκανε.

-Που πας?
-Στο είπα και χτες θα βγούμε με συναδέλφους. Θα πάμε σε μια φιλανθρωπική εκδήλωση
-Και θα φορέσεις αυτό?
-Μάνο αν και Σεπτέμβρης έξω σκάει ο τόπος..Μπούρκα θες να βάλω?
-Δηλαδή ή σαν πουτάνα πρέπει να ντυθείς ή σαν καλόγρια?
-Επειδή έχω αργήσει, να το παίξουμε στο γρήγορο σήμερα το εργάκι? Αφού στο τέλος θα το φορέσω και το ξέρεις, γιατί πρέπει να το κάνουμε όλο αυτό πάλι...?Συγνώμη θα ζητάς μετά...είπε και εκείνος θυμωμένος με την ειρωνεία της σηκώθηκε και γυμνός όπως ήταν με βίαιες κινήσεις άρχισε να σκίζει το φόρεμα που φορούσε. Και κοίταξε η Βασούλα τα κομμάτια από το ύφασμα στεναχωρημένη. Και άνοιξε την ντουλάπα της και έβγαλε ένα ακόμα πιο προκλητικό φόρεμα και χώθηκε μέσα του.
-Επίτηδες το κάνεις?? ούρλιαξε πιέζοντας την στους ώμους και τραντάζοντας την με τόση δύναμη που ένιωσε μια αναγούλα να ανεβαίνει από το στομάχι της. Και πριν προλάβει να ελευθερωθεί από την λαβή του και να τρέξει στο μπάνιο, το μισοχωνευμένο περιεχόμενο του στομαχιού της βρισκόταν παντού. Πάνω του , πάνω της , στο φόρεμα, στο πάτωμα. Αηδιασμένος την άφησε και έκανε ένα βήμα πίσω. Ξεστόμισε μια βρισιά και χάθηκε στο μπάνιο.

Μια ώρα μετά κοιτούσε το είδωλο της στο καθρέφτη και με λύπη διαπίστωνε πως ακόμα και απών μια χαρά είχε πετύχει αυτό που ήθελε. Γιατί αφού είχε πλυθεί, είχε ντυθεί και είχε κοπανήσει την πόρτα πίσω του. Και εκείνη είχε ενημερώσει πως θα καθυστερούσε, είχε καθαρίσει τους εμετούς, είχε πετάξει τα απομεινάρια από τα δύο φορέματα της, είχε κάνει ένα μπάνιο και είχε βάλει ένα τρίτο φόρεμα. Αλλά μπροστά στο καθρέφτη τώρα διαπίστωνε πως οι μελανιές στους ώμους της δεν θα της επέτρεπαν να το φορέσει αν δεν ήθελε να προκαλέσει ερωτήματα.. Και αυτό ήταν που την θύμωνε περισσότερο...πως θα περνούσε το δικό του...

Με πείσμα έψαξε μέσα στα συρτάρια της και έβγαλε μια πασμίνα δώρο της Ελπίδας πριν από χρόνια. Αποφασιστικά την ξεδίπλωσε και την τύλιξε γύρω από τους μελανιασμένους ώμους της. Όχι , απόψε θα φορούσε ότι γούσταρε εκείνη ακόμα και αν θα έπρεπε να περιφέρεται με την πασμίνα ολόκληρο το βράδυ, σκέφτηκε και βγήκε από το διαμέρισμα.

Φτάνοντας έξω από το ξενοδοχείο που θα γινόταν η εκδήλωση έψαξε το κινητό της μέσα στην τσάντα της και αφού πληροφορήθηκε τον όροφο της αίθουσας από τη φίλη της ανέβηκε βιαστικά τα μεγάλα σκαλιά και μπήκε στο φωταγωγημένο και υπερπολυτελές σαλόνι υποδοχής. Προσπέρασε την ρεσεψιόν και πλησίασε το σημείο που υπήρχαν τρεις μεγάλοι ανελκυστήρες. Για λίγα δευτερόλεπτα σκέφτηκε ποιο βελάκι έπρεπε να πατήσει. Πάντα το πάθαινε αυτό... "Που θέλω να πάω?...Πάνω θέλω να πάω, το πάνω βελάκι πατάω..." είπε στον εαυτό της και πάτησε το πάνω βελάκι. Οξύμωρο, σκέφτηκε για πολλοστή φορά. Να πατάς το πάνω βελάκι για να κατεβάσεις κάτι κάτω...

Μέσα στο λόμπι του ξενοδοχείου ένας μικρός πανικός  επικρατούσε και δεν άργησε να μαζευτεί και άλλος κόσμος δίπλα της να περιμένει. Ένα ζευγάρι από τουρίστες, μια υπάλληλος του ξενοδοχείου, δύο κύριοι με κουστούμια, μια κυρία με τουαλέτα και άξαφνα είδε και εκείνον που της χαμογελούσε.

-Απίστευτο.. Τι κάνεις εσύ εδώ?
-Επαγγελματικό γεύμα στο εστιατόριο στο ρετιρέ. Εσύ πως και από εδώ?
-Φιλανθρωπική εκδήλωση στον τρίτο... είπε η Βασούλα και ακούστηκε το κουδούνι του ανελκυστήρα που σήμαινε την άφιξη του. Και την έπιασε εκείνος μαλακά από το χέρι και την απομάκρυνε για να μπορέσουν να μπουν οι υπόλοιποι.
-Παίρνουμε το επόμενο δρομολόγιο , απολογήθηκε εκείνος όταν οι πόρτες έκλεισαν μπροστά τους
-Μια χαρά είσαι, διαπίστωσε εκείνη λίγο ειρωνικά
-Και εσύ το ίδιο...Πως και μόνη δεν συνοδεύεσαι?
-Έχει πρόβες...Εσύ πάλι να ρωτήσω αν συνοδεύεσαι?
-Επαγγελματικό το γεύμα Βασούλα..
-Σωστά...
-Καλά είναι? Έρχεται Ελλάδα σε λίγες μέρες ε?
-Ναι σε μια εβδομάδα. Και είναι καλύτερα...
-Σε ευχαριστώ που την προσέχεις, είπε και ακούστηκε και πάλι το κουδούνι του ανελκυστήρα. Και αυτή τη φορά μπήκαν μέσα. Και όσο ο θάλαμος ανέβαινε ο Νίκος την κοίταξε με παράπονο και αγωνία. Και σταμάτησε ο θάλαμος στον τρίτο όροφο και όπως έκανε να βγει εκείνος δεν άντεξε
-Βασούλα , ψέλλισε και πήγε να πιάσει το χέρι της αλλά καταλάθος έπιασε την πασμίνα τραβώντας την . Και αποκαλύφθηκε ο αριστερός ώμος της Βασούλας. Μόλις εκείνη συνειδητοποίησε τι είχε γίνει οι πόρτες άνοιξαν και με μια απότομη κίνηση βγήκε από τον θάλαμο βιαστικά ενώ τύλιγε σφιχτά και πάλι το ντελικάτο ύφασμα γύρω της. Και το μόνο που πρόλαβε να δει όσο οι πόρτες έκλειναν ήταν το θυμωμένο του βλέμμα...



Σάββατο, 6 Αυγούστου 2016

Με μια σοκοφρέτα:Κεφάλαιο 15

Έξω η ζέστη ήταν ανυπόφορη και εκείνη μισούσε τα κλιματιστικά. Ακόμα και την ώρα αυτή, που ο καυτός ήλιος είχε πάρει τον κατήφορο, η ατμόσφαιρα παρέμενε το ίδιο ανυπόφορη. Λες και το τσιμέντο εξέπεμπε όλη τη ζέστη που είχε εγκλωβίσει κατά τη διάρκεια της μέρας. Έφτιαξε έναν παγωμένο καφέ και κάθισε μπροστά στον ανεμιστήρα ανάβοντας ένα τσιγάρο. Εκείνος θα περνούσε αργότερα και η Βασούλα παρά τον ιδρώτα που έτρεχε στο σώμα της απολάμβανε αυτή την ησυχία.

Νωρίτερα είχε μιλήσει στο τηλέφωνο με την Ελπίδα. Καλά της είχε ακουστεί και αυτό την έκανε να νιώθει πως τελικά η επίσκεψη της στην Αγγλία ίσως και να είχε βοηθήσει την κατάσταση. Θα στεκόταν στα πόδια της ...λίγο στραπατσαρισμένη αλλά θα στεκόταν. Τουλάχιστον η μια από τις δύο τους θα ανάρρωνε από τον "έρωτα" ...κάτι ήταν και αυτό. Της είχε πει μάλιστα πως από Σεπτέμβρη θα της ανακοίνωνε και κάτι πολύ καλό, αλλά δεν την είχε πιέσει για λεπτομέρειες... Η Βασούλα των παιδικών τους χρόνων δεν θα την είχε αφήσει σε ησυχία αν δεν μάθαινε τι μαγείρευε..η Βασούλα του τώρα αρκούταν σε λίγα, σε ελάχιστα, σε ψίχουλα... Και εκείνη άλλωστε τον Σεπτέμβρη περίμενε ανυπόμονα, για άλλο λόγο όμως. Να αρχίσει πάλι να δουλεύει ήθελε, κόντρα σε όλους εκείνους που ζηλεύουν τους εκπαιδευτικούς για την καλοκαιρινή άδεια των δύο μηνών.  Το φετινό καλοκαίρι έμοιαζε δυσβάσταχτο και ατελείωτο...   Με μόνο διάλειμμα τις δύο εβδομάδες που πέρασε με την Ελπίδα όλο το υπόλοιπο ένιωθε να ακροβατεί μεταξύ τρέλας και διαύγειας . Και τώρα είχε δεσμευτεί στην Ελπίδα και έπρεπε να πάει και στο χωρίο.

-Θέλω να σου ζητήσω μια χάρη αλλά σκέφτομαι πως κάνω κατάχρηση της καλοσύνης σου...
-Ελπίδα άσε τα δικηγορίστικα και ρίχτο!
-Αν δεν μπορείς να το κάνεις μην διστάσεις να μου αρνηθείς, εντάξει?
-Μια φορά... μια φορά να πεις κατευθείαν τι θες βρε άνθρωπε χωρίς εισαγωγή, καημό το έχω!
-Δεν έχω πει στην μάνα μου ότι έφυγε ο Νίκος και ότι χωρίζουμε.. Βασικά ξέρει πως είχαμε προβλήματα.. Χωρίς λεπτομέρειες της έχω πει πως περνούσαμε κρίση...Αλλά ότι χωρίσαμε δεν βρήκα το θάρρος να της το πω.. Την ξέρεις δεν πρόκειται να αντιδράσει σαν τη δική σου μάνα με φωνές, αλλά θα στεναχωρηθεί και αυτό που δεν το δείχνει όταν την στεναχωρώ να ξέρεις με σκοτώνει από παιδί.. Με γεμίζει με περισσότερες ενοχές..
-Και θες να της το πω εγώ?
-Ναι... Εσύ έχεις χάρισμα να κάνεις ακόμα και τα πιο δύσκολα να φαίνονται απλά... Και θα της μιλήσω και εγώ μετά..
-Μάλιστα... Έχεις σκεφτεί ποτέ ρε Ελπίδα πως αυτό που αναφέρεις σαν χάρισμα ίσως να μην είναι και τόσο καλό?
-Δεν θέλω να σε πιέσω...Συγνώμη αν σε έφερα σε δύσκολη θέση..
-Θα το κάνω Ελπίδα, αν και κάποια στιγμή πρέπει να βρεις το θάρρος να δίνεις τις μάχες σου αυτοπροσώπως....
-Αυτό πιστεύεις για μένα? Πως είμαι δειλή?
-Δεν πιστεύω πως είσαι δειλή, πιστεύω πως σε βολεύει να το παίζεις δειλή..
-Ίσως και να έχεις δίκιο...δεν είμαστε όλοι σαν εσένα Βασούλα... στο έχω πει και στο παρελθόν μακάρι να σου έμοιαζα περισσότερο..
-Την πρώτη μέρα που ήρθα όμως είπες επίσης πως μοιάζουμε περισσότερο από όσο νομίζουμε.. Ας το αφήσουμε όμως αυτό προς το παρόν στην άκρη...Με την πρώτη ευκαιρία θα πάω στο χωριό και θα ενημερώσω τη θεία. Θα της πω πως ήρθα και πως είσαι καλά. Νομίζω το μόνο που την νοιάζει είναι να είσαι εσύ καλά..Τσάμπα φορτώνεσαι συνεχώς ενοχές για πράγματα που δεν ελέγχεις.. Να το θυμάσαι αυτό στο μέλλον Ελπίδα, μεγαλύτερη εξυπνάδα και αρετή από το να αποδέχεσαι με αξιοπρέπεια πως δεν έχεις τη δύναμη να αλλάξεις τα πάντα δεν υπάρχει... και αυτό απαιτεί γενναιότητα που καμιά μας δεν διαθέτει , είπε η Βασούλα και άλλαξε συζήτηση γιατί αν συνέχιζαν την κουβέντα προς εκείνη την κατεύθυνση φοβόταν που θα κατέληγαν.

Γιατί ναι έμοιαζαν οι δύο τους... Και οι δύο μια χαμένη μάχη έδιναν τόσα χρόνια. Με άλλα όπλα ίσως και άλλη προσέγγιση αλλά εξίσου χαμένες ήταν και οι δύο. Και εκείνην ο Νίκος την είχε ελευθερώσει από το μαρτύριο να παλεύει και η Βασούλα τη ζήλευε γι αυτό. Μπορεί να μυξόκλαιγε, να θυματοποιούσε τον εαυτό της , να επέμενε να πιστεύει πως τα είχε χάσει όλα, αλλά η ανόητη δεν έβλεπε πως επιτέλους ήταν ελεύθερη! Γιατί μπορεί πάντα η Βασούλα να έμοιαζε με τη δυνατή και τη γενναία της υπόθεσης αλλά στην ουσία αυτό ακριβώς πλήρωνε. Την εμμονή της να ελέγχει τα πάντα, την εμμονή της να τερματίζει , την εμμονή της να πιστεύει πως μπορεί να αλλάξει τα πάντα, την εμμονή της να μην μπορεί να δεχτεί πως είχε κάνει λάθος και να παραδεχτεί πως ο άντρας που υποτίθεται πως τη αγαπούσε περισσότερο από τη ζωή του ζητούσε σαν αντάλλαγμα τη δική της. Η περηφάνια της ήταν εκείνη που την εμπόδιζε να ζητήσει βοήθεια από κάπου, η περηφάνια και η ελπίδα πως εκείνη στο τέλος θα κέρδιζε...

-Τώρα ήρθες και ξαναφεύγεις??? είπε και θυμωμένος την κοίταξε
-Τι θες ρε Μάνο? Έχεις συναυλίες όλο το μήνα κανονισμένες. Να κάτσω εδώ να κάνω τι? του απάντησε και συνέχισε απτόητη να φτιάχνει την βαλίτσα της
-Και σηκώνεσαι και φεύγεις πάλι! Έχεις μπλέξει με άλλον έτσι δεν είναι? ούρλιαξε  έξαλλος και εκείνη που ήξερε την συνέχεια ανατρίχιασε προκαταβολικά.
-Δεν πρόκειται να κάνω αυτή τη συζήτηση πάλι, κουράστηκα... παραδέχτηκε γνωρίζοντας πως έτσι τον προκαλούσε.
-Απάντα μου! συνέχισε εκείνος και πλέον την είχε αρπάξει και την τράνταζε με δύναμη
-Τον αριστερό αγκώνα να σπάσει αυτή τη φορά, τον συμβούλεψε ειρωνικά και εκείνος την χαστούκισε με δύναμη σχίζοντας τα χείλια της.
-Τελείωσες να πάω να πλυθώ ή θα έχει και συνέχεια? τον ρώτησε ψυχρά σκουπίζοντας με το δεξί της χέρι το αίμα που έτρεχε.
-Γιατί το κάνεις αυτό? Γιατί θες να σε πληγώνω? ούρλιαξε θολωμένος και κινήθηκε απειλητικά προς το μέρος της. Εκείνη όμως δεν έκανε ούτε ένα βήμα πίσω. Αγέρωχη συνέχισε να στέκεται μπροστά του κοιτώντας τον με απογοήτευση. Και το δεύτερο χαστούκι σχεδόν δεν το ένιωσε, μόνο τα καυτά δάκρυα που έτρεχαν από τα μάτια της και μπερδευόντουσαν με το αίμα πρόδιδαν την ένταση του. Και εκείνος βλέποντας την εικόνα της σωριάστηκε στο πάτωμα και κουλουριάστηκε σαν έμβρυο.
-Χρειάζεσαι βοήθεια Μάνο, και εσύ και εγώ... παραδέχτηκε σχεδόν ψιθυριστά όταν συνειδητοποίησε πως το ξέσπασμα είχε λάβει τέλος και μπήκε στο μπάνιο να πλυθεί. Και όσο καθάριζε το πρόσωπο της ένα ανεξέλεγκτο τρέμουλο την έπιασε παρά την αφόρητη ζέστη.  Με τα χέρια της στερεώθηκε στον νιπτήρα προσπαθώντας να ηρεμήσει. Ούτε που τον κατάλαβε από την ταραχή να μπαίνει μέσα.
-Παντρέψου με...Βγάλε με από το βασανιστήριο μου..Με έχεις κάνει κάτι που δεν είμαι...Τέρας με έχεις κάνει.... Γιατί μου αντιστέκεσαι...? Δεν με αγαπάς? είπε έτοιμος να καταρρεύσει και όσο τα λόγια του έφταναν στον εγκέφαλο της ο θυμός της ήταν πλέον τόσος που δεν έλεγχε κανένα μέλος του σώματος της. Απότομα γύρισε προς εκείνον και με τα χέρια της άρχισε να τον χτυπάει με όλη της την δύναμη.
-Φύγε!!! Φύγε σου λέω!!!! ούρλιαζε και εκείνος με ευκολία έπιασε τα χέρια της και την έκλεισε στην αγκαλιά του
-Συγνώμη μωρό μου, συγνώμη.... έλεγε ξανά και ξανά ενώ προσπαθούσε να την φιλήσει αλλά η Βασούλα τον έσπρωχνε
-Σε μισώ!! Σε μισώ!!!
-Μην το λες αυτό....μην το λες... με αγαπάς το ξέρω! είπε μόλις εκείνη σταμάτησε να παλεύει
-Δεν μπορώ άλλο Μάνο...Δεν μπορώ... ψέλλισε και άρχισε πάλι να τρέμει . Και εκείνος την έσφιξε περισσότερο και την χάιδεψε.
-Μια ακόμα κακή στιγμή ήταν μωρό μου, θα την ξεπεράσουμε και αυτή όπως τις προηγούμενες... Μην με εγκαταλείπεις... την παρακάλεσε και η Βασούλα πλέον δεν ένιωθε τίποτα. Το ίδιο έργο σε επανάληψη, σκέφτηκε και ήρεμα ξεκόλλησε από πάνω του.

..................................................................................................................................................................

"Γιαγιά, γιαγιά!!! Ήρθε η θεία Βασούλα!!!" ούρλιαξε η ανιψιά της που έπαιζε στην αυλή μόλις την είδε από μακρυά και βγήκε η κυρά Θοδώρα ανήσυχη στην πόρτα σκουπίζοντας τα χέρια της στην ποδιά που φορούσε. Για να έρχεται η Βασούλα απροειδοποίητα κάτι δεν πήγαινε καλά, σκέφτηκε και έτρεξε να την προϋπαντήσει.

-Χόρτα καθαρίζω, θα τηγανίσω και ψάρια να φάμε, είπε η μάνα της όταν η μικρή βαρέθηκε την παρέα τους και τις άφησε μόνες.
-Δεν μου κάνεις έναν καφέ ρε μάνα...δεν πεινάω..
-Δεν έχω από αυτούς που πίνετε τώρα το καλοκαίρι. Κάτσε να πάρω τη Μαρία να φέρει αν είναι.
-Όχι μην την παίρνεις...έναν βαρύ γλυκό στο ποτηράκι του μπαμπά μπορείς να μου κάνεις? ρώτησε διστακτικά και η κυρά Θοδώρα με χέρια που έτρεμαν της τον έφτιαξε. Και απίθωσε μπροστά της το ποτηράκι του Γιάννη της που τόσο καιρό έπιανε σκόνη στο ντουλάπι συγκινημένη , και έκατσε απέναντι στην κόρη της.
-Να μην βάφεσαι τόσο πολύ! Νέα κοπέλα δεν έχεις ανάγκη τόσα φτιασίδια , την επίπληξε για να αλλάξει το κλίμα χωρίς να ξέρει πως το πρόσωπο της Βασούλας είχε πραγματικά ανάγκη τόσο μεικ απ.
-Μαμά άσε το βάψιμο μου και δεν ήρθα και για πολύ ευχάριστο λόγο..
-Λες και δεν το κατάλαβα έτσι όπως παρουσιάστηκες ξαφνικά...Που έμπλεξες πάλι?
-Να είσαι καλά ρε μάνα για τη ψήφο εμπιστοσύνης αλλά δεν αφορά εμένα..Η θεία Χαρά που είναι? Πάρτη τηλέφωνο να έρθει να μην τα λέω δύο φορές...
-Έπαθε κάτι η Ελπίδα? ρώτησε χλομιάζοντας η κυρα Θοδώρα.
-Όπως το πάρει κανείς...Από υγεία πάντως είναι μια χαρά. Πάρε τη θεία ρε μάνα, παρακάλεσε και η κυρά Θοδώρα πήγε στο τηλέφωνο. Και μόλις η κυρά Χαρά άκουσε πως την γύρευε η Βασούλα έσβησε το φαΐ μισομαγειρέμενο και έτρεξε στο σπίτι της νύφης της αγγίζοντας την ταχύτητα του φωτός από την αγωνία της.
-Μίλα παιδί μου, μίλα γιατί κοντεύω να τρελαθώ, είπε λαχανιασμένη η θεία Χαρά μόλις μπήκε στο σπίτι
-Γεια σου ρε θεία και εσένα!
-Έλα Βασούλα μου μην με βασανίζεις... Έπαθε κάτι το παιδί μου?
-Μια χαρά είναι το παιδί σου, ηρέμησε και κάτσε κάτω. Και οι δύο καθίστε κάτω που στέκεστε πάνω μου σαν την ιερά εξέταση...
-Έλα Βασούλα άσε τα αστεία και ξεκίνα να μιλάς πριν λιποθυμήσει η Χαρά!, τη διέταξε η μάνα της
-Λοιπόν τα πράγματα έχουν ως εξής. Πριν μια εβδομάδα είχα πάει στην Αγγλία. Και για να σας προλάβω, κρατήστε πως για να επέστρεψα αυτό σημαίνει πως η Ελπίδα είναι μια χαρά!
-Τότε γιατί πήγες παιδί μου? Διακοπές?
-Όχι θεία, αν και τελικά τουρισμό έκανα... Πήγα γιατί η Ελπίδα και ο Νίκος παίρνουν διαζύγιο. Από κοινού αποφάσισαν να χωρίσουν. Και μην μου αρχίσετε τα χαζά σας γιατί σαν το λέω και των δύο, αν αρχίσετε το μοιρολόι για το τι θα πει το χωριό για τη ζωντοχήρα ξαδέλφη μου, μα το Θεό πήρα το επόμενο ΚΤΕΛ και την έκανα!   , απείλησε η Βασούλα και ήπιε μια γουλιά από το καφέ της δίνοντας χρόνο στις δύο γυναίκες να επεξεργαστούν την βόμβα που μόλις είχε πετάξει. Πρώτη φυσικά μίλησε η μάνα της.
-Μα γιατί? Έχει γεμίσει ο κόσμος διαζύγια... Δεν το καταλαβαίνω αυτό. Καθόλου υπομονή δεν έχετε εσείς η νέα γενιά.
-Μαμά δεν το κάνουν από καπρίτσιο πίστεψε με. Θεία πες κάτι...
-Γιατί δεν με πήρε να μου το πει και έστειλε εσένα? ρώτησε με παράπονο η θεία Χαρά
-Έχεις δίκιο. Της το είπα και εγώ  πως εκείνη θα έπρεπε, αλλά την ξέρεις την Ελπίδα...Θα σε πάρει μου είπε, απλά θέλει λίγο χρόνο... Όπως φαντάζεσαι ακόμα προσπαθεί να χωνέψει τα γεγονότα και δεν ήθελε να στεναχωρηθείς. Είναι καλά όμως θεία, αλήθεια είναι καλά...
-Να δεις γκόμενα θα βρήκες αυτός! κατέληξε θριαμβευτικά η κυρά Θοδώρα  
-Μάνα!!!!
-Όχι είμαι σίγουρη! Για να κλείνει η Ελπίδα που είναι τόσο συνετή το σπίτι της, κέρατο θα παίζει στην μέση...
-Δεν παλεύεσαι ρε μάνα... Θεία μην την ακούς...είπε η Βασούλα αλλά η θεία Χαρά δεν είχε ακούσει κουβέντα. Προβληματισμένη προχώρησε προς το παράθυρο και αφηρημένη κοίταξε απέξω. Για τα επόμενα πέντε λεπτά η Βασούλα τσακωνόταν με την μάνα της που επέμενε πως ο μόνος λόγος διαζυγίου είναι το κέρατο ενώ η θεία Χαρά έμενε σιωπηλή..
-Καλά έκανε, είπε ξαφνικά κάνοντας τις άλλες δυο γυναίκες να σταματήσουν να μιλάνε και  να την κοιτάξουν ταυτόχρονα έκπληκτες.
-Τι λες ρε Χαρά? Το έχασες? Κατάλαβες τι σου είπε? ρώτησε η κυρα Θοδώρα σαστισμένη την κουνιάδα της
-Σώπαινε Θοδώρα και δεν μπορείς να καταλάβεις... Καλά έκανε! Βασούλα αυτό να της πεις πως είπε η μάνα της. Μακάρι να το είχα κάνει και εγώ χρόνια πριν, αλλά η δικιά μου η μάνα δεν θα το επέτρεπε. Αν δεν ήταν ευτυχισμένη, πολύ καλά έκανε! Και εσύ Θοδώρα μην πεις τίποτα άλλο...εσένα ο Θεός σου έστειλε έναν άνθρωπο που ακόμα και από εκεί που είναι τώρα σ αγαπάει. Δεν ξέρεις πως είναι να μην αγαπιέσαι όπως σου αξίζει... Και εγώ το παιδί μου δεν πρόκειται να το αναγκάσω να δεχτεί κάτι τέτοιο  για κανένα λόγο! Βασούλα να την πάρεις σήμερα κιόλας και να της πεις πως δεν στεναχωρέθηκα καθόλου! είπε και αφού φίλησε την ανιψιά της βγήκε από το σπίτι.
-Εντάξει η θείτσα είναι πολύ μπροστά!, σχολίασε η Βασούλα πλένοντας το φλιτζανάκι του μπαμπά της με προσοχή ενώ η κυρά Θοδώρα σκεφτική αλεύρωνε τα ψάρια...




   

Παρασκευή, 5 Αυγούστου 2016

Με μια σοκοφρέτα:Κεφάλαιο 14

-Πόσα χρόνια έχω να σε δω..
-Περίπου τέσσερα πέντε ...
-Καλά είσαι? Ακόμα στο μαγαζί δουλεύεις?
-Όχι σε αυτό, σε κάποιο άλλο... Εσύ?
-Εγώ έφυγα από το γκρουπ και παίζω τα καλοκαίρια σε συναυλίες και το χειμώνα σε διάφορα μαγαζιά..
-Ο Αντώνης καλά είναι?
-Φαντάζομαι πως είναι καλά...
-Του έδωσες πόδι του δόλιου?
-Ποιος μιλάει....
-Κάνει ψοφόκρυο ρε Βασούλα και στο όρθιο θα τα λέμε? Πάμε να πιούμε έναν καφέ εδώ κοντά?
-Και δεν πάμε! είπε και του χαμογέλασε. Ολόιδιος όπως τον θυμόταν ήταν. Και ακόμα κατάφερνε να της φέρνει την ίδια ταραχή και ας μην ήταν πλέον η άβγαλτη κοπελίτσα που τον είχε ερωτευτεί. Και όσο προχωρούσαν προς την καφετέρια και μιλούσαν για την εποχή που είχαν πρωτογνωριστεί μέσα της φούντωνε ξανά εκείνη η ανάγκη του τότε...εκείνη η ανάγκη να τον αγγίξει...απλά να τον αγγίξει...
-Άλλαξες, της είπε και της άναψε το τσιγάρο
-Εσύ πάλι καθόλου
-Δεν εννοώ εμφανισιακά ...κάτι διαφορετικό έχεις όμως ...
-Δεν είμαι 17 χρονών πλέον Μάνο...
-Ναι δεν είσαι..
-Ξέρεις τότε είχα φάει κόλλημα μαζί σου
-Το είχα καταλάβει...
-Μάλιστα... άρα απλά δεν με γούσταρες..
-Δεν ήταν ακριβώς έτσι...Βασικά τότε γούσταρα οτιδήποτε έτρεφε την ματαιοδοξία μου και εσύ αν και πληρούσες τις προϋποθέσεις φώναζες από μακρυά περίπτωση που δεν θα σου αρκούσε αυτό που είχα να δώσω..επέλεξα έτσι να μην μπλέξω...
-Και τώρα τι φωνάζω Μάνο από μακρυά?
-Τώρα με μπερδεύεις να είμαι ειλικρινής... είπε και της χαμογέλασε αινιγματικά. Και ήταν το χαμόγελο αυτό  ίδιο με εκείνο το χαμόγελο που σκορπούσε χρόνια πριν στα κορίτσια στα μπροστινά τραπέζια, μόνο που τώρα το χάριζε σε εκείνη. Και έσκυψε η Βασούλα προς το μέρος του και του ψιθύρισε στο αυτί
-Άσε τι φωνάζω από μακρυά και άκου τι σου λέω από κοντά...από πολύ κοντά...
-Και τι μου λες από κοντά λοιπόν ? ρώτησε με μια ταραχή στη φωνή του που έκανε τη Βασούλα να νιώσει παντοδύναμη
-Σου λέω πως αυτή τη στιγμή έχω εντελώς χεσμένο τι μπορείς να δώσεις γενικότερα. Και πως θα είσαι χαζός αν δεν πάρεις αυτό που έχω να δώσω εγώ... συνέχισε να του λέει στο αυτί ακουμπώντας ανεπαίσθητα την άκρη από την μύτη της στο λοβό του.
-Προσφέρεις επομένως κάτι και μάλιστα πολλά υποσχόμενο....μένει να δούμε αν θα είναι όντως τόσο καλό ... είπε και γύρισε και την κοίταξε κατάματα
-Μην με υποτιμάς Μάνο.... και άλλοι έκαναν το ίδιο λάθος...αλλά θέλω ένα αντάλλαγμα... διαπραγματεύτηκε η Βασούλα
-Σε ακούω....
-Θέλω να παίξεις κάτι μόνο για μένα μπορείς?
-Κάτι συγκεκριμένο?
-Όχι , δική σου επιλογή το κομμάτι..τι λες?
-Λέω πως μένω τρία στενά παρακάτω και πως η κιθάρα είναι εκεί και περιμένει... και έβαλε η Βασούλα το παλτό της χωρίς δεύτερη σκέψη.

Το διαμέρισμα του Μάνου ήταν ένα κλασσικό διαμέρισμα ενός άντρα. Ακαταστασία, ελάχιστα πράγματα και μέσα στο γενικότερο χαμό καλώδια , ενισχυτές, πετάλια και ένα σωρό πράγματα που η Βασούλα δεν ήξερε καν πως λέγονταν.
-Δεν περίμενα απόψε επισκέψεις... απολογήθηκε προσπαθώντας να συμμαζέψει
-Δεν πειράζει, είπε εκείνη και έβγαλε το παλτό της
-Μάλιστα και παίζω είπαμε ότι γουστάρω , σωστά? ρώτησε και άρχισε να κουρδίζει την κιθάρα αφού την έβαλε στο ρεύμα
-Ότι γουστάρεις..επιβεβαίωσε εκείνη και έκατσε στην άκρη του κρεβατιού κοιτώντας τον λάγνα.. Και τράβηξε ένα μικρό σκαμπό και έκατσε απέναντι της και άρχισε να παίζει... Και από την εισαγωγή του κομματιού η Βασούλα κατάλαβε ποιο κομμάτι θα έπαιζε. Και σηκώθηκε όρθια και στάθηκε πίσω του. Και όσο εκείνος έπαιζε εκείνη ντοπαρισμένη από τον ήχο άρχισε να χαϊδεύει τα χέρια του από τον αγκώνα και προς τα κάτω χαρτογραφώντας τις φλέβες που πετούσαν... Και εκείνος να παλεύει να μην χάσει κάποια νότα..."What a wicked game you play ...to make me feel this way" του ψιθύρισε στο αφτί κλέβοντας έναν από τους στίχους του τραγουδιού και η κιθάρα ήταν πλέον στο πάτωμα.

Και από όσα φιλιά  είχε δώσει και είχε πάρει η Βασούλα αυτό δεν έμοιαζε με κανένα. Της έκοβε την ανάσα, εμπόδιζε το οξυγόνο να φτάσει στους πνεύμονες της και όμως ενώ έμοιαζε τόσο με θάνατο να μην θέλει να το σταματήσει.  Δράση αντίδραση έλεγε η Ελπίδα και πλέον καταλάβαινε 100% τι εννοούσε. Με μάχη έμοιαζε όλο αυτό. Και εκείνα τα χέρια του.....αδηφάγα σαν ηλεκτρικά καλώδια να στέλνουν ηλεκτρικές εκκενώσεις όπου ακουμπούσαν. Και να θέλει απεγνωσμένη να του δώσει περισσότερη σάρκα να ακουμπήσει και ας ήταν το άγγιγμα τόσο έντονο που θύμιζε πόνο... Και να εμποδίζουν τα ρούχα και να προσπαθεί να τα βγάλει και να μπλέκεται μέσα τους . Και να τα τραβάει μανιασμένη και να μην καταλαβαίνει πλέον αν το ύφασμα που τραβάει ανήκει σε εκείνη ή εκείνον... Και ύστερα πάνω που νόμιζε πως δεν θα το άντεχε το σώμα της όλο αυτό να έρχεται εκείνο το "κούμπωμα"... εκείνο το "κούμπωμα" που κάνει τα δύο σώματα ένα και χιλιάδες κομμάτια ταυτόχρονα.... εκείνο το κούμπωμα που οξύνει στο έπακρο και τις πέντε αισθήσεις με έναν τρόπο μαγικό που όμοιος του δεν υπάρχει...εκείνο το κούμπωμα που όταν είναι σωστό, γιατί τα κομμάτια είναι φτιαγμένα το ένα για το άλλο, σε στέλνει στην κόλαση και στο παράδεισο την ίδια στιγμή...εκείνο το ρημάδι το κούμπωμα που θα το πλήρωνε πολύ ακριβά...

Λαχανιασμένη και ιδρωμένη ξεκόλλησε από πάνω του και ξάπλωσε στο παγωμένο πάτωμα. Προσπάθησε να βρει τον ρυθμό της αναπνοής της ζαλισμένη κοιτώντας το ταβάνι. Και όσο οι παλμοί της καρδιάς της επανερχόντουσαν αργά αργά στο φυσιολογικό το σώμα της να αναζητά και πάλι αυτή τη δίνη σαν πρεζάκι..
-Ναι σε υποτίμησα το παραδέχομαι...είπε εκείνος λαχανιασμένος
-Μην νομίζεις και για μένα κάποια πράγματα σήμερα έκπληξη ήταν... αποκρίθηκε εκείνη σκουπίζοντας το μέτωπο της.
-Συγνώμη για την μελανιά στον ώμο σου....δεν έγινε εκ προμελέτης... συνέχισε εκείνος και σηκώθηκε αναζητώντας το πακέτο με τα τσιγάρα
-Ποια μελανιά?   απόρησε η Βασούλα και άρχισε να ψηλαφεί τους ώμους της. Και εκεί στο δεξί της ώμο την είδε. Μα πότε είχε γίνει αυτή η μελανιά...? καθόλου δεν θυμόταν...  Και ύστερα τον κοίταξε έτοιμη να του πει πως δεν πειράζει και είδε πως και εκείνη είχε αφήσει  κάποια σημάδια στο στέρνο του.
- Δώσε μου και εμένα ένα τσιγάρο και μην ανησυχείς είμαστε πάτσι. Σου άφησα και εγώ κάποια σημαδάκια... είπε και χάιδεψε τα σημεία που είχε χαράξει. Και της άναψε ένα τσιγάρο και της το έδωσε. Και όσο κάπνιζαν γυμνοί στο πάτωμα χάζευαν ο ένας τα σημάδια του άλλου χαμογελώντας. Και τελείωσε το τσιγάρο και δεν της έκανε καρδιά να σηκωθεί να φύγει. Το ήξερε πως είχε υποσχεθεί πως δεν θα ζητούσε κάτι παραπάνω από αυτό αλλά της ήταν τόσο δύσκολο να το τηρήσει...Διστακτικά άρχισε να αναζητά τα πεταμένα ρούχα της όταν τον άκουσε να της λέει
-Και αν σου έπαιζα ακόμα ένα τραγούδι? και ήταν αυτό αρκετό για να αφήσει το παντελόνι της να πέσει και πάλι στο πάτωμα και να αρχίσει πιο ήρεμη και πιο χαλαρή πλέον να ζωγραφίζει μικρά φιλιά από το γδαρμένο στέρνο του και προς τα κάτω...  

Κάποιος κάποτε της είχε πει πως ο άνθρωπος δεν αντέχει να είναι ερωτευμένος πάνω απο έξι μήνες. Γι'αυτό και ο έρωτας σταδιακά σβήνει μετά το πρώτο εξάμηνο , γιατί το ανθρώπινο σώμα δεν αντέχει περισσότερο όλες τις χημικές αλλαγές που συμβαίνουν κατά τη διάρκεια του. Και τότε η Βασούλα τον είχε αγνοήσει... "Εύκολες θεωρίες για εύκολο σεξ" είχε σκεφτεί αγνοώντας την μικρή αλήθεια που μπορει να κρυβόταν μέσα σε αυτή τη γενίκευση. Τόσα χρόνια μετά θα ήθελε να τον βρεί εκείνον τον τύπο και να του πει πως εν μέρη είχε δίκιο και εν μέρη άδικο. Ναι το ανθρώπινο σώμα, το δικό της σώμα, λίγο πριν την κατάρευση ήταν από αυτόν τον έρωτα που είχε ξεπεράσει κατά πολύ το προδιαγεγραμμένο εξάμηνο. Όχι όμως μόνο λόγω των χημικών μεταβολών....Και όσο και αν σιχαινόταν την κατάσταση που είχε βρεθεί δεν μπορούσε να μην παραδεχτεί με μια μικρή ενοχή πως όλο το πακέτο ήταν εκείνο που συντηρούσε αυτή την μη υγιή σχέση ζωντανή επι τόσα χρόνια.

Από τη στιγμή που η βία είχε επεκταθεί σαν γάγγραινα και σε σκηνές που δεν παιζόντουσαν στο κρεββάτι δεν πρωτοτύπησε σε τίποτα απολύτως. Στην αρχή μετά από εκείνο το χαστούκι θεώρησε πως θα ήταν τρελή αν τον έδιωχνε επείδη μια και μόνο φορά είχε ξεπεράσει τα όρια. Και έδειχνε τόσο μετανιωμένος... Για μέρες ζητούσε συγνώμη ξανά και ξανά και με όπλο του την ερωτική δυναμη που ασκούσε επάνω της την έκανε σχεδόν να το ξεχάσει. Αυτός ο άντρας έκανε το σύμπαν της να γυρνάει ακανόνιστα και η Βασούλα τρελαινόταν γι αυτή την αίσθηση.

Απο νωρίς κατάλαβαν πως δεν θα ξεμπέρδευαν εύκολα ο ένας από τον άλλο. Στα δυο πρώτα χρόνια που βλεπόντουσαν, εκ περιτροπής προσπάθησαν κατά καιρούς να απομακρυνθούν ο ένας από τον άλλο χωρίς επιτυχία όμως. Πάντα ένας από τους δύο λύγιζε και αναζητούσε τον άλλο. Και ήταν οι ζωές τους τόσο έντονες και γεμάτες που θύμωναν λίγο με αυτή την περίεργη εξάρτηση που είχε αναπτυχθεί εκατέρωθεν. Και ύστερα ήρθε ο διορισμός της και ανέτρεψε λίγο τα δεδομένα. Δεν ήταν πως ζούσαν μαζί, απεναντίας μέχρι εκείνη τη στιγμή ελάχιστα είχαν συνυπάρξει. Εκείνον όμως δεν τον ενοχλούσε αυτό. Συνηθισμένος να μην έχει σταθερή βάση διασκέδαζε το κυνηγητό που έριχναν μέσω στεριάς και θάλασσας για να βρεθούν στερημένοι και διψασμένοι από την έλλειψη.

Γιατί αυτό έλεγε ο Μάνος στον εαυτό του. Πως η μικρή γι'αυτό τον ειχε δέσει χειροπόδαρα να μην μπορεί να λειτουργήσει πλέον με καμία άλλη γυναίκα. Τώρα όμως εκείνη αποκτούσε έστω και προσωρινά σταθερή βάση και αυτό για κάποιο λόγο τον ενοχλούσε. Και αν εκείνη μένοντας ακίνητη γεωγραφικά αποφάσιζε πως θα ήθελε να μείνει ακίνητη σε όλα? Πιεσμένος από αυτό το άγχος ξέσπασε μπροστά στην σκηνή μέτα το τηλέφωνο του Αντώνη γιατί η απειλή ξαφνικά είχε πρόσωπο. Και τρόμαξε με την ευκολία που το χέρι του είχε κινηθεί προς εκείνη. Ναι πάντα ήταν κυκλοθυμικός και αντιδραστικός αλλά ποτέ απέναντι σε γυναίκα. Μα καμία γυναίκα δεν ήταν σαν εκείνη. Εκείνη όσο και αν προσπαθούσε δεν μπορούσε να την υποτάξει με τίποτα. Οι άλλες ξάπλωναν δίπλα του μαγεμένες και παραδομένες παραδίδοντας του τα πάντα. Με αυτήν όμως ήταν αλλιώς. Με αυτή μοιάζανε... Αυτή ακόμα και στην παράδοση της είχε μια περίεργη περηφάνια που τον έκανε να γίνεται μέρα τη μέρα και πιο κτητικός.

Και ύστερα ήρθε ο θάνατος του πατέρα της και εκείνη τραβήχτηκε μακρυά του με κάθε δυνατό τρόπο. Και προσπάθησε να φανεί ανεχτικός αλλά η ιδέα να την χάσει του ήταν ανυπόφορη. "καλύτερα να χωρίζαμε για λίγο τουλάχιστον μέχρι να βρω ξανά τον εαυτό μου" του είχε πει επιστρέφοντας από το μνημόσυνο και πλέον δεν έβλεπε τίποτα άλλο μπροστά του. Και άπλωσε και τα δύο του χέρια και την τράνταξε ουρλιάζοντας πράγματα που δεν θυμόταν μετά. Και τα χέρια του να πιέζουν τους αγκώνες της και εκείνη να προσπαθεί να ξεφύγει. Και κατάφερε να ελευθερώσει το ένα της χέρι και την κρατούσε πλέον μόνο από το ένα. Αν του ξέφευγε και αυτό το χέρι θα την έχανε, σκέφτηκε και το έσφιξε περισσότερο και εκείνη να συνεχίζει να παλεύει... Και πάνω σε αυτήν την πάλη πίεσε λίγο περισσότερο, γύρισε και εκείνη απότομα αλλάζοντας γωνία και ακούστηκε ένα κρακ και το χέρι πλέον στεκόταν παράλυτο... Τρομαγμένος την κοίταξε στο πρόσωπο και εκείνη μορφάζοντας από τον πόνο , με δάκρυα να τρέχουν από τα μάτια της του έριξε ένα βλέμμα που ποτέ του δεν θα ξεχνούσε και ύστερα λιποθύμησε. Δεν έβγαλε όμως την παραμικρή κραυγή....Σηκωτή την είχε πάει στο νοσοκομείο για να επιβεβαιώσουν το κάταγμα. Για μέρες την είχαν με παυσίπονα για να μετριάσουν τον πόνο και εκείνος θυμωμένος με τον εαυτό του να μην μπορεί να σταματήσει να αναρωτιέται πως εκείνη την ώρα τον είχε αντέξει χωρίς να ουρλιάξει. Αυτή ήταν η Βασούλα του, η δική του η Βασούλα που δεν θα του την έπαιρνε κανένας....    

Πέμπτη, 4 Αυγούστου 2016

Με μια σοκοφρέτα:Κεφάλαιο 13

Με υπομονή στάθηκαν στην μεγάλη ουρά και περίμεναν. Και όταν έπειτα από αρκετή ώρα είχε έρθει η σειρά τους να μπουν μέσα στην διάφανη κάψουλα η Ελπίδα κοντοστάθηκε.
-Προχώρα..!
-Δεν μπορώ Βασούλα...Δεν μπορώ...
-Ελπίδα περιμέναμε τόση ώρα, πληρώσαμε ένα σκασμό λεφτά και από πίσω μας περιμένουν και άλλοι...Μπες!
-Βασούλα μήπως να ανέβαινες μόνη σου??? είπε η Ελπίδα και έκανε να φύγει αλλά η Βασούλα αποφασιστικά την τράβηξε μέσα και λίγα λεπτά μετά η πόρτα της κάψουλας ασφάλιζε ενώ από τα μεγάφωνα ξεκινούσε η ξενάγηση.
-Σαν χαπάκι μοιάζει ...ξέρεις αυτά τα μακρόστενα και εμείς σαν την δραστική ουσία μέσα στο χάπι, μονολόγησε η Βασούλα χαζεύοντας απέξω. Αλλά η Ελπίδα δεν την άκουσε. Σε μια γωνία καθόταν έτοιμη να καταρρεύσει... Μόλις η Βασούλα την εντόπισε έφυγε από εκεί που στεκόταν και την πλησίασε...
-Στο είπα πως δεν ήταν καλή ιδέα...
-Μου το είπες αλλά αύριο φεύγω και γυρίζω Ελλάδα Ελπίδα... Δύο εβδομάδες τώρα σε είδα να συνέρχεσαι σιγά σιγά αλλά για να φύγω ήρεμη πως δεν θα σαλτάρεις πάλι πριν προλάβω να προσγειωθώ πρέπει να κάνουμε ένα τελικό crash test..
-Και βρήκες να διαλέξεις...
-Ναι γιατί ακόμα θυμάμαι εκείνο σου το τηλεφώνημα...Ακόμα θυμάμαι τον ενθουσιασμό σου και τη χαρά σου όταν πρωτομπήκες σε αυτή τη ρόδα Ελπίδα... "135 μέτρα ύψος Βασούλα!!! Και η θέα ανεπανάληπτη!!! Αχ να ήσουνα εδώ.." Θυμάσαι ?
-Βασούλα δεν μπορώ.... νιώθω να πνίγομαι...με πιάνει νομίζω κρίση πανικού..
-Σταμάτα τώρα τις χαζομάρες! Υψοφοβία δεν έχεις! Ελπίδα κοίτα με! Κοίτα με σε παρακαλώ... Είμαι εδώ....Δείξε μου...δείξε μου ότι είδες τότε..
-Τότε ...Έκπληξη μου το είχε κάνει. Κουβέντα δεν μου είχε πει για το που με πάει. Κατεβήκαμε στο Waterloo και η χαζή ούτε τότε είχα καταλάβει... Τι ήμουνα? Ένα κοριτσάκι ήμουνα ...Και μόλις την είδα Βασούλα άνοιξα το στόμα μου σαν χάνος... Και όσο πλησιάζαμε και αντιλαμβανόμουν καλύτερα το μέγεθος της το δέος μου μεγάλωνε και αυτό... Και μπήκαμε μέσα και όσο ανεβαίναμε και στα πόδια μας απλωνόταν όλο το Λονδίνο για πρώτη φορά ένιωθα παντοδύναμη. Και με είχε πάρει αγκαλιά και με είχε σφίξει τόσο δυνατά... Και μου ψιθύριζε ενθουσιασμένος στο αφτί διάφορα που αφορούσαν την κατασκευή αυτής της ιδιόμορφης ρόδας αλλά εγώ κουβέντα δεν άκουγα...Τόση ήταν η ευτυχία που ένιωθα που τα αφτιά μου είχαν παραλύσει...... Σχεδόν πονούσε η ευτυχία... Η ανάσα του στο αφτί μου και όλο το Λονδίνο κάτω από τα πόδια μας... Όλη η ζωή μπροστά στα πόδια μας... Τι είδα τότε??? Μια ζωή είδα από 135 μέτρα ύψος που έχω χάσει οριστικά...Αυτό είδα , είπε και ξέσπασε σε λυγμούς κάνοντας τους τουρίστες να γυρίσουν και να κοιτάξουν την περίεργη κοπέλα. Η Βασούλα τους καθησύχασε με ένα νεύμα και εκείνοι διακριτικά γύρισαν και πάλι στη θέα και στα κιάλια τους.
-Ελπίδα.... Μην πολεμάς τις αναμνήσεις σου και ας σε πληγώνουν...Όσο τις πολεμάς τόσο εκείνες αντανακλαστικά παλεύουν την αφάνεια... Και έλα να φτιάξουμε μαζί μια καινούρια... Μια που ίσως και να αντέξει στον χρόνο... , την παρακάλεσε σκουπίζοντας τα δάκρυα της. Και η Ελπίδα θυμήθηκε το νέο τους όρκο, και πέταξε έξω από την κάψουλα τον εγωισμό της και εκείνος τσακίστηκε από τα 135 μέτρα ύψος. Και ύστερα αγκάλιασε την Βασούλα και της χαμογέλασε.
-Έχεις δίκιο...Γλυκιά μου Βασούλα έχεις απόλυτο δίκιο... είπε και τράβηξε την ξαδέλφη της κοντά στο τζάμι. Η πρώτη φορά της στο London Eye δεν θα ζωγραφιζόταν με ανούσια δάκρυα... Η πρώτη φορά της Βασούλας θα ήταν τόσο όμορφη όσο είχε υπάρξει η δική της, αποφάσισε και ξεκίνησε να της μιλάει  για όλα εκείνα που απλωνόντουσαν μπροστά στα πόδια τους. Για όλα εκείνα που εκείνος της είχε μάθει, για όλα εκείνα που εκείνος της είχε χαρίσει...

-Πόσο γρήγορα περνάει ο χρόνος όταν είμαστε μαζί...το έχεις σκεφτεί ποτέ? είπε η Ελπίδα και ανέβασε την βαλίτσα της Βασούλας στον ιμάντα δίπλα στον γκισέ. Και όσο η βαλίτσα χανόταν στολισμένη με τις φρέσκες ετικέτες κολλημένες πάνω της χωρίς να το πει φωναχτά ευχήθηκε να μπορούσε να χωθεί και εκείνη εκεί μέσα. Δυο εβδομάδες τώρα με τη Βασούλα εκεί είχε καταφέρει να ξεχαστεί. Την προηγούμενη φορά που η Βασούλα την είχε επισκεφτεί είχε κάτσει τόσο λίγο και ήταν τόσο άσχημη η ψυχολογία της που τίποτα δεν της είχε δείξει. Αυτή τη φορά όμως το είχε ανάγκη να επανορθώσει. Έβαλε έτσι τα δυνατά της να της δείξει όσο περισσότερα πράγματα μπορούσε και ας την πονούσε που τα περισσότερα τα είχε ανακαλύψει μαζί με τον Νίκο. Άφησαν έτσι και οι δύο τους για λίγο στην άκρη όλα εκείνα που τις στοίχειωναν και αλώνιζαν στο καλοκαιρινό Λονδίνο. Και όποτε η Ελπίδα ένιωθε μια ανάμνηση να την τραβάει και πάλι στον πάτο η Βασούλα φρόντιζε να της απλώνει το χέρι και να την βγάζει και πάλι στην επιφάνεια. Τώρα όμως η Βασούλα έφευγε και εκείνη έπρεπε να βρει τον τρόπο να κρατιέται μονάχη της στην επιφάνεια.
-Γιατί ρε Ελπίδα δεν επιστρέφεις και εσύ Ελλάδα? πρότεινε η Βασούλα ενώ έπαιρνε από την κοπέλα του γκισέ την κάρτα επιβίβασης της
-Το έχω σκεφτεί και ίσως να το κάνω... Απλά εδώ είναι η ζωή που ξέρω... Έχω λίγους φίλους , έχω καλή δουλειά , έχω τις συνήθειες μου... Πίσω δεν με περιμένει τίποτα...Μόνο ενοχές Βασούλα...
-Δεν είναι έτσι και το ξέρεις... Πίσω σε περιμένω εγώ, σε περιμένει η μάνα σου που έχει μαραζώσει και το βασικότερο σε περιμένει ένα μέλλον άγνωστο...
-Θέλω λίγο χρόνο... Όμως αλήθεια Βασούλα πίσω με περιμένεις εσύ??? Μην μου πεις αυτό που θέλω να ακούσω... Την αντέχω την αλήθεια... Πες μου την αλήθεια... Πίσω με περιμένεις εσύ?? ρώτησε η Ελπίδα ενώ κοντοστάθηκε στο σημείο που θα χώριζαν οι δρόμοι τους. Ναι την άντεχε την αλήθεια.. Την είχε ανάγκη. Τόσες μέρες η Βασούλα την περιέθαλπτε ψυχικά και  εκείνη δεν ήταν χαζή. Πληγωμένη ναι, χαζή όχι όμως. Το καταλάβαινε πως η Βασούλα κρατούσε αποστάσεις και ας έκανε ότι ήταν ανθρωπίνως δυνατό να της φτιάξει την διάθεση. Ούτε μια φορά δεν είχε μιλήσει για τον εαυτό της. Ούτε μια φορά δεν είχε αναφερθεί στα δικά της συναισθήματα. Και κάθε φορά που η Ελπίδα προσπαθούσε να ανοίξει δίοδο προς τα εκεί εκείνη σήκωνε οδοφράγματα.   Ναι πριν τα χιλιόμετρα μπουν πάλι ανάμεσα τους έπρεπε να ξέρει αν θα μπορούσε ποτέ να  ανοίξει και πάλι την πόρτα της ψυχής της σε εκείνη. Και τον έβλεπε τον δισταγμό στο πρόσωπο της όσο επεξεργαζόταν την ερώτηση που της είχε κάνει και φοβόταν για την απάντηση που θα έπαιρνε. Δεν περίμενε όμως αυτό που ακολούθησε... Το πρόσωπο της Βασούλας πλέον δεν πρόδιδε δισταγμό και καχυποψία.. Κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε η έκφραση της άλλαζε και ο δισταγμός μεταμορφωνόταν σε κάτι που έμοιαζε με απελπισία και πριν προλάβει να καταλάβει τι συνέβαινε η Βασούλα δακρυσμένη την έσφιξε στην αγκαλιά της και της ψιθύρισε στο αφτί "Δεν σε περιμένω απλά....σε έχω ανάγκη..." και δίνοντας της ένα φιλί έτρεξε και χάθηκε προς την πύλη της.

Σε όλη τη διαδρομή  της επιστροφής  η Ελπίδα μουδιασμένη προσπαθούσε να θυμηθεί αν την είχε δει ποτέ  σε αυτή την κατάσταση ξανά..Όσο όμως και αν έστυβε το κεφάλι της διαπίστωνε πως αυτή την αδύναμη πλευρά της πρώτη φορά την αντίκριζε.. Άραγε τι να ήταν εκείνο που την βασάνιζε? Ο θάνατος του πατέρα της αποκλείεται δύο χρόνια μετά να πονούσε ακόμα τόσο.., σκέφτηκε βάζοντας το κλειδί στην πόρτα του διαμερίσματος της. Μπαίνοντας όμως μέσα στο διαμέρισμα οι σκέψεις της έμειναν μετέωρες.. Ξαφνικά το κενό που είχαν αφήσει οι μεταφορείς μέρες πριν δεξιά της πόρτας, έμοιαζε ανυπέρβλητο... Σαν μια τεράστια χαράδρα που ετοιμαζόταν να την κατασπαράξει... Έκανε ένα βήμα πίσω τρομαγμένη..."όχι ! όχι!" ούρλιαξε αποφασιστικά και γύρισε την πλάτη της στο κενό. Θα γύριζε στην Ελλάδα. Η Βασούλα άνοιγε δίοδο πεντακάθαρα. "Σ έχω ανάγκη" της είχε πει. Αυτή τη φορά ο εγωισμός της δε θα έμπαινε στη μέση. Αυτή τη φορά θα φρόντιζε να ανταποδώσει το καλό. Αυτή τη φορά θα τηρούσε τον όρκο της!  Ναι θα γύριζε στην Ελλάδα.

.....................................................................................................................................................................

-Δώσε μου και εμένα ένα τσιγάρο , παρακάλεσε και εκείνος έκανε αυτό που έκανε πάντα όταν του το ζητούσε. Έβγαζε ένα καινούριο από το πακέτο , της το άναβε και της το έδινε. Την πρώτη φορά που το είχε κάνει της είχε φανεί η πιο ιπποτική κίνηση που άντρας είχε κάνει προς εκείνη. Πλέον ήταν σχεδόν σίγουρη πως ακόμα και αυτή η ευγενής εκ πρώτης όψεως κίνηση ήταν θέμα επιβολής. "Εγώ έχω τη φωτιά...εγώ μπορώ να σε ανάψω μόνο..." της φάνηκε να λένε τα μάτια του και σηκώθηκε από το κρεβάτι.
-Που πας? τον άκουσε να λέει πίσω από τη γυμνή πλάτη της αλλά εκείνη είχε χωθεί ήδη στο μπάνιο. Απογοητευμένη με τον εαυτό της κάθισε πάνω στο καπάκι της λεκάνης και τίναξε το τσιγάρο της στον νιπτήρα. Μέσα στο χλωμό φως του μπάνιου άρχισε να επεξεργάζεται τα σημάδια στα χέρια της. Πλέον ήταν σχεδόν αόρατα... Σαν πανάδες έμοιαζαν... Άνοιξε την βρύση και έσβησε το τσιγάρο. Το πέταξε στο καλαθάκι του μπάνιου και σηκώθηκε όρθια αναζητώντας το λαστιχάκι για τα μαλλιά της. Έπειτα από λίγα δευτερόλεπτα το βρήκε και κοιτώντας το πρόσωπο της στον στρογγυλό καθρέφτη προσπάθησε να μαζέψει τα μαλλιά της. Και έτσι όπως τα σήκωνε είδε το σημάδι στο λαιμό της.. Πόσο λάτρευε κάποτε αυτά τα σημάδια, σκέφτηκε και άνοιξε την βρύση του ντους γεμίζοντας τον χώρο με υδρατμούς. Και όσο το νερό έτρεχε πάνω στο σώμα της θυμήθηκε την πρώτη φορά που είχαν κάνει έρωτα και ένα κρακ ακούστηκε μέσα της. Πόσο τον ήθελε....πόσο την ήθελε... Χέρια μπλεγμένα, ανάσες κοφτές  και ρούχα σχεδόν κομματιασμένα. Και από όλους τους άντρες που είχε επιλέξει να δανείσει το κορμί της για "καταφύγιο" αυτός να το απαιτεί και εκείνη να μην χορταίνει να του το προσφέρει... Και ήταν εκείνο το πρώτο σμίξιμο τους τόσο έντονο που θύμιζε λαίλαπα που έκαιγε τα πάντα στο πέρασμα της. Και ύστερα για ώρα κοιτούσαν ο ένας στο γυμνό σώμα του άλλου έκπληκτοι τα σημάδια που είχε αφήσει αυτή η πυρκαγιά. Τόσα χρόνια μετά και όλα είχαν μείνει απαράλλαχτα...Τόσα χρόνια μετά και μόλις την ακουμπούσε αυτοαναφλεγόταν...Τόσα χρόνια μετά και ακόμα το σμίξιμο τους άφηνε σημάδια...

Βγήκε από την μπανιέρα και τυλίχτηκε με μια πετσέτα....Ποτέ δεν θα κατάφερνε να φύγει από εκείνον έπρεπε να το πάρει απόφαση. Το κορμί της σημαδεμένο με όλους τους δυνατούς τρόπους του άνηκε πλέον οριστικά. Γι αυτό τη σημάδευε...τίτλος ιδιοκτησίας κάθε μελανιά... Βγήκε με αργά βήματα και αναζήτησε την βαλίτσα της γυρνώντας του την βρεγμένη πλάτη της. Και πριν προλάβει να βγάλει μια μπλούζα από μέσα εκείνος ήταν πίσω της και την φιλούσε στο λαιμό στο σημείο που είχε δει το σημάδι νωρίτερα. Προσπάθησε να απομακρυνθεί αλλά εκείνος την είχε πλέον κολλήσει στο τοίχο τραβώντας με δύναμη την βρεγμένη πετσέτα από πάνω της.
-Είμαι κουρασμένη από το ταξίδι, είπε απολογητικά αλλά τα χέρια του δεν δέχονταν αντιρρήσεις...
-Θέλεις να σε αφήσω? ρώτησε ειρωνικά ενώ τα χέρια του κούμπωναν σε σημεία του σώματος της που μόνο τα δικά του χέρια είχαν καταφέρει να κουμπώσουν και εκείνη αναστέναξε...
-Αν θέλεις σταματάω...συνέχισε εκείνος μεγαλοπρεπής γνωρίζοντας τη δύναμη που είχε πάνω της και εκείνη ζαλισμένη από τη  ηδονή αδυνατούσε να του απαντήσει..
-Πες το μωρό μου.... είπε και σαδιστικά σταμάτησε να κινεί τα χέρια του..
-Μην σταματάς...ικέτευσε εκείνη...
Ναι ποτέ δεν θα κατάφερνε να του ξεφύγει...